Το πρώτο ελληνικό φόρουμ για τον κόσμο του A Song of Ice and Fire και την σειρά Game of Thrones του HBO

Μην το μετακινείτε γιατί δεν φαίνεται η πρώτη είδηση!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Καλώς ήρθες, Επισκέπτης!
Είδατε τον 5ο κύκλο και μείνατε έτσι Shocked + scared + Crying or Very sad ;;; Σας περιμένουμε εδώ για συζήτηση και θεωρίες!
Θα τελειώσει ποτέ ο Martin το Winds of Winter;
Τα μέλη της κοινότητας μας είναι 165, διαδώστε μας για να γίνουμε περισσότεροι!

    Always On Time

    Μοιραστείτε

    Lady Melisandre
    Φύλακας του Νότου
    Φύλακας του Νότου

    Αριθμός μηνυμάτων : 1221
    Ημερομηνία εγγραφής : 04/05/2012
    Ηλικία : 28
    Τόπος : Asshai

    Armory
    : Lannister Lannister

    Always On Time

    Δημοσίευση από Lady Melisandre Την / Το Δευ Σεπ 16, 2013 2:37 am



    Κεφάλαιο 1

    Η ζωή είναι πάντα δύσκολη στο γκέττο, κι ακόμα πιο δύσκολη όταν είσαι γυναίκα. Σ’ έναν κόσμο όπου ο χρόνος είναι κυριολεκτικά χρήμα κι όπου δεν μπορείς να βασίζεσαι σε κανέναν άλλον για την επιβίωσή σου, αναγκάζεσαι να κάνεις τα πάντα, να χάσεις τα πάντα, προκειμένου να κρατηθείς ζωντανός.

    Η Κόρρα δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι μια μάλλον μικροσκοπική, αδύνατη κοπελίτσα, που μόλις πάτησε τα 25 αλλά μοιάζει για 19. Θα παραμείνει 25 –τουλάχιστον εμφανισιακά- μέχρι να πεθάνει –ή για να μιλάμε πιο σωστά, μέχρι να τελειώσει ο χρόνος στο ρολόι της. Δεν είναι εντυπωσιακά όμορφη. το μόνο ωραίο που έχει πάνω της είναι τα πυκνά μαύρα μαλλιά της. Το δέρμα της είναι υπερβολικά χλωμό, τα μελιά της μάτια είναι θαμπά και ανέκφραστα. Σβησμένα. Ίσως φταίνε τα χρόνια στο πεζοδρόμιο, αλλά αν τη ρωτήσεις δεν θα ξέρει να σου απαντήσει. Δεν είναι κάτι που θέλει να κάνει. Για την ακρίβεια, το σιχαίνεται: σιχαίνεται να την αγγίζουν, να την χρησιμοποιούν. Και πάνω απ’ όλα μισεί το γεγονός πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό.

    Τότε γιατί το κάνει, θα ρωτήσετε. Γιατί χρωστάει. Ή τουλάχιστον αυτό της φύτεψαν στο μυαλό οκτώ χρόνια πριν. Κάποτε είχε κι αυτή μια οικογένεια, γονείς, έναν αδερφό. Και ξαφνικά χάθηκαν όλοι, ο χρόνος τους κλεμμένος μέχρι τέλους, και τη θέση τους πήρε ένα τέρας, κάποιος που το έπαιζε οικογενειακός φίλος. Η Κόρρα είναι σίγουρη πως αυτός έβγαλε τους δικούς της απ’ τη μέση, όμως δεν μπορεί να καταλάβει γιατί κράτησε ζωντανή την ίδια. Θα έβρισκε παντού κοπέλες πιο πρόθυμες από αυτήν να πουλήσουν το κορμί τους.

    Αλλά όχι. Έπρεπε να διαλέξει εκείνη. Που ποτέ πριν δεν είχε βρεθεί με άντρα. Έπρεπε να την τρομοκρατήσει, να την βιάσει, να την ξεσκίσει μέσα κι έξω κι έπειτα να την σπρώξει στο δρόμο λέγοντας πως είναι τυχερή που είναι ακόμα ζωντανή, πως ζει χάρη σ’ αυτόν, πως του χρωστάει.

    Κι έτσι ό,τι χρόνο κερδίζει κάθε νύχτα, τον δίνει σ’ εκείνον. Της αφήνει μόνο λίγες ώρες, ίσα για να την υποχρεώνει να ξαναπάει στη δουλειά. Όταν το ρολόι της δεν είχε αρχίσει ακόμα να μετράει αντίστροφα, δεν μπορούσε να της πάρει περισσότερο χρόνο απ’ όσο είχε ήδη ζήσει, κι έτσι τώρα την ξεζουμίζει.

    Από τους καθημερινούς βιασμούς, έχει μείνει τρεις φορές έγκυος. Κι όχι επειδή δεν πρόσεχε. Αλλά μέσα σε οκτώ χρόνια, όλο και κάπου θα γίνει η στραβή. Την πρώτη φορά, ήταν 18 και όταν το ανακάλυψε ο «προστάτης» της, την έδειρε τόσο πολύ που απέβαλε. Τη δεύτερη φορά το έριξε μόνη της, πίνοντας τσάι απήγανου που είχε φυλαγμένο η μάνα της. Ήταν 21. Την τρίτη φορά, μόλις πέρσι, απέβαλε ενώ βρισκόταν με πελάτη, ο οποίος έφυγε οργισμένος, βρίζοντας και χωρίς να την πληρώσει. Σαν να μην έφτανε αυτό, έφαγε και ξύλο μόλις γύρισε σπίτι. Ποτέ δεν έχει καταφέρει να του πει ψέματα ή να του κρύψει κάτι. Φυσικά για νοσοκομείο ούτε λόγος, είναι πολύ ακριβό. ό,τι έκανε για να αναρρώσει το έκανε μόνη της.

    Απόψε η Κόρρα είναι όπως πάντα στο πεζοδρόμιο, κοντά στα σύνορα της Χρονικής Ζώνης 12. Κάνει κρύο και τα αποκαλυπτικά της ρούχα δεν την ανακουφίζουν. Στέκεται και περιμένει τους πελάτες, στωικά, ανέκφραστα, καπνίζοντας ένα τσιγάρο που έκλεψε την προηγούμενη νύχτα απ’ το σακάκι ενός από δαύτους. Ξεφυσάει τον καπνό αργά, χαζεύοντας τους στροβίλους που κάνει στον αέρα, και περιμένει.

    Μερικές φορές εύχεται να της επιτεθεί κάποιος, να της πάρει το χρόνο και να την αφήσει να πεθάνει. Αλλά οι ληστές χρόνου δεν επιτίθενται σε πόρνες, τις θεωρούν συναδέλφους και τις αφήνουν στην ησυχία τους. Θα ήθελε να φύγει, αλλά είναι αδύνατον. Μόνο τα διόδια ανάμεσα στις ζώνες κοστίζουν σχεδόν όσο όλος ο χρόνος ενός κατοίκου του γκέττο. Και πέρα απ’ αυτό, χρειάζονται ένα σωρό χαρτιά για να μπορέσει να φύγει κάποιος, και στην περίπτωσή της, ακόμα και να ‘φευγε δεν θα ‘χε πουθενά να πάει.

    Είναι τόσο χαμένη στις σκέψεις της που δεν προσέχει το μαύρο, γυαλιστερό αυτοκίνητο που σταματάει μπροστά της. Ξυπνάει μόνο όταν ακούει τον ήχο του αυτόματου παραθύρου που ανοίγει. Σκύβει να κοιτάξει μέσα, και το βλέμμα της καρφώνεται σε δύο παγωμένα γαλάζια μάτια.

    «Χρονοφύλακας Ρέιμοντ Λίον», συστήνεται ο άντρας, δείχνοντας το σήμα του.
    «Κόρρα Ριντ», αποκρίνεται εκείνη, νιώθοντας υποχρεωμένη να πει και το επίθετό της, κι αμέσως δαγκώνεται. Αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να την πάει μέσα ή ακόμα χειρότερα να της κατασχέσει το χρόνο.
    Βέβαια, εκείνος δεν φαίνεται να έχει διάθεση για τίποτα απ’ τα δύο.
    «Ερευνούμε μια υπόθεση στη Ζώνη 12», την ενημερώνει. Έχει βαθιά, ζεστή φωνή. Η Κόρρα δεν θυμάται καν την τελευταία φορά που άκουσε κάτι παρόμοιο. Οι φωνές των αντρών στο γκέττο είναι στριγγές, ψευτομάγκικες και πολλές φορές κλαψιάρικες. «Μήπως έχεις ακουστά κάποιον Τζακ Μπρεντ;»
    Η Κόρρα παγώνει μόλις ακούει το όνομα. Ρίχνει μια ματιά γύρω της, να δει αν την ακούνε ή τη βλέπουν, κι έπειτα γνέφει καταφατικά μια φορά, πολύ αργά.
    «Δεν μπορείς να μιλήσεις;»
    Γνέφει ξανά, «όχι» αυτή τη φορά. Ο Λίον αμέσως υψώνει τη φωνή του κι αλλάζει θέμα.
    «Πόσο χρεώνεις;»
    «15 λεπτά την ώρα», απαντάει τρέμοντας εκείνη. Ο Λίον της κάνει νόημα να μπει στο αμάξι. Μόλις κάθεται στη θέση του συνοδηγού, εκείνος κλειδώνει τις πόρτες και κλείνει τα παράθυρα.
    «Τώρα μπορείς να μιλήσεις», της λέει καθώς βάζει μπροστά τη μηχανή.

    Η Κόρρα δεν απαντάει αμέσως, αλλά όταν το κάνει, η φωνή της μόλις που ακούγεται. «Είναι ο προστάτης μου.» Και βγάζει τα σώψυχά της στον Χρονοφύλακα, σαν να πρόκειται για έναν πολύ καλό της φίλο. Δεν τον έχει ξαναδεί ποτέ στη ζωή της, αλλά νιώθει πως θα είναι ασφαλής. Μπορεί να φταίνε τα μάτια του γι’ αυτό.
    «Υποψιάζεσαι πως ο Μπρεντ σκότωσε τους δικούς σου;» τη ρωτάει όταν τελικά σωπαίνει.
    «Ναι, αλλά δεν ξέρω γιατί. Η μητέρα μου τον είχε αναφέρει μια φορά σαν παλιό φίλο, τίποτα άλλο. Δεν ξέρω τι διαφορές θα μπορούσαν να έχουν.»

    Ο Λίον μένει σιωπηλός για λίγη ώρα, σαν κάτι να σκέφτεται. Στο τέλος λέει:
    «Μη σου ξεφύγει κουβέντα γι’ αυτό στον Μπρεντ. Θα σε βοηθήσουμε να ξεφύγεις. Υπάρχει πιθανότητα να είναι μπλεγμένος σε ναρκωτικά, λαθρεμπόριο, φόνους, να έχει κι άλλες κοπέλες που να εκμεταλλεύεται.»
    Η Κόρρα κουνάει το κεφάλι της. «Δεν έχω δει καμία άλλη τις ώρες που είμαι σπίτι. Βέβαια κι αυτός λείπει συνεχώς αλλά πάντα υπέθετα πως μπεκροπίνει, γιατί όποτε τον βλέπω είναι μεθυσμένος.»
    «Αυτό δε σημαίνει πως δεν κάνει και τίποτα άλλο», επισημαίνει ο Χρονοφύλακας και σταματάει το αυτοκίνητο σε μια γωνιά του δρόμου. Σηκώνει το αριστερό του μανίκι και ρίχνει μια ματιά στο ρολόι. «Πόσο χρόνο έχεις;»
    Εκείνη μιμείται τις κινήσεις του. «Τρεις ώρες.»

    Ο Λίον δεν απαντά, μόνο πιάνει το χέρι της και το γυρνάει, φέρνοντας τον καρπό του πάνω στον δικό της. Ο χρόνος φεύγει απ’ το ρολόι του και περνάει στο δικό της, κι η Κόρρα καταλαβαίνει πως της δίνει παραπάνω απ’ όσο θα έπρεπε. Τραβάει το χέρι της τρομαγμένη.
    «Μην το κάνεις.»
    «Γιατί φοβάσαι; Πες πως είχες έναν παραπάνω πελάτη.»
    «Δεν μπορώ. Θα το καταλάβει. Πάντα το καταλαβαίνει όταν λέω ψέματα.»
    Χαμογελάει λίγο κοροϊδευτικά. Τα χείλη του είναι όμορφα και σαρκώδη, ταιριάζουν στο γωνιώδες πρόσωπό του. «Μα δεν λες ψέματα. Απλά κρύβεις την αλήθεια.»
    Προφανώς είναι άνθρωπος στον οποίο δεν ωφελεί να φέρνεις αντιρρήσεις, οπότε απλά γνέφει. «Ευχαριστώ.»

    Τα μάτια του, πάντα κρύα, πέφτουν πάνω στις μελανιές που έχει στα μπράτσα, στα πόδια. «Αυτός σε έκανε έτσι;»
    Εκείνη, ντροπιασμένη, προσπαθεί να τις κρύψει, αλλά δεν είναι και τόσο εύκολο με τόσο λίγα ρούχα. «Ναι. Με δέρνει ακόμα κι όταν δεν υπάρχει λόγος.»
    Ο Λίον μουρμουρίζει κάτι μέσα απ’ τα δόντια του, χωρίς να τον ακούσει η κοπέλα. Έπειτα, η φωνή του ανεβαίνει ξανά στα φυσιολογικά της επίπεδα. «Θα επικοινωνήσω μαζί σου όταν θα έχω νεότερα. Να προσέχεις.»

    Όταν η Κόρρα κατεβαίνει απ’ το αυτοκίνητο, εκείνος της γνέφει μέσα απ’ το τζάμι και φεύγει πατώντας το γκάζι.  Η υπόλοιπη νύχτα περνάει με τον συνηθισμένο της ρυθμό. Άντρες έρχονται και φεύγουν, και στο τέλος έχει μαζέψει αρκετό χρόνο ώστε να μπορεί να καλύψει τα 15 επιπλέον λεπτά.

    Την ώρα που γυρίζει σπίτι έχει σχεδόν ξημερώσει. Ο Μπρεντ κοιμάται ροχαλίζοντας στο κρεβάτι των γονιών της. Βρωμάει φτηνή μπύρα και κάτουρο. Του ρίχνει μια αθόρυβη μούντζα, μπαίνει στο δωμάτιό της και πέφτει εξαντλημένη για ύπνο.


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Lady Melisandre στις Πεμ Σεπ 19, 2013 1:17 am, 1 φορά


      ____________

    Lady Melisandre
    Φύλακας του Νότου
    Φύλακας του Νότου

    Αριθμός μηνυμάτων : 1221
    Ημερομηνία εγγραφής : 04/05/2012
    Ηλικία : 28
    Τόπος : Asshai

    Armory
    : Lannister Lannister

    Απ: Always On Time

    Δημοσίευση από Lady Melisandre Την / Το Τρι Σεπ 17, 2013 3:46 pm

    Κεφάλαιο 2

    Νιώθει πως δεν έχει προλάβει καν να κλείσει τα μάτια της, και ξυπνάει από δυνατά χαστούκια που πέφτουν στα μάγουλά της.
    «Δώσε μου τα λεφτά μου, σκύλα!» φωνάζει ο Μπρεντ.

    Η Κόρρα έχει σταματήσει εδώ και καιρό να κλαίει κάθε φορά που της επιτίθεται. Είναι πιο εύκολο να του δώσει το χρόνο της και να τον αφήσει να την κάνει ό,τι θέλει. Όταν παραπονιέται και αμύνεται την δέρνει πιο πολύ.

    Αυτό κάνει και τώρα, ενώ ο Μπρεντ τής κλέβει βίαια τον χρόνο που κέρδισε το βράδυ. Μένει απαθής καθώς τα χέρια του σφίγγουν σαν τανάλιες τα αδύνατα μπράτσα της και την παίρνει με το ζόρι ακόμα μια φορά. Εκείνη πονάει, αλλά δεν κλαίει, ούτε παρακαλάει πια. Απλά υπομένει.

    Μόνο όταν επιτέλους σηκώνεται από πάνω της και φεύγει απ’ το δωμάτιο, επιτρέπει στα δάκρυα να κυλήσουν. Σιωπηλά. Στιγμιαία σκέφτεται τον Χρονοφύλακα και αναρωτιέται αν θα μπορέσει όντως να τη βοηθήσει. Αλλά ακόμα κι αν ξεφύγει, πώς θα ζήσει; Δεν ξέρει να κάνει τίποτα. Θα μπορούσες να μείνεις μαζί του, λέει μια απρόσκλητη φωνή στο πίσω μέρος του μυαλού της, αλλά αμέσως τη διώχνει. Σιγά μη με θέλει ένας μπάτσος στα πόδια του.

    Σέρνεται ως το ντους. Είναι μόλις 9 το πρωί κι έχει δώδεκα ώρες στο ρολόι της, οπότε το πολύ μέχρι το μεσημέρι θα πρέπει να ξαναπιάσει δουλειά και το καλύτερο θα είναι να μην καθυστερήσει.

    Οι επόμενες μέρες περνούν χωρίς απρόοπτα. Οι πελάτες έρχονται κανονικά, δυο-τρεις απ’ αυτούς μάλιστα είναι σταθεροί εδώ και αρκετό καιρό· ο ένας είναι καλλιτέχνης από τη Ζώνη 5 κι έρχεται σ’ αυτήν μόνο και μόνο για τα μαλλιά της, όμως ποτέ δεν της προσφέρει δουλειά μοντέλου ή κάτι ανάλογο. Κι έτσι, η Κόρρα δεν ελπίζει σε κανέναν απ’ αυτούς για τη σωτηρία της. Γι’ αυτούς είναι απλά μια φθηνή πόρνη, χωρίς καμία πιθανότητα ανέλιξης ή έστω επιβίωσης.

    Ο Μπρεντ δεν φαίνεται υποψιασμένος για κάτι κι εκείνη δεν ανοίγει το στόμα της. Έτσι κι αλλιώς, βάζει στοίχημα πως αν ανακάλυπτε πως την πλησίασε αστυνομικός ρωτώντας διάφορα δεν θα την άφηνε να ζήσει, οπότε παίρνει τα μέτρα της και δεν μιλάει αστόχαστα. Όχι ότι εκείνος το προσέχει· όχι, είναι πάντα μεθυσμένος και της φέρεται το ίδιο άγρια όπως πάντα.

    Ο Λίον δεν ξαναεμφανίζεται στη Ζώνη και μια φορά η Κόρρα αναρωτιέται πώς στο καλό θα την βρει αφού δεν έχει κάποιο τηλέφωνο ή διεύθυνση. Αμέσως μετά θυμάται πως είναι Χρονοφύλακας, κι οι Χρονοφύλακες έχουν τον τρόπο τους να βρίσκουν τέτοια πράγματα. Τον περισσότερο καιρό όμως φοβάται πως την ξέχασε εντελώς και προσπαθεί να μην τον σκέφτεται πολύ.

    Όμως, μια εβδομάδα αργότερα το τηλέφωνο στο σπίτι χτυπάει. Ευτυχώς ο Μπρεντ είναι έξω, οπότε η Κόρρα μπορεί να απαντήσει άφοβα.
    «Ρέιμοντ Λίον εδώ», λέει η βαθιά φωνή στο ακουστικό. «Μήπως είναι ακατάλληλη ώρα;»
    «Όχι, είμαι μόνη.»
    «Ωραία. Άκου με προσεκτικά.» Της δίνει μερικές πολύ σαφείς οδηγίες και καταλήγει: «Θα μπορέσεις να το κάνεις;»
    «Νομίζω πως ναι, δεν θα έχω πρόβλημα.» Αυτό φυσικά είναι ψέμα, αλλά τουλάχιστον θα προσπαθήσει.
    «Πολύ καλά. Θα σε περιμένω αύριο.»
    Και κλείνει το τηλέφωνο πριν η Κόρρα προλάβει να απαντήσει.

    Το σχέδιο ακούγεται απλό, αλλά δεν είναι και τόσο. Λίγο πριν ο Μπρεντ γυρίσει σπίτι το απόγευμα για φαγητό, η Κόρρα κρύβει ένα μακρόστενο κομμάτι γυαλί στη ζώνη του τζιν της. Δεν ήταν δύσκολο να το βρει· οι δρόμοι στο γκέττο βρίθουν από σπασμένα γυαλιά από μπουκάλια, τζάμια. Της φέρνει φαγούρα αλλά αν είναι να ξεφορτωθεί το παράσιτο θα το αντέξει.

    Ο Μπρεντ κάθεται να φάει, βρίζοντάς την όπως πάντα. Τρώει με βουλιμία, χωρίς κανένα τακτ, σαν ζώο. Αηδία. Η Κόρρα έχει φάει από πιο νωρίς και περιμένει όρθια πίσω του. Τάχα παρακολουθεί τηλεόραση. Τα δάχτυλά της παίζουν με το γυαλί· έχει άγχος, αλλά φαίνεται ήρεμη. Για πρώτη φορά τα τελευταία οκτώ χρόνια, καταφέρνει να ελέγξει το φόβο της μπροστά του.

    Ξαφνικά, ορμάει. Το γυαλί χώνεται βαθιά στο μπράτσο του, κάνοντας το αίμα να αναπηδήσει. Ο Μπρεντ βγάζει μια κραυγή πόνου και θυμού και πετάγεται όρθιος. Με μια κίνηση βγάζει το ματωμένο αντικείμενο απ’ το χέρι του και το πετάει στα πόδια της Κόρρα, έπειτα την αρπάζει και της αστράφτει δυο χαστούκια. Όλα γίνονται σε μερικά λεπτά. Την ρίχνει στο πάτωμα, ξεριζώνει τούφες από τα μαλλιά της, την κλωτσάει στα καλάμια, την χτυπάει στο πρόσωπο και το κεφάλι μέχρι που ματώνει. Η κοπέλα κλαίει απ’ τον πόνο αλλά δεν βγάζει άχνα.

    Κάποια στιγμή ο Μπρεντ πιάνει σφιχτά τον καρπό της, τόσο σφιχτά που νομίζει πως θα τον σπάσει, και φέρνει απειλητικά το πρόσωπό του κοντά στο δικό της.
    «Τι νόμιζες πως θα έκανες, τσουλίτσα; Αυτό είναι το ευχαριστώ σου;» λέει φτύνοντας. «Έτσι και ξαναπλώσεις χέρι πάνω μου θα εύχεσαι να πεθάνεις! Το κατάλαβες;»

    Η Κόρρα γνέφει. Θα ήθελε να φτύσει το αίμα που έχει μαζευτεί στο στόμα της στα μούτρα του, αλλά δεν μπορεί. Ο Μπρεντ σηκώνεται για να δέσει την πληγή του και την αφήνει ένα ματωμένο, μελανιασμένο χάλι στο πάτωμα.

    Εκείνη σηκώνεται αργά, μαζεύοντας στα κρυφά το κομμάτι γυαλί. Για κάποιο λόγο, δεν την νοιάζει τόσο που την έδειραν όσο ότι ο Ρέιμοντ θα τη δει έτσι. Πηγαίνει προς το μπάνιο να καθαρίσει το στόμα της και φτύνει και δυο σπασμένα δόντια, μάλλον τραπεζίτες. Τα μάτια της είναι ανέπαφα, εκτός από ένα σκούρο μπλε στεφάνι γύρω απ’ το αριστερό που λογικά δεν θα επηρεάσει την όρασή της, κι έχει ένα καρούμπαλο στον δεξιό κρόταφο, που θα προσπαθήσει να κρύψει με τα μαλλιά της. Οι μελανιές θα ηρεμήσουν με λίγο πάγο. Όταν τελειώνει, παίρνει μια καθαρή πετσέτα, τυλίγει μ’ αυτή το γυαλί και το κρύβει στο δωμάτιό της.

    Το επόμενο βράδυ, ετοιμάζεται και βγαίνει απ’ το σπίτι με το που νυχτώνει. Φοράει κάποια από τα συνηθισμένα της ρούχα, ένα κόκκινο φορεματάκι και μαύρες μπότες, με ένα μαύρο μανίκι, κομμένο από μια παλιά μπλούζα, γύρω απ’ το αριστερό της χέρι, εκεί που μετρούν αντίστροφα τα λεπτά και οι ώρες της.

    Πηγαίνει κατευθείαν στο μέρος όπου συνάντησε τον Λίον την πρώτη φορά. Εκείνος βρίσκεται ήδη εκεί, ακουμπισμένος στην πόρτα του αυτοκινήτου. Βλέποντάς τον όρθιο, καταλαβαίνει πως είναι μάλλον αδύνατος και όχι πολύ ψηλός, αλλά το δερμάτινο παλτό που φοράει του προσδίδει μια ήρεμη επιβλητικότητα, κι αυτό της αρέσει.

    Δεν την χαιρετάει όταν τη βλέπει, μόνο μπαίνει στο αμάξι και περιμένει να τον ακολουθήσει.
    «Το έφερες;» τη ρωτάει όταν έχει πλέον καθίσει δίπλα του.
    «Ναι, ορίστε». Του βάζει στο χέρι το πακέτο με το ματωμένο γυαλί. Η πετσέτα κάποτε ήταν καθαρή, τώρα είναι υποκίτρινη. Τουλάχιστον είναι καθαρή, σκέφτεται όταν τον βλέπει να συνοφρυώνεται, τι άλλο θέλει; Όμως ο Χρονοφύλακας δεν ανησυχεί γι’ αυτό. Ξεδιπλώνει προσεκτικά την πετσέτα και ρίχνει μια ματιά στο περιεχόμενο. Αμέσως η έκφρασή του χαλαρώνει.
    «Για μια στιγμή νόμισα πως έκανες κάτι λάθος», της λέει. «Μάλλον είχα άδικο που σε υποτίμησα.»
    «Δεν είμαι χαζή ούτε δειλή», του πετάει και ξαφνιάζεται κι η ίδια με την αυθάδειά της. Συνήθως δεν τολμάει να αντιγυρίσει κουβέντα στους άντρες. Ο Λίον όμως δεν φαίνεται να έχει πρόβλημα, ίσα-ίσα, μάλλον το διασκεδάζει. Βάζει το πακέτο σε ένα ντουλαπάκι του ταμπλό και ξεκινάει.

    «Θέλω να μάθω κάτι», τολμάει να πει η Κόρρα μετά από λίγο.
    «Τι πράγμα;» Δεν την κοιτάζει, τα μάτια του είναι καρφωμένα στο δρόμο. Είναι κάπως ανακουφιστικό, αν σκεφτεί κανείς την κατάστασή της.
    «Τι ακριβώς συμβαίνει με τον Μπρεντ; Και γιατί το χρειάζεσαι αυτό;»
    «Χμ, το περίμενα ότι θα ρωτούσες. Δύο εβδομάδες πριν βρήκαμε δέκα πτώματα στην Ζώνη 12, στραγγισμένα απ’ το χρόνο τους. Είχαν όλα κοινά κατάλοιπα DNA πάνω τους και υποπτευόμαστε πως ο Μπρεντ κρύβεται πίσω απ’ αυτό. Παλιότερα είχαν γίνει καταγγελίες εις βάρος του και για εμπόριο λευκής σαρκός και όπλων, για παράνομες ανταλλαγές χρόνου, αλλά κανείς δεν έκατσε ποτέ να το ψάξει. Αν το DNA στο αίμα που μας έφερες ταυτοποιηθεί, τότε τον έχουμε στο χέρι.»
    Η Κόρρα γνέφει. «Και το θέμα με την οικογένειά μου; Θα λυθεί κι αυτό;»
    «Αν τον πιάσουμε και το ομολογήσει, θα μπορείς να κοιμάσαι ήσυχη».

    Το αυτοκίνητο κάνει μια μεγάλη βόλτα στα περίχωρα της Ζώνης για να δικαιολογήσει την ωριαία απουσία και την ξαναφέρνει λίγο πιο κάτω απ’ το αρχικό σημείο. Η Κόρρα, ξεχνώντας την αμοιβή της, κάνει να φύγει, μα εκείνος την σταματάει.
    «Πού πας; Δε σε πλήρωσα.»
    «Μα δεν έκανα τίποτα.»
    «Αν οι υποψίες μου είναι σωστές, έχεις κάνει πολλά. Δώσε μου το χέρι σου.»

    Δεν χρειάζεται να κοιτάξει για να καταλάβει πως της δίνει πολύ χρόνο. Σχεδόν όσο αναλογεί σε τρεις πελάτες. Όμως την πιέζει ξαφνικά σε ένα μελανιασμένο σημείο, και τότε δεν κρατιέται. Αφήνει ένα βογκητό πόνου κι εκείνος σταματάει απότομα.
    «Είσαι καλά;»
    «Ναι, απλά… Έφαγα ξύλο χτες. Για το γυαλί. Και πονάω παντού.»
    «Τι; Τι λες;» Το χέρι του ανεβαίνει στο πρόσωπό της, πιάνει το πιγούνι της και το στρέφει απαλά προς το φως. Δεν είναι συνηθισμένη να της φέρονται έτσι, και της αρέσει, οπότε τον αφήνει. Με το άλλο χέρι ο Λίον παραμερίζει τα μαλλιά στους κροτάφους κι η Κόρρα αναρριγά όταν αγγίζει το καρούμπαλο. «Δεν έβαλες πάγο σ’ αυτό;»
    «Έβαλα. Χτες ήταν χειρότερα.»

    Ο Χρονοφύλακας αναστενάζει και γλείφει τα χείλη του σε ένδειξη ανησυχίας. Καθώς την κοιτάζει εξεταστικά, το βλέμμα του είναι τώρα πιο ζεστό απ’ ό,τι την προηγούμενη εβδομάδα.
    «Λυπάμαι που αναγκάστηκες να το περάσεις αυτό.»
    «Δεν ήταν η πρώτη φορά.»
    «Το ξέρω. Σου υπόσχομαι πως θα τελειώσει σύντομα.»

    Τα δάχτυλά του μπλέκονται στα μαλλιά της, την τραβάει κοντά του. Η Κόρρα νιώθει ένα κύμα τρόμου να την κατακλύζει και προσπαθεί να τον σπρώξει, αλλά είναι πολύ αδύναμη συγκριτικά.
    «Ρέιμοντ, σε παρακαλώ…»
    «Δε θα σε πειράξω». Η φωνή του είναι ένας βραχνός ψίθυρος. «Απλά θέλω να νιώσεις καλά, για μια φορά.»

    Και τα χείλη του ακουμπούν στα δικά της. Κανείς δεν την έχει φιλήσει έτσι ποτέ· όλοι είναι άγαρμποι, αδέξιοι, βιαστικοί, ή ακόμα και βίαιοι. Ο Ρέιμοντ είναι τρυφερός και προσεκτικός, σαν να φοβάται πως θα τη χαλάσει αν βάλει περισσότερη δύναμη. Το φιλί κρατάει μόνο μερικά δευτερόλεπτα, κι όταν αποτραβιούνται η κοπέλα είναι κατακόκκινη.
    «Πρέπει να φύγω», ψιθυρίζει. Θέλει να του ζητήσει να το ξανακάνει, μα δεν τολμάει. Φοβάται πως σε λίγο θα ξυπνήσει και θα είναι όλα ένα όνειρο.
    Εκείνος απομακρύνεται και γέρνει στο κάθισμα αναστενάζοντας. Η ζεστασιά έχει χαθεί απ’ τα μάτια του.
    «Πήγαινε. Θα σε ενημερώσω για ό,τι νεότερο.»

    Για την υπόλοιπη νύχτα, για κάθε πελάτη, η Κόρρα κλείνει τα μάτια και φαντάζεται πως είναι ο Ρέιμοντ. Το πιθανότερο είναι πως δεν θα γίνει τίποτα μεταξύ τους, αλλά χαίρεται που μπορεί να ονειρεύεται ξανά. Μέχρι τώρα πίστευε πως δεν είχε πια όνειρα ή ελπίδες, αλλά πλέον είναι διαφορετικά. Χάρη σ’ αυτόν. Και σκοπεύει να του το πει όταν τον ξαναδεί.

    Όσο για τον Μπρεντ, αυτός μπορεί να πάει να κουρευτεί. Δεν θα τη σπάσει ποτέ ξανά.


      ____________

    Lady Melisandre
    Φύλακας του Νότου
    Φύλακας του Νότου

    Αριθμός μηνυμάτων : 1221
    Ημερομηνία εγγραφής : 04/05/2012
    Ηλικία : 28
    Τόπος : Asshai

    Armory
    : Lannister Lannister

    Απ: Always On Time

    Δημοσίευση από Lady Melisandre Την / Το Τρι Σεπ 17, 2013 11:16 pm

    Κεφάλαιο 3

    Την επόμενη φορά που χτυπάει το τηλέφωνο, μετά από τρεις μέρες, ο Τζακ Μπρεντ βρίσκεται στο σπίτι κι η Κόρρα παγώνει εκεί που στέκεται, με το πιστολάκι για τα μαλλιά στο χέρι. Μια στιγμή αργότερα, τον ακούει να ωρύεται για κάποια κωλόπαιδα που δεν έχουν τι να κάνουν και παίρνουν τηλέφωνο στα σπίτια του κόσμου, και ξεφυσάει ανακουφισμένη. Αν ήταν ο Ρέιμοντ, ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να το κλείσει αμέσως.

    Τα νέα που περιμένει έρχονται τελικά την επόμενη ημέρα, κι αυτή τη φορά είναι μόνη και μπορεί να μιλήσει.

    «Τα DNA ταιριάζουν», της λέει ο Χρονοφύλακας στο τηλέφωνο. «Θέλω να μου πεις πού συχνάζει και τις ώρες που είναι σπίτι. Θα έρθουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε για να τον συλλάβουμε.»
    «Τι θα του συμβεί;» Δεν ρωτάει με ανησυχία, κάθε άλλο. Στην πραγματικότητα, θέλει να ακούσει πως θα πάθει ό,τι πάθαινε κι εκείνη τόσα χρόνια.
    «Μόλις αποσπάσουμε ομολογία, θα του κατασχέσουμε το χρόνο. Όλον.»
    Ένα χαμόγελο απλώνεται στο πρόσωπό της. Αμέσως μετά θυμάται πως δεν ξέρει τι θα απογίνει η ίδια. «Κι εγώ;»
    «Θα κανονίσουμε να μετακομίσεις σε μια πιο εύπορη Ζώνη και θα σου βρούμε μια αξιοπρεπή δουλειά.»
    «Θα το κάνετε αυτό για όλες τις κοπέλες που πιστεύετε πως δουλεύουν για τον Μπρεντ;»

    Στην άλλη γραμμή πέφτει σιωπή για λίγη ώρα. Η Κόρρα περιμένει.
    «Θα προσπαθήσουμε», της απαντάει ο Ρέιμοντ στο τέλος, κι εκείνη, αν και δεν πείθεται, δεν το σχολιάζει. Αντίθετα, ξεκινάει να αραδιάζει όλα τα μαγαζιά στα οποία ξέρει πως μπαινοβγαίνει ο Μπρεντ, και στο τέλος λέει:
    «Είναι στο σπίτι για λίγες ώρες μόνο, από τις 4 μέχρι τις 7 το απόγευμα κι έπειτα έρχεται ξανά μετά τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω αν θα μπορέσετε να τον βρείτε όμως.»
    «Μη σε ανησυχεί. Απλά φρόντισε να λείπεις. Δεν χρειάζεται να το δεις αυτό.»
    «Θέλω να το δω», λέει, η φωνή της ψυχρή κι επίπεδη. «Θέλω να τον δω να πληρώνει.»
    «Κόρρα…» αναστενάζει ο Ρέιμοντ και το όνομά της ποτέ δεν είχε ακουστεί πιο γλυκό. Για κάποιες στιγμές δεν μιλάει κανείς. «Εντάξει. Όμως δεν θέλω να κινδυνεύσεις.»
    «Θα είμαι μια χαρά.» Κι αυτή τη φορά, είναι εκείνη που του το κλείνει πριν προλάβει να απαντήσει.

    Για μερικές μέρες δεν γίνεται τίποτα, αλλά η Κόρρα είναι ανήσυχη. Ο Μπρεντ για κάποιο λόγο έχει σταματήσει να την χτυπάει –ακόμα και να της μιλάει- και της δημιουργεί την εντύπωση πως ξέρει τα πάντα και κάποια στιγμή θα ξεσπάσει. Σκέφτεται πως ίσως και να φοβήθηκε απ’ την επίθεση που του έκανε τις προάλλες, αλλά δεν το βρίσκει πολύ πιθανό. Αντίθετα, θα πίστευε κανείς πως τώρα θα ήταν ακόμα πιο βίαιος μαζί της. Κι ο Ρέιμοντ δεν την έχει πάρει ξανά τηλέφωνο, ούτε έχει εμφανιστεί στη Ζώνη.

    Το Σάββατο το απόγευμα βρίσκεται στο σπίτι μαζί με τον Μπρεντ, του έχει σερβίρει και κάθεται λίγο πιο πίσω του καθώς εκείνος τρώει. Είναι λίγο στον κόσμο της και πετάγεται τρομαγμένη όταν χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας.

    «Να ανοίξω;» τολμάει να ρωτήσει, κι ο Μπρεντ γρυλίζει κάτι αλλά δεν προλαβαίνει να απαντήσει κανονικά. Δυνατά χτυπήματα ακούγονται στην πόρτα και αμέσως μετά φωνές.
    «Ανοίξτε! Φύλαξη Χρόνου!»

    Ο Μπρεντ ρίχνει μια οργισμένη ματιά στην Κόρρα, που μαζεύεται στη γωνιά της και σηκώνεται όρθιος, έτοιμος να τα βάλει με χίλιους άντρες. Που δεν είναι χίλιοι, αλλά μόλις δέκα, όπως αποδεικνύεται μόλις ανοίγει η πόρτα.

    Πρώτος μπαίνει ο Ρέιμοντ, σημαδεύοντας τον Μπρεντ με το περίστροφο.
    «Στο όνομα του νόμου, Τζακ Μπρεντ, συλλαμβάνεσαι».
    Τρεις άντρες τρέχουν και τον πιάνουν απ’ τα μπράτσα πριν προλάβει να τους επιτεθεί. Ο ένας απ’ αυτούς κρατάει χειροπέδες. Ένας τέταρτος τρέχει προς την Κόρρα και την σηκώνει όρθια.

    «Τι στο διάβολο συμβαίνει;» ωρύεται ο Μπρεντ καθώς προσπαθεί να ελευθερωθεί απ’ τη λαβή των Χρονοφυλάκων.
    «Κατηγορείσαι για πολλαπλές δολοφονίες, εμπόριο ναρκωτικών και λευκής σαρκός, παράνομες ανταλλαγές χρόνου και σχέσεις με την αμερικανική μαφία», αραδιάζει ήρεμα ο Ρέιμοντ, πάντα σημαδεύοντάς τον. «Δεν υπάρχει λόγος να το αρνηθείς. το DNA σου έχει βρεθεί σε όλα τα πτώματα και πολλά θύματα έχουν κάνει καταγγελίες εις βάρος σου.»

    Ο Μπρεντ φτύνει στα πόδια του Ρέιμοντ. «Αυτή η τσούλα με πούλησε, έτσι;» ρωτάει, δείχνοντας με το κεφάλι την Κόρρα, που στέκεται λίγο πιο πέρα. «Και πήρατε στα σοβαρά τα λόγια μιας του δρόμου; Τι της τάξατε;»
    «Εσύ την έκανες έτσι. Και δεν θα την ακουμπήσεις ποτέ ξανά.»
    «Θα πεθάνεις, μωρή!» της φωνάζει. Το πρόσωπό του είναι κατακόκκινο από θυμό και μίσος.
    «Δηλαδή ομολογείς;»

    Ο μεγαλύτερος άντρας δεν απαντάει, μόνο φτύνει πάλι τον Ρέιμοντ, αυτή τη φορά στο πρόσωπο. Εκείνος ενστικτωδώς κάνει να σκουπιστεί κι αμέσως απελευθερώνεται η κόλαση. Ο Μπρεντ ξεφεύγει απ’ τα χέρια των αστυνομικών, ρίχνοντάς τους στο έδαφος, αρπάζει το περίστροφο του ενός με το ένα χέρι ενώ με το άλλο γραπώνει το δεξί χέρι της Κόρρα, ξεκινώντας να της κλέβει το χρόνο, και τη φέρνει τραχιά κοντά του, πάντα φορώντας χειροπέδες. Το περίστροφο ακουμπά στον κρόταφό της κι εκείνη, νιώθοντας το παγωμένο άγγιγμα του μετάλλου και τις ώρες της να γλιστρούν, πανικοβάλλεται αλλά καταφέρνει να μείνει ακίνητη. Το μόνο που κάνει είναι να καρφώσει τα μάτια της στον Ρέιμοντ.

    «Αν κουνηθεί κανείς τη σκότωσα», απειλεί ο Μπρεντ. Μισή ώρα.
    «Είσαι καταδικασμένος, Μπρεντ. Ο χρόνος σου θα κατασχεθεί. Άστην να φύγει», προειδοποιεί ο Χρονοφύλακας.
    «Εσείς θα φύγετε, και θα βάλετε όλες τις κατηγορίες στο συρτάρι, αλλιώς θα βάλω να σας βρουν, και να σας καθαρίσουν», επιμένει ο άλλος. Οι άντρες στέκονται σε επιφυλακή γύρω τους, αλλά δεν αποφασίζουν να κινηθούν. Δέκα λεπτά.

    «Πραγματικά, τι πιθανότητες υπάρχουν να συμβεί αυτό;» ρωτάει ο Ρέιμοντ. «Είσαι τελειωμένος έτσι κι αλλιώς. Απλά δεν το ‘χεις καταλάβει ακόμα. Άσε την Κόρρα να φύγει. Τώρα.»
    «Αλλιώς τι θα κάνεις;» απαντά κοροϊδευτικά ο Μπρεντ.
    «Αυτό.» Και με μια γρήγορη κίνηση, τον πυροβολεί στο πόδι. Εκείνος βγάζει μια κραυγή και σωριάζεται, κι η Κόρρα, με λιγότερο από δύο λεπτά στο ρολόι της, τρέχει στην αγκαλιά του Ρέιμοντ, που την πιάνει απ’ τον καρπό και της δίνει κάμποσον απ’ τον δικό του χρόνο.

    Τέσσερις Χρονοφύλακες ξαναπιάνουν τον Μπρεντ, που τώρα σφαδάζει απ’ τους πόνους, κι ο ένας απ’ αυτούς ακουμπάει ένα μεταλλικό κουτί που μοιάζει με μεγάλη σφραγίδα στον δεξί του καρπό. Κι όλα αυτά συμβαίνουν σε μερικά δευτερόλεπτα.

    «Όλος σου ο χρόνος θα κατασχεθεί», ανακοινώνει ο Ρέιμοντ, κρατώντας ακόμα την Κόρρα. «Έχεις τίποτα να προσθέσεις; Κόρρα, μήπως θέλεις να ρωτήσεις τίποτα;»
    Εκείνη γνέφει και στρέφεται προς τον βασανιστή της. «Γιατί τους γονείς μου; Τι σου είχαν κάνει;»

    Ο Μπρεντ, ακόμα και ετοιμοθάνατος, γελάει χαιρέκακα. «Εκείνη η μάνα σου φταίει για όλα. Προτίμησε έναν χαραμοφάη, ένα φτωχαδάκι, αντί για μένα. Κι έτσι εγώ της έδωσα το μάθημα που της άξιζε. Κρίμα που δεν ήσουν μπροστά για να δεις πώς παρακαλούσε να τους λυπηθώ.»
    Η Κόρρα κρατιέται με το ζόρι να μην τον φτύσει κατάμουτρα. «Και γιατί έπρεπε να με κρατήσεις ζωντανή και να με καταντήσεις έτσι;»
    «Γιατί της μοιάζεις τόσο πολύ. Γιατί είχα εσένα και νόμιζα πως είχα εκείνη.»

    Είναι τα τελευταία του λόγια. Το ρολόι του μετράει τα τελευταία πέντε δευτερόλεπτα κι έπειτα σταματάει εντελώς, οπότε ο Τζακ Μπρεντ πέφτει νεκρός με ένα απότομο τίναγμα. Κι η Κόρρα επιτέλους αφήνει τα δάκρυα να κυλήσουν.

    Το χέρι του Ρέιμοντ τυλίγεται γύρω στους λεπτούς της ώμους, που τραντάζονται απ’ τους λυγμούς.

    «Είσαι εντάξει;» Δεν καταφέρνει να μιλήσει, οπότε εκείνος την τραβάει κοντά του και την βγάζει έξω απ’ το σπίτι, στον καθαρό αέρα, ενώ οι υπόλοιποι άντρες ξεφορτώνονται το πτώμα και συμμαζεύουν το χάος.

    Εκείνη παίρνει δυο βαθιές ανάσες και σκουπίζει το πρόσωπό της στα μανίκια της.

    «Απλά ανακουφίστηκα», εξηγεί κι έπειτα κοιτάζει μέσα στα μάτια του. «Σ’ ευχαριστώ, για όλα.»
    «Εγώ σ’ ευχαριστώ», λέει ο Ρέιμοντ. «Ο Μπρεντ ήταν μόνο η αρχή, έχουμε τα ονόματα αρκετών απ’ τους συνεργούς του οπότε σιγά-σιγά θα καθαρίζει ο τόπος από δαύτους.»
    «Χαίρομαι», γνέφει η Κόρρα, και το εννοεί.
    «Μάζεψε τα πράγματά σου», της λέει. «Μέχρι να ετοιμαστεί το καινούριο σου σπίτι, θα μείνεις σε μένα. Έχω κλείσει ραντεβού με γιατρό και ψυχολόγο για να σε δουν τις επόμενες μέρες.»
    Δεν ξέρει τι να πει για να τον ευχαριστήσει, οπότε περιορίζεται σ’ ένα: «Δεν έχω πολλά πράγματα. Θα με περιμένεις;»
    «Φυσικά.»

    Τρέχει στην ντουλάπα της. Παίρνει μόνο πετσέτες, εσώρουχα και τα σοβαρά της ρούχα: τζιν παντελόνια, μαζεμένα φορέματα, φούστες μέχρι το γόνατο και φυσιολογικές μπλούζες. Θα ήθελε όλα τα ρούχα της «δουλειάς» να τα κάψει, αλλά έπειτα σκέφτεται πως θα ήταν καλύτερο να τα χάριζε σε άλλες κοπέλες που δεν είναι τόσο τυχερές ώστε να ξεφύγουν απ’ αυτή τη ζωή. Αυτά, τα μαζεύει σε μια δεύτερη τσάντα σε έντονο φούξια χρώμα. Κι αυτήν όλο και κάποια θα τη θέλει.

    Μαζί της παίρνει και τη μοναδική φωτογραφία που έχει με την οικογένειά της κι ένα δωράκι του αδερφού της όταν έπιασε την πρώτη του δουλειά. Είναι μια μικρή πήλινη νεράιδα, καθόλου ακριβή, μα που τη γαληνεύει όποτε την κοιτάζει. Βγαίνει απ’ το σπίτι χαμογελώντας.

    «Είμαι έτοιμη», λέει στον Ρέιμοντ. «Όμως θέλω να δώσω κάπου αυτό», συμπληρώνει, σηκώνοντας ψηλά τη φούξια τσάντα.
    Ο Χρονοφύλακας σηκώνει το ένα φρύδι απορημένος. «Φούξια; Σοβαρά;»
    Η Κόρρα κατσουφιάζει. «Δεν ήταν επιλογή μου, ξέρεις.»
    Εκείνος γελάει. «Το ξέρω, συγνώμη. Έλα, θα σε πάω εγώ.»

    Μπαίνουν μαζί στο αυτοκίνητό του, και μετά από λίγη ώρα βρίσκονται στα σύνορα της Ζώνης 12. Αρκετές κοπέλες –ή και μεγάλες γυναίκες, δεν μπορεί να ξέρει κανείς- κάνουν ήδη πιάτσα εκεί, κι ας μην έχει πέσει ακόμα ο ήλιος.

    «Λέιλα!» φωνάζει η Κόρρα απ’ το ανοιχτό παράθυρο και μια απ’ αυτές, ξανθιά και ψηλή, γυρνάει.
    «Γεια σου, Κόρρα. Γεια σου, Ρέι.»
    «Ακόμα αυτή τη δουλειά κάνεις;» τη ρωτάει εκείνος.
    «Δεν ξέρω να κάνω και κάτι άλλο. Για πού το βάλατε;»
    «Συγνώμη, γνωρίζεστε;» επεμβαίνει η Κόρρα.
    «Α δε στο ‘χει πει; Από δω είναι ο κύριος. Ήμαστε γείτονες. Ήμουν και δασκάλα του, κάποτε», λέει η Λέιλα πονηρά, κλείνοντας το μάτι στον Ρέιμοντ, που στριφογυρίζει ειρωνικά τα μάτια.

    «Ώστε έτσι», κάνει η νεότερη κοπέλα. Ζηλεύει λίγο, αλλά δεν θα το δείξει. «Άκου, εγώ φεύγω από εδώ. Δεν προλαβαίνω να σου εξηγήσω, αλλά σε λίγο θα μαθευτούν τα πάντα έτσι κι αλλιώς. Θέλω να πάρεις αυτά και να τα μοιραστείτε με τις άλλες», της λέει και της δίνει την τσάντα.
    Η Λέιλα ρίχνει μια ματιά στο εσωτερικό της τσάντας. «Δεν τα χρειάζεσαι πια;»
    «Όχι. Αλλάζω ζωή.» Και χαμογελάει, με ένα φευγαλέο βλέμμα στον Ρέιμοντ, που κάνει πως κοιτάζει αδιάφορα απ’ το παράθυρο. «Πες τους πως θα τις θυμάμαι και θα τις σκέφτομαι, πάντα.»
    «Εντάξει, μικρή. Να είσαι καλά. Κι ευτυχισμένη.» Η μεγαλύτερη γυναίκα της ανακατεύει τα μαλλιά τρυφερά. «Θα μας λείψεις.»
    «Θα είμαι, πιστεύω. Αντίο, Λέιλα.»

    Και το αυτοκίνητο απομακρύνεται απ’ τη Ζώνη 12, με έναν Ρέιμοντ χαμογελαστό και μια Κόρρα γεμάτη ελπίδα. Τι κρίμα που ποτέ τίποτα δεν πάει όπως το σχεδιάζουμε.


      ____________

    Lady Melisandre
    Φύλακας του Νότου
    Φύλακας του Νότου

    Αριθμός μηνυμάτων : 1221
    Ημερομηνία εγγραφής : 04/05/2012
    Ηλικία : 28
    Τόπος : Asshai

    Armory
    : Lannister Lannister

    Απ: Always On Time

    Δημοσίευση από Lady Melisandre Την / Το Πεμ Σεπ 19, 2013 12:23 am

    Κεφάλαιο 4

    Το σπίτι του Ρέιμοντ είναι στη Ζώνη 4, πολύ κοντά στο αρχηγείο των Χρονοφυλάκων. Παρόλο που η περιοχή είναι από τις πιο πλούσιες, το σπίτι του δεν είναι πολυτελές ούτε πολύ μεγάλο· είναι ένα απλό διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια. Είναι όμως καθαρό, ζεστό και όμορφο, κι έχει μεγάλες μπαλκονόπορτες που αφήνουν το φως του ήλιου να μπαίνει μέσα. Η Κόρρα δεν μπορεί να μην κάνει τη σύγκριση με το δικό της σπίτι, που ήταν στενάχωρο και σκοτεινό.

    «Όμορφα είναι εδώ», λέει στον Ρέιμοντ.
    «Δεν είναι κάτι ιδιαίτερο, αλλά κάνει τη δουλειά του», απαντάει εκείνος αφήνοντας τα κλειδιά και το παλτό του στην κρεμάστρα δίπλα στην πόρτα.
    «Είναι πολύ ωραίο. Είναι σπίτι.»

    Αυτό, δεν το σχολιάζει. Αντίθετα, της κάνει νόημα να τον ακολουθήσει και την οδηγεί στη μικρότερη απ’ τις δύο κρεβατοκάμαρες.
    «Βολέψου εδώ», την παροτρύνει. «Αν χρειαστείς κάτι τη νύχτα, ξύπνα με. Το δωμάτιό μου είναι απέναντι.» Και της δείχνει την αντικριστή πόρτα.
    «Ευχαριστώ», λέει η Κόρρα κι αφήνει τα πράγματά της πάνω στο στρωμένο κρεβάτι. Το δωμάτιο είναι κι αυτό φωτεινό και καθαρό, με μπεζ τοίχους όπως και το υπόλοιπο σπίτι. Οι κουρτίνες είναι ριγέ, σε αποχρώσεις του πορτοκαλί. «Έμενε κανείς εδώ παλιότερα;»
    «Ω όχι. Από τότε που ήρθα εδώ μένω μόνος. Αυτό εδώ το έχω για ξενώνα, αλλά χρησιμοποιείται πάρα πολύ σπάνια.»
    Η κοπέλα γνέφει για να δείξει πως κατάλαβε, κι έπειτα ρωτάει: «Και η τουαλέτα;»

    Ο Ρέιμοντ κάνει μερικά βήματα μέσα στο δωμάτιο κι ανοίγει μια πόρτα που η Κόρρα είχε περάσει για επέκταση της ντουλάπας. Στην πραγματικότητα είναι ένα φουλ εξοπλισμένο μπάνιο, κι εκείνη για μια ακόμα φορά συγκρίνει το, όχι βρώμικο αλλά πολύ παλιό μπάνιο στο σπίτι της, με αυτό.
    «Απίστευτο.» Είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να πει.
    «Ξέρω τι σκέφτεσαι. Στο γκέττο με το ζόρι υπάρχει μία τουαλέτα σε κάθε σπίτι, κάνω λάθος;»
    «Όχι, καθόλου. Θα κάνω ένα μπάνιο αν δεν υπάρχει πρόβλημα.»
    «Ελεύθερα. Πεινάς καθόλου; Να παραγγείλω κάτι αν είναι.»
    «Τέλεια.» Και του χαμογελάει πλατιά καθώς εκείνος βγαίνει απ’ το δωμάτιο.

    Μόλις μένει μόνη, ανοίγει την τσάντα της και αδειάζει το περιεχόμενό της πάνω στο κρεβάτι. Ξεχωρίζει τα ρούχα της και τα βολεύει στην ντουλάπα, έπειτα παίρνει την οικογενειακή φωτογραφία και τη νεράιδα του αδερφού της και τις ακουμπάει πάνω στο κομοδίνο. Αμέσως μετά γδύνεται, παίρνει τη ρόμπα της και μια πετσέτα και μπαίνει στο μπάνιο.

    Όταν είναι έτοιμη, ο Ρέιμοντ έχει ήδη αλλάξει σε ένα άνετο παντελόνι φόρμας κι ένα μπλουζάκι και την περιμένει στο καθιστικό.
    «Παράγγειλα κινέζικο», της λέει. «Ελπίζω να σ’ αρέσει.»
    «Δεν έχω φάει ποτέ, αλλά θα δοκιμάσω», απαντάει και κάθεται κοντά του. Η τηλεόραση είναι αναμμένη αλλά δεν φαίνεται να έχει κάτι ενδιαφέρον. «Η Λέιλα είπε πως είσαι απ’ το γκέττο.»

    Ο Ρέιμοντ δεν απαντάει αμέσως. Κοιτάζει για μερικές στιγμές το ταβάνι κι έπειτα λέει: «Έτσι είναι. Αλλά πάει καιρός από τότε.»
    «Πώς τα κατάφερες να φύγεις;»
    «Ήμουν 35. Ακόμα δεν έχω καταλάβει πώς κατάφερνα να επιβιώνω. Και τώρα είναι δύσκολα, σ’ αυτή τη δουλειά, αλλά όχι τόσο δύσκολα. Ξέρεις πώς είναι, το ‘χεις ζήσει.»
    Εκείνη κουνάει το κεφάλι. «Όλοι στο γκέττο επιβιώνουν με το ζόρι.»
    «Κι εγώ δεν ήμουν εξαίρεση. Αλλά ήθελα να φύγω, ακόμα κι αν αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανα. Δεν άντεχα την απάθεια των ανθρώπων γύρω μου. Ήθελα να γίνω Χρονοφύλακας. Γι’ αυτό μάζευα χρόνο για να φύγω απ’ την ώρα που πάτησα τα 25. Ξόδευα μόνο για τα απολύτως απαραίτητα, μερικές φορές κοιμόμουν κλεφτά ακόμα και στο δρόμο για να μην πληρώσω το εισιτήριο του λεωφορείου.»

    Η Κόρρα ξαναγνέφει. Καταλαβαίνει επακριβώς για ποιο πράγμα μιλάει.
    «Όταν έφυγα, είχα μαζέψει αρκετό χρόνο για να πληρώσω τα διόδια και να επιβιώσω καμιά εβδομάδα παραπάνω. Έφυγα απ’ το γκέττο με τα πόδια, δεν είχα αυτοκίνητο. Παρουσιάστηκα στο αρχηγείο δυο μέρες αργότερα, σε άθλια κατάσταση, και ζήτησα να καταταγώ. Στην αρχή με χλεύασαν και μ’ έδιωξαν, αλλά ξαναπήγα και ξαναπήγα. Στο τέλος δέχτηκαν να δώσω εξετάσεις, πέρασα… και αυτό ήταν.»
    «Είσαι τυχερός», σχολιάζει εκείνη. «Οι περισσότεροι θα πέθαιναν στην προσπάθεια αν πήγαιναν να φύγουν μόνοι.»
    «Ξέρω.» Σηκώνεται και κλείνει την τηλεόραση, έπειτα αλλάζει κουβέντα: «Το ραντεβού σου με τη γιατρό είναι στις 10 αύριο. Θα σε πάω εγώ και θα έρθω να σε πάρω όταν τελειώσεις.»
    «Κι η δουλειά σου; Δεν χρειάζεται να μπαίνεις σε κόπο, θα καταφέρω να γυρίσω και μόνη μου.»
    Ο Ρέιμοντ κουνάει το κεφάλι. «Έστω μια φορά πρέπει να σε πάω, να μάθεις τα κατατόπια. Μεθαύριο σε περιμένει η ψυχολόγος, και την Τετάρτη θα κοιτάξουμε αν υπάρχει καμιά δουλειά σ’ αυτή τη Ζώνη.»
    «Κι αν δεν υπάρχει;»
    «Θα ψάξουμε κι αλλού, μη σε ανησυχεί αυτό. Εσύ πού θα ήθελες να δουλέψεις;»
    «Δεν έχω ιδέα… δεν ξέρω να κάνω και πολλά πράγματα.» Μένει σιωπηλή για λίγο. «Θα μπορούσα να δουλέψω σαν σερβιτόρα, για αρχή. Ή κάτι ανάλογο.»
    «Ωραία λοιπόν. Α, παραλίγο να το ξεχάσω… Πόσο χρόνο έχεις;»

    Μόνο τότε η Κόρρα θυμάται να κοιτάξει το ρολόι της. «Έξι ώρες.»
    Ο Ρέιμοντ τραβάει κάμποσα βιβλία απ’ τη βιβλιοθήκη στον τοίχο και ανοίγει το χρηματοκιβώτιο που βρίσκεται από πίσω. Παίρνει στα χέρια του μερικά μεταλλικά δοχεία χρόνου, τα εξετάζει σύντομα κι έπειτα της πετάει το ένα από αυτά. «Πάρε τρεις μέρες και βλέπουμε.»
    «Ρέιμοντ, δεν γίνεται αυτό», διαμαρτύρεται εκείνη. «Ήδη έχεις κάνει πολλά, δεν χρειάζεται να μου δίνεις κι απ’ τα χρήματά σου.»
    «Αν δεν σου δώσω, θα πεθάνεις. Το προτιμάς;»
    «Ίσως και να μου άξιζε.»

    Εκείνος, αντί να απαντήσει, ορμάει και τη φιλάει δυνατά στα χείλη. Είναι τόσο ξαφνικό που η Κόρρα δεν προλαβαίνει καν να αντιδράσει. Αν της έδινε καιρό, το πιθανότερο είναι πως θα τον έσπρωχνε μακριά.

    «Δεν θα ξαναπείς κάτι τέτοιο», την προειδοποιεί καθώς απομακρύνεται από κοντά της.
    Η Κόρρα ξέρει πως αυτό δεν θα την κάνει να λυπάται λιγότερο τον εαυτό της, αλλά μπορεί τουλάχιστον να προσπαθήσει. «Συγνώμη.»
    Και, χωρίς να μιλήσει άλλο, δέχεται τον χρόνο που της έδωσε.

    Η παραγγελία τους έρχεται λίγη ώρα αργότερα, και τρώνε αμήχανα, σιωπηλά. Το γεύμα είναι νόστιμο και χορταστικό, αλλά αυτό δεν τους φαίνεται αρκετό για να ξεκινήσουν μια καινούρια συζήτηση. Έχει ήδη νυχτώσει, κι όταν τελειώνουν με το φαγητό, αποφασίζουν να πάνε για ύπνο. Έξω απ’ τα δωμάτιά τους, στέκονται και κοιτάζονται για λίγο, σαν να θέλουν να πουν κάτι, αλλά δεν βρίσκουν τα σωστά λόγια. Τελικά, το μόνο που λένε ο ένας στον άλλο είναι «καληνύχτα».

    ***
    Σκοτάδι. Χέρια απλώνονται στο κορμί της, άγρια, αχόρταγα. Σκληρά χείλη της μελανιάζουν το στόμα, το πρόσωπο. Φωνές, βρισιές, χαστούκια. Κι εκείνος ο καυτός πόνος που τη σκίζει από πάνω ως κάτω, που την αφήνει μισή.

    Και τότε ξυπνάει, και το πρώτο πράγμα που βλέπει μέσα στο σκοτάδι είναι τα μάτια του Ρέιμοντ, που σκύβει ανήσυχος από πάνω της.
    «Είσαι καλά;» τη ρωτάει. «Φώναζες…»

    Τα μάτια της τσούζουν απ’ τα δάκρυα που μαζεύονται στις άκρες. Ανασηκώνεται με κόπο και χώνεται στην αγκαλιά του, κλαίγοντας βουβά, κι εκείνος τη σφίγγει πάνω του, προσπαθώντας να την ηρεμήσει.
    «Ήταν μόνο ένας εφιάλτης...»

    Το στομάχι της είναι άνω-κάτω, με το ζόρι καταφέρνει να μιλήσει.
    «Το ξέρω, απλά… Είχα πολύ καιρό να δω κάτι στον ύπνο μου, δεν ξέρω τι μ’ έπιασε τώρα…»
    Της χαϊδεύει τα μαλλιά, στεγνώνει τα δάκρυά της με τον αντίχειρά του.
    «Δεν είναι τίποτα. Απλά ένιωσες ασφαλής και σου ήρθαν όλα μαζί. Μη φοβάσαι.»

    Η Κόρρα σηκώνει το βλέμμα της στο δικό του. Πριν κάποιες εβδομάδες δεν θα σκεφτόταν καν να πει εκούσια τέτοιο πράγμα σε άντρα. Αλλά τώρα το λέει, και ακούγεται φυσιολογικό ακόμα και στα δικά της αυτιά.
    «Μπορείς να μείνεις λίγο μαζί μου;»

    Ο Ρέιμοντ γλείφει τα χείλη του σαν να διστάζει, μα έπειτα γνέφει καταφατικά. «Ξάπλωσε.» Υπακούει, κι εκείνος πλαγιάζει δίπλα της. Τα χέρια του τυλίγονται γύρω της και την τραβούν κοντά του. «Νιώθεις καλύτερα;»
    «Ναι. Σ’ ευχαριστώ.»
    Ο Χρονοφύλακας απομακρύνει τα μαλλιά απ’ το πρόσωπό της και την φιλά απαλά στο μέτωπο. «Κοιμήσου τώρα.»

    Η Κόρρα ακουμπάει το κεφάλι της στο στήθος του και κλείνει τα μάτια. Η αγκαλιά του είναι ζεστή και στοργική· κρατάει μακριά τις άσχημες αναμνήσεις και φέρνει πιο εύκολα τον ύπνο.


      ____________

    Lady Melisandre
    Φύλακας του Νότου
    Φύλακας του Νότου

    Αριθμός μηνυμάτων : 1221
    Ημερομηνία εγγραφής : 04/05/2012
    Ηλικία : 28
    Τόπος : Asshai

    Armory
    : Lannister Lannister

    Απ: Always On Time

    Δημοσίευση από Lady Melisandre Την / Το Παρ Σεπ 20, 2013 12:27 am

    Κεφάλαιο 5

    Την ώρα που ξυπνάει το πρωί, εκείνος έχει ήδη σηκωθεί. Τον βρίσκει στην κουζίνα, να πίνει αργά τον καφέ του.
    «Καλημέρα», του λέει καθώς κάθεται απέναντί του.
    «Καλημέρα. Κοιμήθηκες καλά;»
    «Πολύ καλά, εσύ;»
    Χαμογελάει. «Τέλεια. Θες καφέ;»
    «Ναι, θα ήθελα λίγο. Με μια κουταλιά ζάχαρη αν γίνεται.»
    Ο Ρέιμοντ παίρνει την καφετιέρα και της βάζει λίγο καφέ σ’ ένα φλιτζάνι, αμέσως μετά προσθέτει τη ζάχαρη και της τον δίνει. «Έτοιμη.»
    Η Κόρρα τον ευχαριστεί και πίνει μερικές γουλιές. Ο Ρέιμοντ κοιτάζει το ρολόι του.
    «Πήγαινε να ετοιμαστείς, θα πρέπει να φύγουμε σε λίγο.»

    Το πρώτο πράγμα που προσέχει η Κόρρα στην διαδρομή είναι το πόσο καθαρά, ήσυχα και φωτεινά είναι όλα. Τα κτίρια είναι ψηλά και γυάλινα, αντανακλούν το φως του ήλιου, οι δρόμοι είναι φαρδιοί και η κίνηση ανύπαρκτη. Η οδική συμπεριφορά μπορεί να περιγραφεί μόνο με δύο λέξεις: απόλυτος σεβασμός.

    Το ιατρείο βρίσκεται σε μια αρκετά κεντρική περιοχή, κι η γιατρός είναι μια κοκκινομάλλα γυναίκα με γυαλιά μυωπίας ονόματι Λίνα Χολμς και που, απ’ ό,τι καταλαβαίνει η Κόρρα κοιτώντας τα μάτια της, πρέπει να έχει περάσει τα 40.

    Η γιατρός την χαιρετά ευγενικά και την παρακαλεί να καθίσει.
    «Ο Χρονοφύλακας Λίον μου εξήγησε την κατάσταση, οπότε δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι», της λέει. «Έμαθα πως έχεις υποστεί κάποια πολύ τρομακτικά πράγματα. Μπορείς να μου πεις ειλικρινά πώς ήταν η υγεία σου όλα αυτά τα χρόνια;»

    Η Κόρρα δυσκολεύεται να βρει τις λέξεις για να απαντήσει σ’ αυτή την όμορφη γυναίκα που της μιλάει σαν να είναι ίσες, αλλά στο τέλος λέει:
    «Δεν ξέρω. Δεν αρρώσταινα συχνά, αλλά είχα πονοκεφάλους και κράμπες. Απέβαλα και τρεις φορές.»
    «Σίγουρα απέβαλες και τις τρεις;» Το βλέμμα της υποδηλώνει πως ξέρει ήδη τα πάντα και πως δεν υπάρχει λόγος για την Κόρρα να λέει ψέματα. Γιατί με ρωτάει τότε;
    «Όχι. Τη μία έκανα έκτρωση μόνη μου. Με απήγανο»
    «Μάλιστα.» Η κυρία Χολμς βγάζει συλλογισμένη τα γυαλιά της. «Πήγαινε στο πίσω δωμάτιο, άλλαξε, κι έρχομαι να σε εξετάσω.»

    Η Κόρρα γνέφει και σπεύδει να υπακούσει. Αν ο γιατρός ήταν άντρας, θα της ήταν πολύ δύσκολο να το κάνει. Υποψιάζεται πως ο Ρέιμοντ έψαξε επίτηδες για γυναίκα επαγγελματία και νιώθει ξανά υπόχρεη. Θέλει πραγματικά να δει πώς θα βρει έναν τρόπο να του το ξεπληρώσει.

    Η εξέταση δεν διαρκεί πολύ· αν και για την Κόρρα κάτι τέτοιο είναι εντελώς καινούριο, δεν δείχνει το άγχος της, ούτε το φόβο της πως η γιατρός της φέρεται καλά μόνο και μόνο επειδή έτσι πρέπει.

    Όμως χλωμιάζει όταν η κυρία Χολμς της λέει, με ένα ανήσυχο ύφος:
    «Δεν ξέρω πως θα το πάρεις αυτό, αλλά πρέπει να στο πω.»
    «Τι συμβαίνει; Είναι κάτι κακό;»
    «Κοίτα, ξέρω πως οι συνθήκες ζωής και υγιεινής σου δεν ήταν κι οι καλύτερες. Δεν σε κατηγορώ γι’ αυτό. Θέλω από δω κι εμπρός όμως να φροντίζεις τον εαυτό σου. Θα σου γράψω και κάποια φάρμακα.»
    «Γιατί, τι έχω;» Τώρα πραγματικά φοβάται.
    «Δεν είναι κάτι σίγουρο, αλλά θα σου πάρω αίμα και ιστό για καλλιέργεια και κάποια επιπλέον τεστ. Ίσως έχεις προσβληθεί από κάποιο σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα. Επίσης, είσαι τριών εβδομάδων έγκυος.»

    Αμέσως νιώθει το κεφάλι της να γυρίζει. Τα δάχτυλά της σφίγγουν τα πλαϊνά του κρεβατιού.
    «Τι θα κάνω τώρα;»
    «Πρώτα απ’ όλα, μην πανικοβληθείς. Σε δυο μέρες θα έχουμε τα αποτελέσματα των αιματολογικών. Αν δούμε ότι κάτι πάει στραβά, θα σκεφτούμε το ενδεχόμενο ενός ασφαλούς τερματισμού της κύησης. Αλλιώς είναι δική σου επιλογή αν θα το κρατήσεις ή όχι.»

    Η Κόρρα βγαίνει απ’ το κτίριο παραπατώντας και έτοιμη να κλάψει. Δεν θέλει να κάνει παιδί, πόσο μάλλον το παιδί κάποιου που τη βίαζε τα τελευταία οκτώ χρόνια. Πόσο μάλλον απ’ τη στιγμή που δεν έχει δουλειά, η επιβίωσή της είναι αμφίβολη και μπορεί να είναι και άρρωστη. Μπόρεσε να το αποφύγει όλο αυτόν τον καιρό, αλλά τώρα δεν ξέρει τι υποτίθεται ότι πρέπει να κάνει.

    Βλέπει τον Ρέιμοντ να την περιμένει στο αυτοκίνητό του, ακριβώς εκεί που την άφησε όταν έφτασαν, μασώντας τσίχλα και διαβάζοντας εφημερίδα. Ανοίγει την πόρτα και κάθεται δίπλα του, ελπίζοντας να μην προσέξει τα χάλια της.
    «Τι σου είπε;» τη ρωτάει, κοιτώντας την εξεταστικά. Εκείνη με το ζόρι κρατιέται να μην τα μπήξει μες στη μέση του δρόμου.
    «Τίποτα. Τα αποτελέσματα θα βγουν μεθαύριο», είναι το μόνο που λέει στην αρχή.
    «Μόνο αυτό; Δεν μου φαίνεσαι πολύ καλά.»

    Περνάει λίγη ώρα μέχρι να απαντήσει. Στο τέλος, παίρνει μια βαθιά ανάσα και το ξεφουρνίζει.
    «Είμαι έγκυος.»
    «Τι;» Είναι φανερό πως δεν την πιστεύει, αλλά δεν μπορεί να το ξαναπεί. «Είναι του Μπρεντ;»
    «Ναι.» Η φωνή της είναι ραγισμένη, κι ο Χρονοφύλακας βάζει μπροστά τη μηχανή.
    «Πάμε σπίτι να τα πούμε.»

    Στην ασφάλεια του σπιτιού, η Κόρρα ξεσπάει.
    «Δεν το θέλω», φωνάζει ανάμεσα στους λυγμούς της. «Δεν θέλω να το κρατήσω, δεν είναι δικό μου, δεν το αγαπάω!»
    Όταν ο Ρέιμοντ κάνει να την αγκαλιάσει, εκείνη χτυπιέται και προσπαθεί να τον σπρώξει, αλλά αυτός την κρατάει πιο δυνατά. Είναι το μόνο που μπορεί να κάνει.

    «Θέλω να πεθάνω», του ψιθυρίζει όταν καταλαγιάζει η παραφορά της.
    «Σε παρακαλώ, ηρέμησε. Θα βρούμε μια λύση.»
    «Τι λύση, Ρέιμοντ; Δεν το θέλω. Εδώ με το ζόρι επιβιώνω, θα πρέπει να μεγαλώσω κι ένα παιδί που θα μου θυμίζει τα χειρότερα χρόνια της ζωής μου;»
    «Καταλαβαίνω πως νιώθεις, αλλά μην πάρεις βιαστικά μια τέτοια απόφαση.»
    «Όχι, δεν καταλαβαίνεις. Κανείς δεν καταλαβαίνει.»

    Και μ’ αυτό ξεμπλέκεται απ’ την αγκαλιά του και τρέχει στο δωμάτιό της πριν εκείνος προλάβει να την ακολουθήσει. Πέφτει στο κρεβάτι· νιώθει τόσο κουρασμένη που το μόνο που θέλει είναι να κοιμηθεί και να μην ξυπνήσει ποτέ ξανά. Κουκουλώνεται με τα σκεπάσματα και κλείνει τα μάτια, αλλά ο ύπνος της είναι ανήσυχος.

    Όταν αποφασίζει να σηκωθεί, είναι μόνη στο σπίτι, και στην κουζίνα υπάρχει μόνο ένα σημείωμα.

    Είμαι στη δουλειά, το απόγευμα θα είμαι πίσω. Έχει φαγητό στο ψυγείο. Αν χρειαστείς κάτι πάρε με τηλέφωνο. Προσπάθησε να ηρεμήσεις.

    «Με υποχρέωσες», μουρμουρίζει και ανοίγει το ψυγείο. Βρίσκει λίγα κομμάτια τυρόπιτας και τα ζεσταίνει στο φούρνο πριν τα φάει. Δεν είχε καταλάβει πόσο πεινούσε.

    Το κλειδί στην εξώπορτα γυρίζει λίγο μετά τη δύση του ηλίου, κι η Κόρρα κάνει νοητικά το σταυρό της. Παρόλο που η εγκληματικότητα στην Ζώνη 4 είναι πρακτικά ανύπαρκτη, εκείνη ακόμα φοβάται να μείνει μόνη τη νύχτα. Δεν υπάρχει περίπτωση να ξεπεράσει τους τρόμους μιας ολόκληρης ζωής επειδή έμεινε δυο μέρες εκτός γκέττο.

    Μα ο Ρέιμοντ είναι εμφανώς ταραγμένος. Κάτι δεν πήγε καλά στη δουλειά, σκέφτεται η Κόρρα μόλις τον βλέπει, αλλά δεν τολμάει να τον ρωτήσει. Φοβάται μήπως επεμβαίνει κάπου.

    Τελικά δεν χρειάζεται να ρωτήσει γιατί το λέει από μόνος του.
    «Σκεφτόμουν όλη μέρα αυτό που έγινε το πρωί. Δεν μπορώ να σε αφήσω να το κάνεις.»
    «Γιατί όχι; Δεν είναι και τόσο σπουδαίο.»
    «Είναι. Μπορεί να μην το νιώθεις ακόμα, αλλά μεγαλώνει μια ανθρώπινη ζωή μέσα σου. Δεν πρέπει να την σκοτώσεις.»
    «Ρέιμοντ, είναι απλά ένα έμβρυο. Δεν νιώθει τίποτα.»
    «Το ξέρω. Απλά… σκέψου το. Περίμενε τα αποτελέσματα. Αν βιαστείς να αποφασίσεις, μπορεί να αποδειχθεί μεγάλο λάθος.»
    Η Κόρρα ανασηκώνει τους ώμους. «Τι σήμερα, τι αύριο. Δεν νομίζω να αλλάξω γνώμη. Εξάλλου, ακόμα κι αν το κρατήσω, πώς θα ζήσει; Πώς θα ζήσω εγώ;»
    «Θα φροντίσω εγώ γι’ αυτό.»

    Παγώνει, νιώθει τα πόδια της να ριζώνονται στο πάτωμα. Δεν μπορεί να κουνηθεί, ούτε να μιλήσει.
    «Τι είναι αυτά που λες;» καταφέρνει να πει στο τέλος, αλλά η φωνή της βγαίνει σαν κρώξιμο κι αναγκάζεται να ξεροβήξει για να την καθαρίσει.

    Ο Ρέιμοντ κάνει δυο βήματα προς το μέρος της.
    «Θα φροντίσω κι εσένα και το παιδί. Δεν θα είναι μπάσταρδο, αλλά θα έχει το δικό μου όνομα. Αν με αφήσεις.»
    «Τι μου ζητάς;» ψιθυρίζει.
    Παίρνει το χέρι της στο δικό του. «Θα με παντρευτείς;»


      ____________

    Lady Melisandre
    Φύλακας του Νότου
    Φύλακας του Νότου

    Αριθμός μηνυμάτων : 1221
    Ημερομηνία εγγραφής : 04/05/2012
    Ηλικία : 28
    Τόπος : Asshai

    Armory
    : Lannister Lannister

    Απ: Always On Time

    Δημοσίευση από Lady Melisandre Την / Το Παρ Σεπ 20, 2013 11:34 pm

    Κεφάλαιο 6

    «Δεν… δεν ξέρεις τι λες», καταφέρνει να ψελλίσει η Κόρρα. «Δεν γίνεται αυτό.»
    «Μη βιάζεσαι. Αποφασίζεις με την ησυχία σου. Απλά θέλω να ξέρεις πως θα είμαι εκεί για σένα, και για το παιδί, αν αποφασίσεις να το κρατήσεις.»
    Δεν μπορεί πια να συγκρατήσει τα δάκρυά της. «Μιλάς σοβαρά τώρα; Δεν είμαι δα και τόσο σημαντική, γιατί να θες να με βοηθήσεις έτσι;»
    Ο Ρέιμοντ παίρνει το πρόσωπό της στις παλάμες του και στεγνώνει τα μάγουλά της με τους αντίχειρες. «Για μένα, είσαι σημαντική. Δεν θέλω να σ’ αφήσω στη μοίρα σου. Ούτε αυτό εδώ.» Και το ένα του χέρι ακουμπάει στην επίπεδη ακόμα κοιλιά της. «Σε νοιάζομαι.»
    Η Κόρρα απομακρύνεται από κοντά του. «Μπορώ να μείνω μόνη για λίγο;»
    «Φυσικά.»

    Αποσύρεται στον ξενώνα. Δεν κλαίει πια, αλλά νιώθει αναποφάσιστη. Δεν θέλει να φέρει στον κόσμο ένα μωρό προϊόν βιασμού, αλλά η προοπτική ενός γάμου την ενθουσιάζει και την τρομάζει ταυτόχρονα. Μένει ώρες ξαπλωμένη, να σκέφτεται κοιτώντας το ταβάνι, και στο τέλος την παίρνει ο ύπνος.

    Νιώθει το βάρος του Ρέιμοντ στο κρεβάτι, το χέρι του να χαϊδεύει την κοιλιά της, ακούει τα τρυφερά λόγια που ψιθυρίζει σαν μέσα σ’ όνειρο, κι όταν ξυπνάει, δεν ξέρει αν ήταν αλήθεια ή ψέματα.

    Αυτό το πρωί, ο Ρέιμοντ την συνοδεύει στην ψυχολόγο. Λέγεται Γκρέτα Άσλερ, είναι ξανθιά και ψηλή, φαίνεται αυστηρή και η προφορά της υποδηλώνει γερμανική καταγωγή. Παρόλα αυτά, είναι αρκετά ευγενική και με πολλή κατανόηση.

    Στην αρχή, αφήνει την Κόρρα να μιλήσει μόνη της, κι αυτό διαρκεί περίπου μια ώρα, μέχρι που φτάνει στα χτεσινά γεγονότα. Οι οδηγίες ήταν σαφείς: μην αφήσεις τίποτα έξω. Μετά η κυρία Άσλερ αφήνει το σημειωματάριό της στο γραφείο, δαγκώνει το καπάκι του στυλό και λέει:
    «Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνεις είναι να συμφιλιωθείς με το παρελθόν σου. Πιστεύεις πως δεν μπορείς να δεχτείς την πρόταση του κυρίου Λίον επειδή ήσουν πόρνη, έτσι δεν είναι;»
    Η Κόρρα γνέφει μια φορά, καταφατικά.
    «Όμως δεν ήθελες να βρεθείς σ’ εκείνη τη θέση. Και γενικά η ζωή σου δεν θα είχε πάρει αυτή την τροπή αν δεν είχαν σκοτωθεί οι δικοί σου. Το θέμα είναι, σ’ αρέσει όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα; Το βλέπεις για καλό;»
    «Δεν ξέρω. Πέρασα πολύ άσχημα. Ήταν σίγουρα καλό που γνώρισα τον Ρέιμοντ και που ξέφυγα, αλλά δεν ξέρω αν η εγκυμοσύνη μου θα αποδειχθεί καλή ή όχι.»
    «Είναι στο χέρι σου αυτό. Αν δεν υπήρχε ο Ρέιμοντ, τι θα έκανες;»
    «Θα το έριχνα χωρίς δεύτερη σκέψη.»
    «Αλλά τώρα;»
    Ανασηκώνει τους ώμους. «Θα μπορούσα να έχω μια οικογένεια. Να μην βάλω σε κίνδυνο την υγεία μου. Να γεννήσω αυτό το παιδί, κι άλλα παιδιά στο μέλλον.»
    «Τον αγαπάς;»
    Αυτό δεν το είχε σκεφτεί. Μένει για λίγο σιωπηλή, ψάχνοντας μέσα της, και τελικά λέει: «Δεν ξέρω, αλλά θα μπορούσα.»
    «Μάλιστα. Κοίτα, δεν μπορώ να επηρεάσω την απόφασή σου, δεν έχω αυτό το δικαίωμα, αλλά αν θες να είσαι μαζί του, σκέψου καλά την επόμενή σου κίνηση.»
    «Πιστεύετε ότι αν τελικά το ρίξω, θα τον διώξω; Θα με αφήσει;» Η φωνή της τρέμει καθώς μιλάει.
    «Δεν ξέρω, Κόρρα. Δεν γνωρίζω εκείνον, αλλά εσένα. Αν όσα μου λες είναι όπως τα καταλαβαίνω, τότε δεν θα σε αφήσει. Αλλά δεν μπορώ να είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Κι εσύ δεν πρέπει να επαναπαυτείς.»

    Το ραντεβού τελειώνει, όμως η Κόρρα δεν αναφέρει τίποτα απ’ αυτά στον Ρέιμοντ. Λέει απλά πως πήγε καλά, και πως η Γκρέτα την περιμένει ξανά την επόμενη εβδομάδα. Αμέσως μετά, ο Ρέιμοντ αγοράζει μια εφημερίδα μικρών αγγελιών απ’ το περίπτερο και της την δίνει.
    «Ψάξε εδώ κι αν βρεις κάτι που σ’ αρέσει, πες μου. Επίσης θα χρειαστείς κι ένα κινητό.»
    «Θα το αγοράσω μόνη μου αυτό, με το χρόνο της δουλειάς.»
    Ο Χρονοφύλακας γνέφει αρνητικά. «Δεν μπορούμε να περιμένουμε τόσο. Στην Ζώνη 4, υπάρχουν κάποιοι κανόνες όταν ξεκινάς να βρεις δουλειά. Πρέπει να ξέρεις τι θες, να ντύνεσαι καλά και να έχεις κινητό τελευταίας τεχνολογίας. Αλλιώς σε θεωρούν φτωχαδάκι και σε παίρνουν στο ψιλό.»
    «Το έπαθες κι εσύ αυτό», παρατηρεί η κοπέλα, ακούγοντας την πικρία στη φωνή του, αλλά εκείνος δεν απαντά.

    Γυρνούν στο σπίτι δυο ώρες αργότερα. Η Κόρρα έχει καινούριο κινητό, καινούρια ρούχα και ο Ρέιμοντ κάμποσες εβδομάδες λιγότερες στο ρολόι του. Όχι ότι υπάρχει κίνδυνος να ξεμείνει, γιατί στην υπηρεσία πάντα τους προμηθεύουν με ημερήσιες δόσεις χρόνου, και στο σπίτι έχει φυλαγμένο κι άλλον. Η Κόρρα υπόσχεται από μέσα της να μην τον ξαναφήσει να πληρώσει, όχι αφού βρει δουλειά, κι έπειτα το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να βάλει το κινητό να φορτίσει.

    Την ώρα που τακτοποιεί τα ρούχα στην ντουλάπα, ο Ρέιμοντ λαμβάνει μια κλήση.
    «Είναι απ’ την δουλειά», της λέει. «Προέκυψε κάτι επείγον. Θα είσαι εντάξει μέχρι να γυρίσω;»
    Εκείνη κουνάει το κεφάλι. «Μην ανησυχείς.»
    «Οκέι. Αν χρειαστείς κάτι, πάρε με τηλέφωνο.»

    Όταν μένει μόνη, τηγανίζει δυο αυγά στα γρήγορα και τα τρώει με ψωμί. Ύστερα, αφού έχει πλύνει και μαζέψει το πιάτο της, πηγαίνει στον ξενώνα, κάθεται σταυροπόδι στο κρεβάτι και ανοίγει την εφημερίδα.

    Έχουν περάσει γύρω στις δύο ώρες όταν γυρίζει και την τελευταία σελίδα, και έχει σημειώσει ήδη καμιά δωδεκαριά αγγελίες που την ενδιαφέρουν. Κλείνει την εφημερίδα και τη βάζει στην άκρη. Ο Ρέιμοντ ακόμα δεν έχει γυρίσει και αναρωτιέται τι άλλο θα μπορούσε να κάνει για να γεμίσει τις ώρες της. Είναι πολύ νωρίς για να κοιμηθεί.

    Τότε της έρχεται μια ιδέα. Η βιβλιοθήκη στο σαλόνι! Φυσικά. Έχει πολύ καιρό να πέσει στα χέρια της κάποιο καινούριο και καλό βιβλίο. Όσο ήταν στο σχολείο, είχε διαβάσει σχεδόν όλη τη δανειστική βιβλιοθήκη, τα περισσότερα βιβλία της οποίας ήταν θαύμα που δεν της έμεναν στα χέρια απ’ την πολυκαιρία, αλλά μετά τα μόνα πράγματα που έβρισκε ήταν πεταμένα άρλεκιν και κατασκισμένα αστυνομικά δεύτερης διαλογής.

    Η βιβλιοθήκη του Ρέιμοντ είναι καλοδιατηρημένη, με εκδόσεις τόσο χαρτόδετες όσο και με σκληρά καλύμματα. Υπάρχουν και μερικά δερματόδετα. Τα βιβλία είναι ταξινομημένα ανάλογα με τον εκδοτικό οίκο κι η Κόρρα χαμογελάει. Αυτός εδώ είναι οργανωτικός χωρίς να γίνεται εμμονικός αν του πειράξεις τη σειρά. Καλό αυτό.

    Το πρώτο βιβλίο που της τραβάει την προσοχή είναι το ‘Φαρενάιτ 451’. Ρίχνει μια ματιά στην περίληψη στο πίσω μέρος και αποφασίζει να το διαβάσει. Είναι και μικρό, οπότε αν το τελειώσει πριν γυρίσει ο Ρέιμοντ, θα μπορεί να ξεκινήσει κι άλλο ένα.

    Το βιβλίο αποδεικνύεται καλογραμμένο και με έντονες εικόνες. Μιλάει για μια δυστοπική κοινωνία του μέλλοντος, όπου τα βιβλία είναι απαγορευμένα και καίγονται αν ανακαλυφθούν. Την περισσότερη ώρα η Κόρρα εκνευρίζεται με τους χαρακτήρες που είναι εξαρτημένοι απ’ τον τηλεοπτικό κόσμο και δεν μπορούν να εκτιμήσουν τίποτα πέρα απ’ αυτό, αλλά τελικά τους λυπάται. Και ζηλεύει τόσο πολύ εκείνους που καταφέρνουν να μάθουν απ’ έξω ολόκληρα βιβλία, σαν ζωντανές βιβλιοθήκες.

    Το τελειώνει μιάμιση ώρα αργότερα, κι είναι ακόμα μόνη, οπότε ξανακατευθύνεται προς τη βιβλιοθήκη.
    Είναι στο ένα τρίτο του δεύτερου βιβλίου όταν καταφτάνει ο Ρέιμοντ.
    «Πώς πήγε;» τον ρωτάει, χωρίς να σηκώσει τα μάτια απ’ τη σελίδα.
    «Καλά μωρέ. Τι διαβάζεις;»
    « Το ‘Πόλεμος και Ειρήνη’. Το έψαχνα πολύ καιρό. Ελπίζω να μη σε πειράζει που το δανείστηκα.»
    «Καθόλου. Σ’ αρέσει;»
    «Αρκετά, αλλά θα συνεχίσω αύριο.» Τσακίζει τη σελίδα, κλείνει το βιβλίο και το ακουμπάει στο κομοδίνο. «Πεινάς;»
    «Ω ναι. Έλα να μαγειρέψουμε τίποτα.»
    Στην κουζίνα, η Κόρρα τον ρωτάει, καθώς κόβει μια σαλάτα:
    «Τι έγινε στην δουλειά;»
    «Μάλλον εντοπίσαμε κάποιον συνεργάτη του Μπρεντ.» Ο Ρέιμοντ είναι ατάραχος καθώς απαντάει, ενώ την ίδια στιγμή τηγανίζει μια μερίδα γαύρους. «Άφησε τα ίχνη του στη Ζώνη 12, κοντά στο σπίτι σου.»
    «Έψαχνε κάτι;»
    «Έτσι φαίνεται. Αύριο θα στείλουμε ένα σώμα να ψάξει το σπίτι. Να δούμε αν υπάρχουν σημάδια διάρρηξης, αν λείπει τίποτα από μέσα.»
    «Θα πας κι εσύ;»
    Εκείνος κάνει μια μικρή παύση πριν απαντήσει. «Πρέπει να σε πάω στη γιατρό αύριο, έτσι δεν είναι;»
    «Μπορώ να πάω και μόνη μου.»
    «Είσαι σίγουρη;» Η Κόρρα γνέφει. «Εντάξει λοιπόν. Θα είμαι πίσω το μεσημέρι.» Οι γαύροι είναι έτοιμοι, οπότε τους πετάει απ’ το τηγάνι σ’ ένα μεγάλο πιάτο καθώς η κοπέλα στρώνει το τραπέζι. «Αλήθεια, έριξες καμιά ματιά στην εφημερίδα;»
    «Ναι, και βρήκα κάποια πράγματα. Θα στα δείξω μετά.»

    Μετά το φαγητό, της δίνει κάμποσο χρόνο και οδηγίες για το πώς να πάει στο ιατρείο της Λίνα Χολμς με τα μέσα μεταφοράς. Έπειτα πηγαίνουν στο δωμάτιό της και ανοίγουν τις μικρές αγγελίες. Ο Ρέιμοντ μελετάει τις σημειωμένες σχολιάζοντας.

    «Αυτό το βιβλιοπωλείο είναι αρκετά κοντά, ξέρω και τον ιδιοκτήτη… Μην πας σ’ αυτή την καφετέρια, πρέπει να κοιμηθείς με τον εργοδότη για να σε προσλάβει, και δίνει και ψίχουλα… Αυτό το μαγαζί είναι πολύ σνομπ, αλλά δεν χάνεις τίποτα να δοκιμάσεις…» και ούτω καθ’ εξής.
    «Πιστεύεις πως έχω ελπίδες;» τον ρωτάει η Κόρρα στο τέλος.
    «Νομίζω πως θα ‘σαι μια χαρά», δηλώνει και της ανακατώνει καθησυχαστικά τα μαλλιά.


      ____________

    Lady Melisandre
    Φύλακας του Νότου
    Φύλακας του Νότου

    Αριθμός μηνυμάτων : 1221
    Ημερομηνία εγγραφής : 04/05/2012
    Ηλικία : 28
    Τόπος : Asshai

    Armory
    : Lannister Lannister

    Απ: Always On Time

    Δημοσίευση από Lady Melisandre Την / Το Σαβ Σεπ 21, 2013 3:13 pm

    Κεφάλαιο 7

    Όταν ο Ρέιμοντ γυρίζει σπίτι, την επόμενη ημέρα, έρχεται αντιμέτωπος με την σιωπή. Το διαμέρισμα είναι ήσυχο, σαν να μην βρίσκεται κανείς εκεί, κι όμως εκείνος είναι σίγουρος πως η Κόρρα θα είχε γυρίσει από πιο νωρίς. Θυμάται πως είχε ραντεβού με τη γυναικολόγο και μετά θα πήγαινε να ψάξει για δουλειά, όμως η ώρα είναι περασμένη, σχεδόν τέσσερις το μεσημέρι, και δεν υπάρχει περίπτωση να είναι ακόμα έξω.

    Εκείνη τη στιγμή του έρχεται μια ιδέα. Προχωράει στο διάδρομο προς το δωμάτιό της και βρίσκει την πόρτα κλειστή. Χτυπάει μα κανείς δεν του απαντά. Ίσως να κοιμάται, σκέφτεται, και αντί να ξαναχτυπήσει, ανοίγει αργά και αθόρυβα την πόρτα.

    Το κρεβάτι είναι άθικτο, πέρα από την τσάντα της, που είναι πεταμένη άτσαλα πάνω του. Η πόρτα του μπάνιου όμως είναι μισάνοιχτη κι από μέσα ακούγεται το νερό που τρέχει. Ο Ρέιμοντ κατευθύνεται προς τα κει, ανοίγει την πόρτα, και βρίσκει την Κόρρα γονατισμένη στο πάτωμα μπροστά στη λεκάνη. Υπάρχει μια διάχυτη οσμή εμετού στο δωμάτιο, αλλά ευτυχώς είναι σχετικά αχνή, πράγμα που σημαίνει πως η κοπέλα είναι εκεί μέσα αρκετή ώρα.
    «Θεέ μου, Κόρρα, είσαι καλά;»

    Φυσικά και δεν είναι, ηλίθιε. Η φωνή του βγαίνει γεμάτη ανησυχία καθώς γονατίζει δίπλα της και την παίρνει στην αγκαλιά του. Τρέμει ολόκληρη, παρατηρεί, και τα μάτια της είναι κοκκινισμένα απ’ το κλάμα. Δεν μπορεί να του απαντήσει, της έχει κοπεί η λαλιά. Πολύ προσεκτικά, μετακινεί το κεφάλι της ώστε να ακουμπάει στον ώμο του, την σηκώνει όρθια, συγκρατώντας την απ’ τη μέση, και, αφού ανοίγει τη βρύση του νιπτήρα, της πλένει απαλά το πρόσωπο και το στόμα.

    «Ησύχασε, κορίτσι μου. Ησύχασε, εγώ είμαι εδώ. Τι σου συνέβη;»
    «Ρέιμοντ…» Τώρα που βλέπει καλύτερα το πρόσωπό της, είναι κατάχλωμη σαν φάντασμα. Κι η καρδιά του πηγαίνει να σπάσει από το άγχος. «Είναι από… από την εγκυμοσύνη… ξεκίνησαν τα συμπτώματα…»
    «Είχες και το πρωί;» Εκείνη γνέφει καταφατικά. «Και γιατί δεν μου το είπες;»
    «Δεν ήθελα να σε ανησυχήσω…»
    Ο Ρέιμοντ αναστενάζει επικριτικά. «Έπρεπε να μου το πεις. Δεν θα σε άφηνα να βγεις μόνη σου έξω.»
    «Ήμουν καλά μέχρι που έφυγα απ’ τη γιατρό, ύστερα γύρισα κατευθείαν σπίτι, δεν άντεχα να ψάξω και για δουλειά…»
    «Έλα να ξαπλώσεις.»

    Και πριν προλάβει η Κόρρα να διαμαρτυρηθεί, τη σηκώνει στην αγκαλιά του και τη βγάζει απ’ το μπάνιο για να την αποθέσει πάνω στο στρωμένο κρεβάτι.
    «Θέλεις να μου πεις τι σου είπε η γιατρός;» τη ρωτάει χαμηλόφωνα, καθώς τραβάει τα σεντόνια πάνω στο λεπτό της κορμί. Εκείνη κάνει ένα κουβάρι το μπροστινό μέρος στις χούφτες της και απαντάει εξίσου σιγανά:
    «Δεν έχω τίποτα σοβαρό και το έμβρυο δεν κινδυνεύει. Έχω κολλήσει βέβαια κάποιο νόσημα αλλά είναι εύκολα θεραπεύσιμο, μου έγραψε και φάρμακα οπότε σε λίγο καιρό θα είμαι εντελώς καλά. Σε παρακαλώ, έχεις τη δουλειά σου, δεν θέλω να ανησυχείς και για μένα.»
    «Ό,τι και να λες, ανησυχώ. Σκέφτηκες καθόλου αυτό που σου πρότεινα προχτές;»
    Η Κόρρα σηκώνει τα μάτια και τον κοιτάζει σταθερά –ίσως και λίγο αυστηρά. «Δεν υπάρχει περίπτωση να το κρατήσω.»

    Εκείνος σφίγγει τρυφερά τις γροθιές της μέσα στη δική του. Το πρόσωπό του είναι χαραγμένο από ανησυχία και λύπη. «Γιατί είσαι τόσο αρνητική; Μπορώ και θέλω να σε βοηθήσω, γιατί δε με αφήνεις;»

    Για δεύτερη φορά μέσα στη μέρα, δεν του απαντάει. Μόνο γυρίζει το πρόσωπό της απ’ την άλλη και κλείνει τα μάτια για να κρύψει τα δάκρυα που αναβλύζουν ξαφνικά απ’ τα μάτια της.
    «Μην κλαις…» της ψιθυρίζει εκείνος, αγγίζοντας απαλά το μάγουλό της. «Δεν αντέχω να σε βλέπω να κλαις…»

    Τα τρυφερά του λόγια φέρνουν το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιθυμούσε. Τώρα η Κόρρα κλαίει φανερά, με λυγμούς και αναστεναγμούς που ταράζουν το στήθος της. Ο Ρέιμοντ πλησιάζει και την τραβάει κοντά του, κλείνοντάς την στην αγκαλιά του, φιλώντας την κορυφή του κεφαλιού της, προσπαθώντας να την ηρεμήσει όπως μπορεί.

    «Συγνώμη…» του ψιθυρίζει ανάμεσα στους λυγμούς της. «Είσαι τόσο καλός μαζί μου, μ’ έχεις βοηθήσει πάρα πολύ, κι εγώ φέρομαι σαν εγωίστρια…»
    «Όχι, δεν ισχύει αυτό», την καθησυχάζει, χαΐδεύοντας τα μαλλιά της. «Είσαι ταλαιπωρημένη, μπερδεμένη. Απλά θες το καλύτερο για σένα. Δεν είναι κακό αυτό.»
    «Είναι κακό όμως που θέλω να απαλλαγώ από… αυτό;»
    «Όχι, δεν είναι κακό, εξάλλου είναι δικό σου το σώμα… μετά από πολύ καιρό. Έχεις κάθε δικαίωμα. Όμως να ξέρεις αυτό: είμαι διατεθειμένος να σε παντρευτώ είτε με το παιδί, είτε χωρίς.»

    Σ’ αυτό, η Κόρρα δεν ξέρει τι να πει. Μένει σιωπηλή για λίγα δευτερόλεπτα, κι ύστερα ξεφουρνίζει το πρώτο πράγμα που της έρχεται στο μυαλό:
    «Δηλαδή… νιώθεις κάτι για μένα;»
    «Δεν ξέρω ακόμα» ,παραδέχεται εκείνος. «Ξέρω ότι σε νοιάζομαι πολύ. Και νομίζω πως θα μπορούσα να σ’ αγαπήσω, αν με άφηνες.»

    Αυτή τη φορά, είναι η Κόρρα που τον φιλάει. Τα χείλη της αγγίζουν τα δικά του για μια στιγμή, πολύ ελαφρά, κι ο Ρέιμοντ εκπλήσσεται τόσο που δεν προλαβαίνει να αντιδράσει γιατί εκείνη έχει ήδη τραβηχτεί πίσω.
    «Σ’ ευχαριστώ», του λέει και νιώθει πως δεν φτάνει. «Θα σκεφτώ πιο σοβαρά την όλη υπόθεση. Σου είμαι υπόχρεη.»
    «Μην το σκέφτεσαι έτσι. Απλά πάρτο σαν συμβουλή.» Και της χαμογελάει εγκάρδια, ένα χαμόγελο που πλαταίνει όταν η κοπέλα μειδιά με τη σειρά της. «Νιώθεις καλύτερα;»
    «Αρκετά καλά, νομίζω πως πεινάω κιόλας.»
    «Τέλεια. Σήκω και πάμε στην κουζίνα. Πεθαίνω της πείνας.»

    Η υπόλοιπη μέρα περνάει ήσυχα. Η Κόρρα είναι φανερά πιο ήρεμη, και πράγματι νιώθει πλέον καλύτερα με τον εαυτό της. Είναι βέβαια επίσης πασιφανές πως είναι ακόμα αναποφάσιστη, αλλά ποιος μπορεί να την κατηγορήσει; Τουλάχιστον το άγχος της δεν της φέρνει επιπλέον εμετούς.

    Κάποιες ώρες αργότερα, βέβαια, θυμάται πως ο Ρέιμοντ της είχε αναφέρει μια έρευνα στο παλιό της σπίτι.
    «Αλήθεια, τώρα το θυμήθηκα», λέει ξαφνικά, εκεί που κάθονται, ο καθένας απορροφημένος σ’ ένα βιβλίο. «Τι έγινε με την έρευνα;»
    «Α, κι εγώ ξέχασα να στο πω, με τούτα και με κείνα. Το σπίτι το είχαν διαρρήξει. Η πόρτα ήταν σπασμένη και ορθάνοιχτη… κι όποιος το έκανε ήταν εντελώς απρόσεκτος γιατί είχε αφήσει τα αποτυπώματά του παντού.»
    «Τίποτα άλλο;»
    «Το σπίτι ήταν άνω-κάτω. Έχουμε υποψίες πως όποιος έκανε τη διάρρηξη πήρε πράγματα που δεν έπρεπε να πέσουν στα χέρια μας. Διευθύνσεις, ονόματα… Αν βρούμε σε ποιον ανήκουν τα αποτυπώματα, θα είμαστε πολύ κοντά.»
    «Μακάρι να πάνε όλα καλά», εύχεται η Κόρρα, κι από μέσα της: Μακάρι να μην χρειαστεί να ξαναπάω ποτέ εκεί. Ούτε και το παιδί μου.


      ____________

    Lady Melisandre
    Φύλακας του Νότου
    Φύλακας του Νότου

    Αριθμός μηνυμάτων : 1221
    Ημερομηνία εγγραφής : 04/05/2012
    Ηλικία : 28
    Τόπος : Asshai

    Armory
    : Lannister Lannister

    Απ: Always On Time

    Δημοσίευση από Lady Melisandre Την / Το Κυρ Σεπ 22, 2013 1:23 am

    Κεφάλαιο 8

    «Σκέφτηκα κάτι», αναγγέλει ξαφνικά η Κόρρα στον Ρέιμοντ, κάμποσες ημέρες αργότερα.

    Εκείνος έχει μόλις γυρίσει από την υπηρεσία, και τη βρίσκει στην κουζίνα, να φτιάχνει μακαρόνια. Ξέρει ότι χτες πήγε στην Γκρέτα, μα δεν ξέρει τι ακριβώς συζήτησαν. Η Κόρρα, παρόλο που είναι πάντα ευγενική και ήσυχη και αποζητά την παρέα του, έχει γίνει λίγο πιο κρυψίνους τελευταία, μα καταλαβαίνει τι την απασχολεί και προσπαθεί να μην την πιέζει για λεπτομέρειες. Εξάλλου, σκέφτεται με λίγη πικρία, δεν της είναι και τίποτα για να πρέπει να του τα λέει όλα.

    «Τι σκέφτηκες;»
    «Είμαι πολύ κοντά στο να δεχτώ την πρότασή σου.»
    Η φράση της αυτή πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενε να ακούσει ο Ρέιμοντ, μιας και τόσες μέρες δεν μίλησαν καθόλου γι’ αυτό το θέμα.
    «Εννοείς ότι…;»
    Ένα χαμόγελο φωτίζει το πρόσωπό της. «Ναι. Σκέφτομαι να σε παντρευτώ. Και να κρατήσω το παιδί, αν όλα πάνε καλά.»

    Ο Ρέιμοντ δεν ξέρει αν πρέπει να την αγκαλιάσει ή να τη ρωτήσει πώς πήρε αυτή την απόφαση –για να λέμε και την αλήθεια, δεν πίστευε ότι θα του έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Φαινόταν πολύ αποφασισμένη να κάνει έκτρωση και δεν του είχε αποκαλύψει τις απόψεις της περί γάμου. Τελικά αποφασίζει να κάνει το δεύτερο.

    «Πώς κι έτσι;» ρωτάει, όχι ειρωνικά, απλά με πολλή περιέργεια.
    «Δεν στο είχα πει, αλλά τις προάλλες πέρασα από το βιβλιοπωλείο που είχαμε δει. Σκεφτόμουν πως αν έβρισκα μια δουλειά θα μου ήταν πιο εύκολο να συντηρήσω τον εαυτό μου και δεν θα σου ήμουν πια βάρος. Μίλησα με τον ιδιοκτήτη και είπε ότι θα με προσλάβει, στην αρχή με μειωμένο ωράριο.»
    «Γιατί; Του είπες πως είσαι έγκυος;»
    «Το είπα, αλλά δεν ήταν μόνο γι’ αυτό. Επειδή είμαι εντελώς άπειρη, έκρινε πως είναι καλύτερα να δουλεύω τέσσερις ώρες αντί για οκτώ, για να με δοκιμάσει.»
    «Δηλαδή έχεις ξεκινήσει ήδη; Γιατί δεν μου είπες τίποτα;»
    «Ήθελα να σιγουρευτώ πως θα μείνω στη δουλειά. Να μην ενθουσιαστούμε και τελικά με διώξουν. Σήμερα έμαθα πως θα με κρατήσει και το ωράριό μου θα γίνει κανονικό από Δευτέρα. Θα παίρνω είκοσι μέρες την εβδομάδα.»
    «Αυτό είναι πάρα πολύ καλό!»
    «Ναι, το θέμα είναι… Όταν σε πρωτογνώρισα, μου είχες υποσχεθεί πως θα μου βρίσκατε και σπίτι. Κι η αλήθεια είναι πως το ήθελα κι εγώ αυτό. Δεν μου αρέσει ούτε να γίνομαι βάρος ούτε να αναγκάζομαι να υπηρετώ κάποιον. Όμως…»
    Τώρα ο Ρέιμοντ βρίσκεται δίπλα της και τη βοηθάει να στραγγίξει τα μακαρόνια και να τα σερβίρει με τη σάλτσα, κι η Κόρρα σηκώνει τα μάτια για να τον κοιτάξει.
    «Από εδώ», συνεχίζει, «δε θέλω να φύγω. Νιώθω ασφαλής εδώ και αμφιβάλλω αν θα είναι το ίδιο αν μείνω μόνη. Σου χρωστάω πολλά και, πέρα από αυτό, θέλω να είμαι μαζί σου.»

    Ο Χρονοφύλακας, τόσο μεθοδικός στη δουλειά του, τώρα δεν ξέρει τι να πει, πώς να αντιδράσει. Στέκεται και την κοιτάζει αμήχανος σαν δεκαπεντάχρονο αγόρι, νιώθοντας ένα σφίξιμο στο στομάχι. Η Κόρρα έχει προλάβει κι έχει αποτραβήξει το βλέμμα, και τα μάγουλά της είναι κατακόκκινα από ντροπή.

    «Δεν ξέρω αν θα είμαι καλή σύζυγος», λέει, «αλλά θέλω να είμαστε μαζί.»
    Ο Ρέιμοντ ξεροκαταπίνει και της λέει, με φωνή αβέβαιη:
    «Είπες ότι σκέφτεσαι να δεχτείς.»
    «Ναι.»
    «Δεν είσαι σίγουρη ακόμα;»
    «Κοίτα… δεν ξέρω πώς να φερθώ σε τέτοιες περιπτώσεις. Δεν έχω εμπειρία από πραγματικές σχέσεις, ξέρεις πώς ήταν η ζωή μου μέχρι τώρα. Όμως θέλω να με μάθεις εσύ. Κι αν μου αρέσει αυτό που θα μάθω… τότε ναι, θα σε παντρευτώ.»
    Τώρα τα μάτια του αλλάζουν έκφραση, γίνονται τρυφερά, τα χέρια του ακουμπούν χαμηλά στα πλευρά της.
    «Με κάνεις πάρα πολύ χαρούμενο», ψιθυρίζει. «Και δεν χρειάζεται να αγχώνεσαι για τίποτα. Ξέρεις ότι θα σε προσέχω για όσο ζω.»

    Το φιλί που ακολουθεί δεν μοιάζει καθόλου με τα προηγούμενα. Δεν εμπεριέχει θυμό ή απελπισία, δεν είναι δοκιμαστικό, δεν είναι φιλί ευγνωμοσύνης. Αντίθετα, είναι βελούδινο, στοργικό, με μια πινελιά ανακούφισης. Ασυναίσθητα, αργά, αφήνονται να πέσουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

    Όταν απομακρύνονται, αρκετή ώρα αργότερα, δεν ξέρουν τι να πουν. Μπορεί η Κόρρα να λέει πως δεν έχει εμπειρία, αλλά κι ο Ρέιμοντ δεν ήταν ποτέ των σχέσεων, είτε σταθερών είτε εφήμερων. Συνήθιζε να πιστεύει πως η δουλειά του παραείναι επικίνδυνη για να μπλέξει και μια γυναίκα σ’ αυτήν. Την Κόρρα όμως θέλει να την έχει κοντά του και δεν σκέφτεται τίποτα άλλο. Για πρώτη φορά στη ζωή του, ακολουθεί την καρδιά του και του αρέσει.

    Όλη την υπόλοιπη μέρα, η Κόρρα γελάει μονίμως, με το παραμικρό. Ο Ρέιμοντ δεν την έχει δει ποτέ έτσι' τα λίγα χαμόγελα που του χάριζε τον προηγούμενο καιρό ήταν σύντομα και θλιμμένα. Τώρα φαίνεται πραγματικά χαρούμενη κι εύχεται να μείνει έτσι για πάντα. Του αρέσει τόσο πολύ να τη βλέπει να γελάει' όλο της το πρόσωπο αλλάζει, φωτίζεται, και τα μάτια της δεν είναι πια θαμπά.

    Αυτό το βράδυ, κοιμούνται μαζί στο δωμάτιο του Ρέιμοντ. Είναι η πρώτη φορά που το βλέπει η Κόρρα, παρόλο που μένει εκεί τόσες μέρες. Ντρεπόταν πάρα πολύ για να τολμήσει να εισβάλει στον χώρο του κι έτσι έμενε με την περιέργεια. Το δωμάτιο είναι, όπως και το υπόλοιπο σπίτι, καθαρό, ευρύχωρο και φωτεινό. Τα χρώματα βέβαια είναι πιο γήινα –ανοιχτά καφέ και ζαχαρί στους τοίχους, με τις πράσινες κουρτίνες να έχουν χρυσές λεπτομέρειες.

    «Τι όμορφα που είναι», σχολιάζει καθώς χαϊδεύει το μαλακό κάλυμμα του κρεβατιού, κι ο Ρέιμοντ σκύβει προς το μέρος της για να τη φιλήσει στον ώμο.
    «Είναι και δωμάτιό σου από σήμερα», της λέει.
    Εκείνη χαμογελάει ντροπαλά. «Νομίζω πως θα αφήσω τα πράγματά μου στον ξενώνα, όμως. Πάντα ήθελα δωμάτιο-γκαρνταρόμπα.»
    Ο Ρέιμοντ γελάει. «Είσαι ελεύθερη να κάνεις ό,τι αλλαγές θέλεις. Εξάλλου, δεν σκοπεύω να σε διώξω από εδώ.»

    Ξαπλώνουν κι αμέσως αγκαλιάζονται. Για κάποιον περίεργο λόγο, δεν αντέχουν να είναι κοντά και να μην αγγίζονται. Το κεφάλι της Κόρρα ακουμπάει στο στήθος του. Είναι τόσο αδύνατος, συνειδητοποιεί. Πρέπει να τον ταΐζω περισσότερο.

    «Έμαθες τίποτα για τη διάρρηξη;» τον ρωτάει, σοβαρεύοντας ξαφνικά. Δεν σκόπευε να θίξει καθόλου το θέμα σήμερα, αλλά μυστικά την τρώει. Θέλει να μάθει και δεν κρατιέται.
    «Όχι ακόμα. Τα αποτυπώματα είναι πολλών ατόμων και παίρνει καιρό να ταυτοποιηθούν. Λογικά όμως θα έχουμε κάποια ονόματα σύντομα.»
    «Ξέρεις… φοβάμαι λίγο. Θυμάσαι τι είχε πει πριν πεθάνει;»

    Θυμάται. Αν δεν φύγετε τώρα, θα βάλω να σας βρουν, και να σας καθαρίσουν.
    «Μην ανησυχείς. Δεν ήξερε καν τα ονόματά μας. Ούτε πρόλαβε να κάνει τίποτα.»
    «Απλά φοβάμαι πως είχε καταλάβει κάτι από πριν κι είχε πάρει τα μέτρα του.»

    Αυτό ο Ρέιμοντ δεν το είχε σκεφτεί. Όμως δεν θέλει να την τρομάξει, ειδικά αφού είχε τόσο καλή διάθεση σήμερα. Το σκέφτεται για λίγο χωρίς να μιλάει, και στο τέλος τη φιλά στο μέτωπο καθησυχαστικά:
    «Θα κάνω ό,τι μπορώ για να μη σε πειράξει κανείς όσο είσαι μαζί μου.»
    Η Κόρρα χαμογελάει και κλείνει τα μάτια. «Μπορείς να μου τραγουδήσεις κάτι για να κοιμηθώ;» ρωτάει χαμηλόφωνα.
    «Δε νομίζω πως έχω τόσο καλή φωνή», λέει ο Ρέιμοντ γελώντας.
    «Δεν πειράζει, θέλω να σε ακούσω.»

    Το πρώτο τραγούδι που του έρχεται στο μυαλό είναι μια παλιά μπαλάντα, ούτε που θυμάται την χρονολογία κυκλοφορίας. Είναι όμως πολύ γνωστό τραγούδι κι οι στίχοι έρχονται στο στόμα του αβίαστα, χωρίς καν να τους σκέφτεται. Όταν τελειώνει, η Κόρρα έχει αποκοιμηθεί. Στα χείλη της είναι χαραγμένο ένα γλυκό χαμόγελο, κι ο Ρέιμοντ δεν συγκρατείται' τα ακουμπάει προσεκτικά με τα δικά του χείλη για να μην την ξυπνήσει και, κρατώντας την κοντά του, κλείνει τα μάτια και αφήνει τον ύπνο, γαλήνιο και βαθύ, να τον πάρει.


      ____________

    Lady Melisandre
    Φύλακας του Νότου
    Φύλακας του Νότου

    Αριθμός μηνυμάτων : 1221
    Ημερομηνία εγγραφής : 04/05/2012
    Ηλικία : 28
    Τόπος : Asshai

    Armory
    : Lannister Lannister

    Απ: Always On Time

    Δημοσίευση από Lady Melisandre Την / Το Δευ Σεπ 23, 2013 10:34 pm

    Κεφάλαιο 9

    Δυόμιση μήνες αργότερα, το τηλέφωνο του Ρέιμοντ χτυπάει ενώ εκείνος ερευνά ένα καταφύγιο ληστών στη Ζώνη 7. Από τα δακτυλικά αποτυπώματα που βρέθηκαν στο παλιό σπίτι της Κόρρα, ένα σετ από αυτά φάνηκε να ανήκει σε κάποιον Ρικ Μπράουν, τον οποίο εντόπισαν τελευταία στη συγκεκριμένη Ζώνη. Μέχρι όμως να φτάσει ένα σώμα Χρονοφυλάκων εκεί, αυτός είχε προλάβει να εξαφανιστεί, και το καταφύγιο είναι ανάστατο. Ρίχνει μια ματιά στην αναγνώριση κλήσεων: είναι η Λίνα Χολμς, η γυναικολόγος, κι έτσι δεν σκέφτεται καν να μην απαντήσει.

    «Κύριε Λίον, ελάτε από την κεντρική κλινική του Νιου Γκρίνουιτς, γρήγορα.» Η φωνή της είναι ανήσυχη, σαν κάτι να πηγαίνει πολύ στραβά.
    «Τι συμβαίνει;»
    «Η Κόρρα απέβαλε.»
    Ο Ρέιμοντ παγώνει.
    «Πώς; Γιατί;»
    «Δεν μπορώ να σας πω απ’ το τηλέφωνο, σας παρακαλώ, ελάτε από εδώ.»
    «Είμαι εκτός Ζώνης, θα προσπαθήσω να γυρίσω όσο πιο γρήγορα γίνεται.»

    Πράγματι, παρατάει επιτόπου την έρευνα στα χέρια των συναδέλφων του και τρέχει στο παρκαρισμένο αυτοκίνητό του. Οδηγεί μέχρι τα σύνορα σχεδόν σαν τυφλός. Αν έχει πάθει τίποτα, θα τρελαθώ. Τον τελευταίο καιρό είχε επιτέλους πάρει ζεστά το θέμα του μωρού, τα πράγματα μεταξύ τους ήταν πολύ καλά, τα πήγαινε μια χαρά στη δουλειά της, έκανε παρέες, είχε αρχίσει να γίνεται ανεξάρτητη. Τώρα δεν ξέρει πώς θα την βρει. Φοβάται την αντίδρασή της όταν μάθει πως έχασε το παιδί –και το κυριότερο, φοβάται μήπως έπαθε κάτι μη αναστρέψιμο η ίδια.

    Φτάνει στην κλινική με την ψυχή στα δόντια.
    «Η Κόρρα Ριντ, πού είναι;» ρωτάει φουριόζος την –κάπως τρομοκρατημένη από τη συμπεριφορά του- ρεσεψιονίστ.
    «Την φροντίζει η κυρία Χολμς. Δωμάτιο 107.»

    Ο Ρέιμοντ παρατάει τη γραμματέα σύξυλη, ανεβαίνει τρέχοντας τα σκαλιά για τον πρώτο όροφο και μπουκάρει στο δωμάτιο όπου τον έστειλαν.
    «Κόρρα!»
    Η γιατρός τον υποδέχεται με ένα δάχτυλο στα χείλη, σημάδι πως πρέπει να παραμείνει σιωπηλός.
    «Κοιμάται», τον προειδοποιεί. «Ελάτε στο διάδρομο.»

    Ο Χρονοφύλακας την ακολουθεί σαστισμένος.
    «Τι συνέβη, γιατρέ;»
    «Με πήραν τηλέφωνο απ’ τη δουλειά της πριν δυο ώρες. Την έπιασαν δυνατοί πόνοι στην κοιλιά καθώς τακτοποιούσε κάτι ράφια, κι αμέσως μετά άρχισε να αιμορραγεί. Την έφερε εδώ ημιλιπόθυμη η συνάδελφός της, μα κι εκείνη έπρεπε να φύγει αμέσως. Προσπάθησα να σώσω το μωρό, αλλά ήταν αργά.»
    «Κι η Κόρρα;»
    «Θα αναρρώσει και δεν θα της μείνουν μόνιμες βλάβες. Είμαι σίγουρη επίσης πως θα μπορέσει να ξαναμείνει έγκυος αν το θέλει. Απλά χρειάζεται ξεκούραση.»
    «Ευτυχώς.» Ξεφυσάει ανακουφισμένος. «Ξέρετε από τι μπορεί να το έπαθε;»
    «Απ’ ό,τι είδα, υπήρχε κάποιου είδους χρωμοσωμική ανωμαλία στο έμβρυο, κληρονομημένη από τον βιολογικό πατέρα, που το εμπόδιζε να μεγαλώσει σωστά. Φαίνεται πως ο οργανισμός της το εντόπισε και το απέβαλε αυτόματα. Από αυτήν την άποψη, ίσως να είναι καλύτερα έτσι.»
    «Δεν ξέρω αν θα το πάρει έτσι κι η ίδια», σχολιάζει ο Ρέιμοντ. «Αυτό δεν μπορούσατε να το δείτε νωρίτερα, ώστε να μην ταλαιπωρείται κι εκείνη;»
    «Δυστυχώς, ανιχνεύεται μόνο στο τέλος του πρώτου τριμήνου.»
    «Καταλαβαίνω. Μπορώ να τη δω;»
    Η γιατρός γνέφει καταφατικά. «Προσπαθήστε να μην την ξυπνήσετε απότομα.»


    Ο Ρέιμοντ επιστρέφει, αθόρυβα αυτή τη φορά, στο δωμάτιο όπου νοσηλεύεται η Κόρρα. Μέσα στο λευκό και στην σιωπή που επικρατεί στον χώρο, του φαίνεται σαν ένας κοιμώμενος άγγελος με μαύρα μαλλιά. Κάθεται ήσυχα δίπλα της, κι αφήνει το χέρι του να χαϊδέψει απαλά τα μαλλιά της. Εκείνη ανοίγει αργά τα μάτια’ το βλέμμα της είναι θολό καθώς ψάχνει να δει πού βρίσκεται, μα όταν πέφτει πάνω του, καθαρίζει.
    «Ρέιμοντ… τι μου συνέβη;» ρωτάει αδύναμα, το χέρι της ψάχνει το δικό του.

    Δεν ξέρει πώς να της το πει, κι αν μπορούσε, θα προτιμούσε να μην της το έλεγε καθόλου. Πριν ανοίξει το στόμα του, πιάνει το χέρι της και το σφίγγει.
    «Ίσως πρέπει να μιλήσεις με τη γιατρό γι’ αυτό.»
    Ο τρόπος του είναι ήρεμος, όχι όμως και η έκφρασή του, που τον προδίδει αμέσως.
    «Πες μου τι έγινε», ακούγεται η φωνή της απ’ το κρεβάτι, χαμηλή και αυστηρή.
    Διστάζει να μιλήσει, όμως δεν μπορεί να της το κρύβει για πάντα. «Έχασες το παιδί. Η κυρία Χολμς είπε πως υπήρχε κάποια κληρονομική ανωμαλία.»

    Για λίγη ώρα, η Κόρρα φαίνεται σαν να έχει τραβηχτεί στον εαυτό της κι εκείνος δεν τολμάει να την ενοχλήσει. Στο τέλος, η κοπέλα ψιθυρίζει:
    «Ίσως να έγινε για καλό.»
    «Κι αυτή το ίδιο είπε. Γιατί όμως;»
    «Κι αν γεννούσα το παιδί και αποδεικνυόταν τέρας; Πώς θα το μεγάλωνα; Πώς θα άντεχα να το βλέπω να μοιάζει σ’ αυτόν όλο και περισσότερο κάθε μέρα;»
    «Κόρρα, αυτό δεν ισχύει. Το παιδί θα το μεγαλώναμε μαζί. Ακόμα κι αν έμοιαζε σ’ αυτόν, ο χαρακτήρας δεν εξαρτάται από τα γονίδια αλλά από την ανατροφή.»
    Εκείνη αναστενάζει. «Μάλλον έχεις δίκιο. Απλά εγώ… υποθέτω πως πάντα φοβόμουν αυτό το ενδεχόμενο. Γι’ αυτό δεν ήθελα παιδιά.»
    «Δε χρειάζεται να το σκέφτεσαι αυτό πια.  Εξάλλου, μπορείς όποτε θες να ξαναμείνεις έγκυος, με κάποιον που εμπιστεύεσαι και που δεν θα σε αφήσει.»
    «Εννοείς μ’ εσένα;» ρωτάει μεταξύ αστείου και σοβαρού, ανασηκώνοντας το ένα φρύδι της.
    Ουπς. «Δεν το εννοούσα έτσι.»
    «Ακριβώς αυτό ήθελες να πεις, αλλά δεν πειράζει. Δεν σκοπεύω να αλλάξει κάτι μεταξύ μας. Πότε βγαίνω από εδώ;»
    «Θα ρωτήσω τη γιατρό. Πάντως χρειάζεσαι ξεκούραση. Πάρε άδεια από τη δουλειά για λίγο.»
    «Δε νομίζω να μπορώ να το κάνω αυτό.»
    «Φυσικά και μπορείς. Θα μιλήσω κι εγώ στο αφεντικό σου. Έστω μια βδομάδα θα μείνεις σπίτι να ηρεμήσεις. Θα πάρω κι εγώ άδεια για να σε προσέχω.»


    Τελικά η Κόρρα βγαίνει από την κλινική την επόμενη μέρα το πρωί. Έχει ακόμα λίγη αιμορραγία –«τίποτα το ανησυχητικό», της είπε η Λίνα, «σκέψου ότι έχεις περίοδο»- και νιώθει όλο της το σώμα να πονάει, τόσο από την ταλαιπωρία της αποβολής όσο κι απ’ την κατάκλιση, αλλά δε θέλει να μείνει άλλο ξαπλωμένη, παρόλο που ο Ρέιμοντ επιμένει. Πιστεύει πως μπορεί να ξεκουραστεί και χωρίς να είναι συνέχεια στο κρεβάτι.

    Πάντως δεν φαίνεται υπερβολικά στενοχωρημένη για το γεγονός. Όταν τη ρωτάει σχετικά ο Χρονοφύλακας, εκείνη του εξηγεί:
    «Δεν υπάρχει λόγος να στεναχωριέμαι. Το έχω πάθει άλλες δύο φορές, δεν είναι κάτι καινούριο. Εκτός αυτού, γιατί να λυπηθώ για το παιδί του Μπρεντ;»
    «Ήταν και δικό σου. Κι είχες αποφασίσει να το κρατήσεις.»
    «Δεν είχα αποφασίσει τίποτα. Απλώς το ανέβαλα, μιας και ήξερα πως οι εκτρώσεις γίνονται μέχρι και τον τέταρτο μήνα. Σκεφτόμουν να το κρατήσω, αλλά δεν ήμουν εντελώς σίγουρη.»
    «Δηλαδή δεν ένιωθες τίποτα γι’ αυτό;»
    «Δεν ξέρω… με τη δουλειά δεν προλάβαινα να το σκεφτώ πολύ. Σίγουρα δεν το μισούσα πια.»
    «Κόρρα, πες μου την αλήθεια. Δεν έκανες κάτι από μόνη σου για να το χάσεις, έτσι;»
    «Όχι βέβαια. Μια φορά το έκανα και μετά ήμουν μια εβδομάδα με πυρετό. Δεν σκόπευα να περάσω τα ίδια.» Βλέποντας την ταραχή γραμμένη στα χαρακτηριστικά του, σπεύδει να τον καθησυχάσει’ φέρνει τις παλάμες της στα μάγουλά του και τον φιλά απαλά στα χείλη. «Απλά, θα προτιμούσα κάποτε να έκανα το δικό σου παιδί.»

    Ο Χρονοφύλακας χαμογελάει και τη φέρνει πιο κοντά του, φιλώντας την με τη σειρά του στο στόμα. Ξέρει πως αυτή η στιγμή θα αργήσει’ και μόνο που τον αφήνει να την αγγίζει, αποτελεί μεγάλη πρόοδο εκ μέρους της, αλλά του αρέσει που το σκέφτεται τόσο θετικά.


    Παρ’ όλα αυτά, το ίδιο βράδυ ανακαλύπτουν κι οι δύο πόσο πραγματικά επηρεασμένη είναι από αυτή την κατάσταση. Η Κόρρα ξυπνάει κλαίγοντας μέσα στη νύχτα και το μόνο που μπορεί να κάνει ο Ρέιμοντ είναι να την αφήσει να ξεσπάσει. Δεν είναι τόσο κυνική όσο φαίνεται, σκέφτεται καθώς την κρατάει στην αγκαλιά του. Απλά δεν θέλει να πληγωθεί περισσότερο.

    Ο βασικός λόγος όμως είναι άλλος.
    «Είδα το μωρό, Ρέι», ανακοινώνει με τρόμο. «Είδα το μωρό. Ήταν κοριτσάκι και μου έμοιαζε. Και με κοίταζε μ’ ένα παράπονο… Λες κι έφταιγα εγώ που δε γεννήθηκε. Όταν πήγα να δικαιολογηθώ, άνοιξε το στόμα της και… και τα δόντια της ήταν σαν δόντια καρχαρία… και άρχισε να με δαγκώνει με μανία, παντού… Δε φταίω εγώ, δεν έκανα τίποτα, στ’ ορκίζομαι…»
    «Σσσς… ξέρω ότι δεν φταις, ησύχασε. Δεν είσαι ένοχη για κάτι. Ήταν μόνο ένα κακό όνειρο, δεν σημαίνει τίποτα…»

    Η Κόρρα δεν αντιστέκεται όταν την βάζει να ξαπλώσει πάλι, ούτε όμως μπορεί να σταματήσει τα δάκρυα που πέφτουν σαν χείμαρρος από τα μάτια της.
    «Δεν το ήθελα…» ψιθυρίζει. «Δεν το μισούσα, δεν ήθελα να το χάσω…»
    «Το ξέρω, καρδιά μου, ηρέμησε…»

    Φαίνεται σαν να μην τον ακούει καν. Καθώς την παίρνει ξανά ο ύπνος, ακούγεται σαν να μιλάει στο ανύπαρκτο πια έμβρυο, σαν να προσπαθεί να το πείσει για κάτι. Στο τέλος, η φωνή της σβήνει, η ανάσα της γίνεται κανονική, η ένταση φεύγει απ’ το πρόσωπό της, κι ο Ρέιμοντ καθαρίζει τα υγρά μάγουλά της με την άκρη του σεντονιού. Και δεν την αφήνει απ’ τα μάτια του για την υπόλοιπη νύχτα.

    Το πρωί είναι ήρεμη, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα.
    «Είσαι εντάξει;» τη ρωτά επιφυλακτικά ο Χρονοφύλακας.
    «Πλέον, ναι. Δεν με κατηγορεί πια. Με έχει συγχωρέσει. Ξέρει πως δεν έφταιγα εγώ. Απλά εύχεται να είχε εσένα για πατέρα.»


      ____________

    Lady Melisandre
    Φύλακας του Νότου
    Φύλακας του Νότου

    Αριθμός μηνυμάτων : 1221
    Ημερομηνία εγγραφής : 04/05/2012
    Ηλικία : 28
    Τόπος : Asshai

    Armory
    : Lannister Lannister

    Απ: Always On Time

    Δημοσίευση από Lady Melisandre Την / Το Δευ Οκτ 07, 2013 7:44 pm

    Κεφάλαιο 10

    «Ετοιμάσου. Σου έχω μια έκπληξη», αναγγέλει ο Ρέιμοντ στην Κόρρα, μερικές μέρες αργότερα. Είναι Σάββατο απόγευμα και πίνουν τον καφέ τους αφού έχουν μόλις σηκωθεί από τη μεσημεριανή σιέστα.
    «Πώς να ετοιμαστώ δηλαδή;» ρωτάει εκείνη αθώα, αλλά στο μυαλό της τριγυρίζουν ήδη μερικές πιθανότητες.
    «Ντύσου όμορφα, βάψου λιγάκι. Θα φάμε έξω. Δεν μπορώ να σου πω κάτι άλλο.»

    Η Κόρρα κλείνεται στον ξενώνα, όπου περνάει λίγες ώρες μέχρι να ετοιμαστεί, κι ο Ρέιμοντ δεν την ενοχλεί. Όταν εμφανίζεται έτοιμη μπροστά του, ο Χρονοφύλακας μένει με το στόμα ανοιχτό. Φοράει ένα δαμασκηνί φόρεμα μέχρι τα γόνατα με ψηλοτάκουνες γόβες’ δεν φοράει κοσμήματα πέρα από ένα ζευγάρι ασημένια κρεμαστά σκουλαρίκια. Τα μαλλιά της είναι όμορφα χτενισμένα, τα μισά είναι πιασμένα πίσω και τα υπόλοιπα πέφτουν ανάλαφρα στους ώμους της. Το μακιγιάζ της είναι ελαφρύ και διακριτικό, αλλά είναι εκεί.

    «Είσαι πανέμορφη», ψιθυρίζει καθώς εκείνη περπατάει με χάρη προς το μέρος του. Φαίνεται συνηθισμένη στα ψηλά τακούνια και έτσι δεν χρειάζεται να προσέχει υπερβολικά τις κινήσεις της.
    «Κι εσύ το ίδιο», σχολιάζει με θαυμασμό η Κόρρα, κοιτάζοντάς τον εξεταστικά απ’ την κορφή ως τα νύχια. Είναι ντυμένος με ένα μαύρο κοστούμι από απλό αλλά καλό καπαρτινέ ύφασμα, μπεζ πουκάμισο και βυσσινιά γραβάτα. Είναι η πρώτη φορά που τον βλέπει ντυμένο τόσο επίσημα, και του πάει. Τον κάνει ακόμα πιο γοητευτικό απ’ ό,τι ήδη είναι.

    Με τα τακούνια είναι σχεδόν στο ίδιο ύψος, το πολύ να την περνάει πέντε πόντους. Κι έτσι, όταν την πιάνει από τη μέση και την τραβάει κοντά του, δεν χρειάζεται να σκύψει πολύ για να τη φιλήσει.

    Και δεν την έχει φιλήσει άλλη φορά έτσι, με τόσο πάθος. Η Κόρρα νιώθει την αναπνοή της να κόβεται όταν τα δόντια του δαγκώνουν ελαφρά το κάτω χείλος της, κι αφήνει έναν σιγανό αναστεναγμό, πράγμα που προκαλεί στον Ρέιμοντ μια επιθυμία να γευτεί το στόμα της, την ανάσα της. Τα χείλη της ανοίγουν ενστικτωδώς για να επιτρέψουν την είσοδο στη γλώσσα του, και για λίγη ώρα κανείς απ’ τους δύο δεν μπορεί να κάνει πέρα. Όταν επιτέλους το καταφέρνουν, σχεδόν δεν μπορούν να ανασάνουν και το σκούρο μπεζ κραγιόν της Κόρρα έχει εξαφανιστεί.

    «Συγνώμη, δεν ήθελα να…» βιάζεται να απολογηθεί ο Ρέιμοντ, όμως η Κόρρα δεν ενδιαφέρεται και τόσο γι’ αυτό.
    «Μη ζητάς συγνώμη, μ’ άρεσε πολύ», του λέει μ’ ένα χαμόγελο. «Θα έπρεπε να το κάνεις πιο συχνά.»
    «Η αλήθεια είναι πως… να, νόμιζα πως δεν θα σ’ άρεσε.»
    Η Κόρρα γελάει. «Όταν με φιλάς, ξέρω τι νιώθεις. Και μ’ αρέσει. Οπότε ό,τι και να κάνεις δεν θα σε παρεξηγήσω ούτε θα προσβληθώ. Πάμε;»
    «Φυσικά.»
    Παίρνουν τα παλτά τους –έξω κάνει τσουχτερό κρύο- και φεύγουν, κλειδώνοντας πίσω τους την πόρτα.


    Το εστιατόριο βρίσκεται στο κέντρο του Νιου Γκρίνουιτς, και φαίνεται να μαζεύει όλη την αριστοκρατία. Τουλάχιστον, οι πελάτες είναι καλοντυμένοι. Η Κόρρα θυμάται τα φαστφουντάδικα στο Ντέιτον, βρώμικα, γεμάτα κόσμο και πάντα φασαριόζικα. Καμία σχέση μ' αυτό που βλέπει τώρα.

    Οι περισσότεροι βγαίνουν από πολυτελή αυτοκίνητα, όμως ο Ρέιμοντ κι η Κόρρα έχουν έρθει με το μετρό, για οικονομία. Κανείς δεν τους δίνει σημασία βέβαια' όλοι φαίνονται εντελώς απορροφημένοι απ' τους εαυτούς τους, οπότε είναι πιο εύκολο να νιώσεις άνετα.

    Ο μαιτρ στην είσοδο τους οδηγεί στο τραπέζι τους.Είναι μεν πολύ ευγενικός, αλλά κάτι στα μάτια του δείχνει πως αναγνωρίζει το "είδος" τους. Φυσικά, δεν αναφέρει τίποτα, όμως η Κόρρα είναι σίγουρη πως, κατά κάποιον τρόπο, έχει την ικανότητα να βλέπει μέσα τους.

    «Πόσο καιρό πριν έπρεπε να κλείσεις τραπέζι;» ρωτάει χαμηλόφωνα τον Ρέιμοντ καθώς εξετάζουν το μενού. Για κάποιο λόγο η ατμόσφαιρα είναι τόσο ήρεμη που της φαίνεται αγένεια να υψώσει τη φωνή της.
    «Μια εβδομάδα νωρίτερα. Για την ακρίβεια, τους τηλεφώνησα τη μέρα πριν αποβάλεις.»
    Πέφτει σιωπή για λίγο, κι ύστερα η Κόρρα λέει, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα:
    «Είχες κάποιο συγκεκριμένο λόγο;»
    «Θα σου πω σε λίγο. Έρχονται για παραγγελία.»

    Πράγματι, ο σερβιτόρος τους πλησιάζει χαμογελαστός. Είναι ένα ψηλό, όμορφο παιδί. Δηλαδή, τουλάχιστον έτσι φαίνεται.
    «Είστε έτοιμοι;»
    «Ναι, για μένα ένα φιλέτο κοτόπουλο με πουρέ και μπαχαρικά. Κόρρα, εσύ;»
    «Εμμ...Το κοτόπουλο με τη σάλτσα ντιζόν, παρακαλώ.»
    «Πολύ ωραία, Θα πιείτε κάτι; Κάποιο επιδόρπιο;»
    «Κρασί. Ροζέ.»
    «Και δυο λευκές σοκολατίνες, αν γίνεται.»

    Ο σερβιτόρος φεύγει με την παραγγελία και το ζευγάρι μένει ξανά μόνο.
    «Τι ήθελες να μου πεις;» ρωτάει η Κόρρα, οι άκρες των χειλιών της ανασηκωμένες σ’ ένα όμορφο χαμόγελο.
    «Ξέρεις πόσο πολύ σε νοιάζομαι και σε θέλω κοντά μου, έτσι δεν είναι;»
    «Φυσικά.»
    «Ωραία, λοιπόν…» Είναι φανερό πως είναι πολύ αμήχανος. «Την προηγούμενη φορά δεν έγινε σωστά, οπότε θέλω να το διορθώσω αυτό τώρα.»
    «Τι εννοείς, Ρέι;»

    Ο Χρονοφύλακας χαμογελάει –κάπως ντροπαλά, προσέχει η Κόρρα, και δεν τον έχει δει ποτέ έτσι- και βγάζει από την τσέπη του ένα βελούδινο κουτάκι. Κρατώντας το μπροστά της με χέρια που τρέμουν ελαφρά, το ανοίγει αργά. Κι η Κόρρα έρχεται αντιμέτωπη με το πιο όμορφο δαχτυλίδι που έχει δει στη ζωή της. Οπάλιο της φωτιάς πάνω σε λευκόχρυσο. Οι κόκκινες και πορτοκαλί γραμμές μέσα στο πετράδι τής θυμίζουν νεφελώματα, ή καλύτερα το μάτι ενός δράκου.

    Φέρνοντας τα χέρια στο στόμα, ψιθυρίζει το όνομά του, μην πιστεύοντας στα μάτια της.

    «Θα με παντρευτείς;»

    Αργά, τραβάει τα χέρια απ’ το πρόσωπό της και χαμογελάει πλατιά. «Ναι. Ναι, θα σε παντρευτώ!» Με το ζόρι καταφέρνει να ελέγξει τη φωνή της ώστε μην ξεπεράσει το νοητά επιτρεπόμενο όριο της αίθουσας.

    Ο Ρέιμοντ παίρνει το χέρι της στα δικά του, κι αφού περνάει στον παράμεσο το δαχτυλίδι, φιλά τρυφερά τα λεπτά της δάχτυλα.
    «Σ' αγαπώ», ανασαίνει πάνω στο δέρμα της, προκαλώντας της ανατριχίλα.
    «Ρέι…» Τα μάτια της είναι βουρκωμένα και απειλούν να ξεχειλίσουν πάνω στα μάγουλά της.
    «Γιατί κλαις, ψυχή μου; Δεν είσαι χαρούμενη;» της λέει χαμηλόφωνα, ανήσυχα.
    «Γι' αυτό κλαίω», διευκρινίζει η Κόρρα, και του σκάει ένα τεράστιο χαμόγελο ανάμεσα στα δάκρυά της.
    «Έρχονται τα φαγητά μας», την προειδοποιεί εκείνη τη στιγμή ο Ρέιμοντ, κι εκείνη ίσα που προλαβαίνει να σκουπίσει διακριτικά τα μάτια της πριν ο σερβιτόρος αποθέσει μπροστά τους τα πιάτα τους και το μπουκάλι με το κρασί. Προηγουμένως, έχει γεμίσει και τα ποτήρια τους.

    Η Κόρρα δεν έχει ξαναδεί τέτοια πιάτα. Οι μερίδες δεν είναι καθόλου μεγάλες, κι όμως φαίνονται πολύ γευστικές και καλομαγειρεμένες. Πράγματι, η πρώτη μπουκιά την αποζημιώνει και με το παραπάνω. Το κρέας φαίνεται φρεσκότατο κι είναι τόσο νόστιμο και μαλακό που σχεδόν λιώνει στο στόμα.

    «Σ' αρέσει;» τη ρωτά ο Ρέιμοντ, καθώς καταπίνει τη δικιά του μπουκιά. Αντίθετα με την Κόρρα, δε φαίνεται ιδιαίτερα εντυπωσιασμένος. Ή, για να μιλάμε πιο σωστά, δείχνει πως του αρέσει το φαγητό, αλλά χωρίς πολλές, και ίσως περιττές, εκφράσεις του προσώπου.
    «Είναι θεϊκό», αναφωνεί εκείνη, με τα βλέφαρα μισόκλειστα, κι ο Χρονοφύλακας χαμογελά ικανοποιημένος.

    Δειπνούν και πίνουν μιλώντας χαμηλόφωνα, και σύντομα έρχεται η ώρα να φύγουν. Ο Ρέιμοντ δεν αφήνει την Κόρρα να δει το ακριβές ποσό του λογαριασμού, ούτε να συμβάλει με το δικό της χρόνο. Και σίγουρα είναι αρκετά υψηλό’ το καταλαβαίνει καλύτερα βλέποντας πόση ώρα του παίρνει να καταθέσει το χρόνο του στο μεταλλικό κουτάκι που φέρνει ο σερβιτόρος στο τραπέζι τους λίγο αφότου του κάνουν νόημα για το λογαριασμό.


    Στην επιστροφή η Κόρρα δεν μπορεί να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό της. Μιλάει ασταμάτητα για το εστιατόριο, τη διακόσμηση, τις γεύσεις, κι ο Ρέιμοντ την παρακολουθεί χαμογελαστός. Το οπάλιο της φωτιάς λάμπει στο δάχτυλό της καθώς χειρονομεί ζωηρά. Για πρώτη φορά, τη βλέπει να φέρεται σαν μικρό παιδί, όμως δεν την παρεξηγεί. Πέρασε όλη της τη ζωή περιορισμένη, και τώρα που οι ορίζοντές της ανοίγουν χρειάζεται να διοχετεύει κάπου τον ενθουσιασμό της. Και χαίρεται που είναι εκείνος ο δέκτης.

    Ξάφνου, δημιουργείται ένας μικρός πανικός καθώς ένας φαινομενικά νεαρός που φορά κουκούλα εμφανίζεται από το πουθενά και σπρώχνει την Κόρρα, που ταλαντεύεται πάνω στα τακούνια της αλλά δεν πέφτει, μιας και προλαβαίνει να κρατηθεί από το μπράτσο του Ρέιμοντ και το κοντινότερο κάγκελο. Την επόμενη στιγμή η τσάντα και το δαχτυλίδι της έχει εξαφανιστεί και ο κλέφτης τρέχει με όλη του την ταχύτητα προς τα πίσω. Η αντίδραση του Ρέιμοντ είναι αστραπιαία’ μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου βεβαιώνεται πως η Κόρρα είναι καλά κι έπειτα τρέχει πίσω απ’ τον τσαντάκια. Ταυτόχρονα βγάζει το κινητό του για να καλέσει ενισχύσεις από τα κεντρικά.

    Δεν κυκλοφορεί πολύς κόσμος εκείνη την ώρα, κι έτσι δεν χάνει εύκολα τον κλέφτη απ’ τα μάτια του. Ακόμα κι η Κόρρα, τόσα βαγόνια πίσω, μπορεί να διακρίνει τι συμβαίνει. Ευτυχώς η επόμενη στάση δεν είναι κοντά και τελικά ο Χρονοφύλακας προλαβαίνει τον παραβάτη στο τελευταίο βαγόνι, εκεί που τελειώνει η σωλήνα του υπόγειου τρένου.

    «Ακίνητος», τον προστάζει, με το ένα του χέρι περασμένο γύρω απ’ το λαιμό του τύπου. Το άλλο κρατάει το ένα μπράτσο του κλέφτη πίσω απ’ την πλάτη του για να τον εμποδίσει να το σκάσει. «Φύλαξη Χρόνου.»
    «Παράτα με! Δεν έκλεψα χρόνο!»
    «Έκλεψες πράγματα αγορασμένα με χρόνο.» Λέγοντας αυτό, αρπάζει την τσάντα και το δαχτυλίδι αρραβώνων από την τσέπη του φούτερ του τύπου. Καθώς του κατεβάζει την κουκούλα, αποκαλύπτει ένα ξυρισμένο κεφάλι που θα έμοιαζε με γλόμπο αν δεν είχε ένα πολύ λεπτό στρώμα ξανθών μαλλιών. «Πώς σε λένε; Πόσων χρονών είσαι;»
    «Άλεξ Γκρέι. Είμαι 19.» Έχει σταματήσει να παλεύει, σαν να συνειδητοποιεί πως δεν έχει νόημα. Η αλήθεια είναι, πως ένα βλέμμα στα ψυχρά μάτια του Χρονοφύλακα του έχει κόψει κάθε διάθεση για τσαμπουκά.

    Ο Ρέιμοντ ανεβάζει το αριστερό μανίκι του νεαρού. Το ρολόι δεν έχει τεθεί ακόμα σε λειτουργία, κάτι που σημαίνει πως δε λέει ψέματα.
    «Δουλεύεις για κάποιον;» Στη σιωπή του πιτσιρικά, επιμένει: «Αν μιλήσεις, θα έχεις ευνοϊκότερη μεταχείρηση.»
    «Λέγεται Ρικ Μπράουν. Δεν ξέρω αν είναι το κανονικό του όνομα ή παρατσούκλι. Έχει τσιράκια παντού. Κλέβουμε γι’ αυτόν και πληρωνόμαστε καλά.»
    «Δεν είναι παρατσούκλι», λέει μόνο ο Ρέιμοντ καθώς εκείνη τη στιγμή το μετρό σταματάει κι οι πόρτες ανοίγουν. Σπρώχνει τον νεαρό έξω’ κοιτώντας πίσω, κάνει νόημα στην Κόρρα να βγει μαζί τους από εκεί που είναι. «Ξέρεις πού βρίσκεται τώρα;»
    «Χτες που μιλήσαμε ήταν στη Ζώνη 8.»

    Πώς στο καλό αλλάζει ζώνες τόσο εύκολα; Το δίκτυό τους πρέπει να είναι τεράστιο, σκέφτεται ο Χρονοφύλακας κι εκείνη τη στιγμή καταφθάνουν οι ενισχύσεις που είχε καλέσει.
    «Τον έπιασες, Ρέι;» φωνάζει ένας από τους αστυνομικούς, ένας ψηλός, σωματώδης άντρας, πλησιάζοντας με το περίστροφο προτεταμένο.
    «Ναι.» Παραδίδει τον Άλεξ, που δεν αντιστέκεται πια, στον συνάδελφο. «Ανακρίνετέ τον. Φαίνεται πως ξέρει πράγματα για την υπόθεση που ερευνούμε.»

    Ο Άλεξ μένει ακίνητος καθώς του περνάνε τις χειροπέδες, κι έπειτα τον απομακρύνουν γρήγορα από τον σταθμό. Ο Ρέιμοντ γυρνάει στην Κόρρα, που έχει πια πλησιάσει.
    «Είσαι εντάξει;» Ο τόνος του είναι ανήσυχος, όχι μόνο για κείνη, αλλά και γι’ αυτά που έμαθε και που μπορεί να μάθει.
    «Είμαι μια χαρά. Τι ήταν αυτό όμως;»
    «Δεν ξέρω ακόμα.» Της επιστρέφει το δαχτυλίδι και την τσάντα. «Αυτά είναι δικά σου.»
    «Ευχαριστώ.» Προσέχει τις γραμμές στο πρόσωπό του, μόλις περνάει το μπράτσο του γύρω απ’ τη μέση της. «Εσύ είσαι καλά;»
    «Απλά σκέφτομαι τι μπορεί να μάθουμε από αυτόν. Ας πάμε σπίτι πρώτα. Είσαι κουρασμένη;»
    Η Κόρρα γνέφει. «Λίγο. Αρχίζουν να με πιέζουν οι γόβες.»
    «Δεν θα αργήσουμε, κάνε λίγη υπομονή ακόμα.»

    Όταν, πίσω στο σπίτι ο Ρέιμοντ μοιράζεται τις υποψίες του με την Κόρρα, τον υποδέχεται η σιωπή.
    «Δεν είναι τυχαίο που επιτέθηκε σε μένα», λέει εκείνη μετά από λίγο, με σοβαρό ύφος. Έχει σκεφτεί κάθε ενδεχόμενο, είναι η αλήθεια’ δεν θα ξαφνιαζόταν αν μάθαινε πως την ψάχνουν.
    «Γιατί το λες αυτό; Τον είχες ξαναδεί; Ή μήπως σε γνώριζε αυτός;»
    «Όχι, πρώτη φορά τον έβλεπα. Όμως, αν ο Μπράουν είναι όντως συνεργάτης του Μπρεντ, είναι πολύ πιθανόν να έχει κάποιες φωτογραφίες. Μπορεί και να θέλει εκδίκηση, ποιος ξέρει;»
    «Αν ήθελε να σε σκοτώσει, θα το είχε κάνει.»
    «Εκτός κι αν είχε άλλες εντολές. Ίσως να με παρακολουθούσε.»
    «Μη φοβάσαι τόσο πολύ», λέει ο Ρέιμοντ σιγανά, καθησυχαστικά, καθώς την παίρνει στην αγκαλιά του. Δε θέλει να παραδεχτεί πως ίσως έχει δίκιο. «Μαζί μου είσαι. Δε θ' αφήσω να πάθεις κάτι. Δε θα σ’ αφήσω ποτέ, στο ορκίζομαι.»

    Η Κόρρα στρίβει το κορμί της ώστε να μπορεί να τον βλέπει και ρίχνει τα μπράτσα της γύρω απ’ τους ώμους του. Συγκινημένος εκείνος, κρύβει το πρόσωπό του στα μαλλιά της.
    «Σ’ αγαπώ πάρα πολύ», του ψιθυρίζει στο αυτί. Κι αμέσως ο Ρέιμοντ αναρριγά ολόκληρος’ περίμενε όλο το βράδυ για να το ακούσει αυτό. Δένοντας τα χέρια του γύρω της, τη φέρνει πιο κοντά του’ τόσο κοντά, που μπορεί να νιώσει το ταχύτατο καρδιοχτύπι της πάνω στο δικό του και την αναπνοή της στο δέρμα του προσώπου του. Με τα ακροδάχτυλά του ανασηκώνει το πιγούνι της προς το μέρος του, χαϊδεύει τα τρεμάμενα χείλη της σαν να θέλει να δοκιμάσει την υφή τους. Κι ας την έχει φιλήσει ήδη άπειρες φορές’ δεν είναι πια το ίδιο.

    «Σε λατρεύω», ανασαίνει πάνω τους, πριν τα αγγίξει απαλά με τα δικά του. Το φιλί ξεκινά αργό και τρυφερό, σχεδόν φοβισμένο, όμως σύντομα γίνεται παθιασμένο, επείγον. Σαν να είναι κάτι που έπρεπε να κάνουν εδώ και πολύ καιρό. Δεν αργεί να τους οδηγήσει στην κρεβατοκάμαρα, κι από κει, επιτέλους χωρίς κανένα δισταγμό, στον ουρανό.


      ____________

    Lady Melisandre
    Φύλακας του Νότου
    Φύλακας του Νότου

    Αριθμός μηνυμάτων : 1221
    Ημερομηνία εγγραφής : 04/05/2012
    Ηλικία : 28
    Τόπος : Asshai

    Armory
    : Lannister Lannister

    Απ: Always On Time

    Δημοσίευση από Lady Melisandre Την / Το Κυρ Ιαν 04, 2015 11:59 pm

    Κεφάλαιο 11

    Οι επόμενοι τρεις μήνες τρέχουν μέσα σ’ ένα πυρετό για την Κόρρα και τον Ρέιμοντ, καθώς, στο χρόνο που τους απομένει από τη δουλειά, σχεδιάζουν το γάμο τους, ψάχνουν για νυφικό, κοστούμι και μπομπονιέρες, και προσπαθούν να αποφασίσουν πόσους και ποιους θα καλέσουν.

    Στο ενδιάμεσο, έρχονται και τα Χριστούγεννα. Στο γκέττο σπάνια τα γιορτάζουν. Φυσικά, όλοι ξέρουν περί τίνος πρόκειται, έστω και αορίστως, μα κανείς δεν έχει τον απαραίτητο χρόνο να σπαταλήσει σε στολισμούς, δώρα και γεύματα με φίλους. Ακόμα και τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια εκεί είναι σπάνια. Στη Ζώνη 4 όμως, ο στολισμός στους δρόμους και στους ουρανοξύστες είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακός. Η Κόρρα δεν έχει ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ούτε θυμάται την τελευταία φορά που γιόρτασε τα Χριστούγεννα στη ζεστασιά του σπιτιού της. Όμως αυτά είναι τα καλύτερα Χριστούγεννα της ζωής της: ο Ρέιμοντ, το αναμμένο τζάκι, το ζεστό εγκ-νογκ, το δέντρο με τις κόκκινες και μπλε μπάλες, ακόμα και το γκι που κρέμεται στην κάσα της πόρτας και τους αναγκάζει να φιλιούνται κάθε φορά που περνούν από κάτω.

    Μετά από πολλά χρόνια, χιονίζει και λίγο εκείνο το χειμώνα' όχι τόσο ώστε να το στρώσει, αλλά αρκετά για να δώσει μια επιπλέον νότα χριστουγεννιάτικης μαγείας.


    Παντρεύονται το Φλεβάρη στην προτεσταντική εκκλησία κοντά στο σπίτι τους. Ο Ρέιμοντ θα προτιμούσε το δημαρχείο, ως λιγότερο πομπώδες και πιο οικονομικό, αλλά για την Κόρρα ο γάμος πρέπει να είναι και θρησκευτικός. Αν και δεν είναι ιδιαίτερα θρήσκα, σ’ αυτό είναι κάθετη.

    Το νυφικό της Κόρρα είναι όλο δαντέλα πάνω σε ιβουάρ μετάξι και μακριά καμπανωτά μανίκια. Και το μόνο πράγμα που στολίζει τα μακριά μαλλιά της είναι ένα στέμμα από ανθάκια λεμονιάς. Ο Ρέιμοντ πάλι είναι ντυμένος με μαύρο βελούδο και γκρι σατέν και για την Κόρρα είναι ο πιο όμορφος άντρας που έχει δει ποτέ της. Όλη τη μέρα δεν μπορεί να σταματήσει να γελάει και να κλαίει από χαρά, κι ο Ρέιμοντ, μετά από –έχει ξεχάσει πόσο- καιρό, νιώθει ξανά σαν μικρό παιδί.

    Δεν έρχεται πολύς κόσμος στο γάμο. Μόνο δυο φίλοι του Ρέιμοντ απ' την υπηρεσία ονόματι Φίλιπ και Ζακ, η Σιέννα που δουλεύει με την Κόρρα στο βιβλιοπωλείο κι ο φίλος της ο Έρικ, καθώς επίσης και η Λίνα με την Γκρέτα. Μετά την τελετή δεν υπάρχει δεξίωση. κάτι τέτοιο θα απαιτούσε πολύ χρόνο για ξόδεμα. Αντίθετα τους υποδέχονται στο σπίτι τους, με φαγητό απ' τα χέρια της νύφης, ένα τραπέζι ζεστό και φιλικό και τη μουσική επιμελημένη απ' τον γαμπρό.

    Όταν η Κόρρα πετάει την ανθοδέσμη, η Σιέννα είναι αυτή που την πιάνει. Και το χαμόγελο που ανταλάσσει με τον Έρικ τα λέει όλα.
    «Μάλλον θα έχουμε σύντομα κι άλλον γάμο», σχολιάζει γελαστά η Κόρρα, αγκαλιάζοντας τη φίλη της.
    «Απ’ το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί!» αναφωνεί εκείνη, δήθεν απελπισμένα. Είναι με τον Έρικ ήδη τρία χρόνια και δεν υπάρχει κάτι που να τους εμποδίζει από το να παντρευτούν.

    Για μήνα του μέλιτος βέβαια, ούτε λόγος. Δεν υπάρχει ούτε ο χρόνος-χρήμα, αλλά ούτε και ο πραγματικός χρόνος. Η δουλειά του Ρέιμοντ δεν τον αφήνει να ευχαριστηθεί τέτοιες πολυτέλειες. το μόνο που του παραχωρούν ως άδεια γάμου είναι πέντε ημέρες –κι αυτές με επιφύλαξη, μιας και πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο να τον καλέσουν απρόοπτα. Έτσι εκείνος κι η Κόρρα μένουν σπίτι και αξιοποιούν… ποιοτικά τον καιρό τους.


    Με τούτα και με κείνα, έχουν σχεδόν ξεχάσει τις έρευνες των Χρονοφυλάκων. Για τον Ρέιμοντ, βέβαια, αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο, καθώς έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με το θέμα, αλλά η ανησυχία της Κόρρα έχει κάπως καταλαγιάσει. Τους τελευταίους μήνες νιώθει όλο και πιο άνετα, όλο και λιγότερο φοβισμένη. Καταφέρνει να μετακινείται μόνη της, χωρίς να φοβάται και τη σκιά της, όπως συνέβαινε στις αρχές, κι όταν ο Ρέιμοντ πρέπει να μείνει τη νύχτα στη δουλειά, ξέρει ότι δεν χρειάζεται να τριπλοκλειδώνει για να νιώσει ασφαλής.

    Όμως τα νέα που έρχονται από τις έρευνες δεν είναι και τόσο καλά. Η ανάκριση του νεαρού Άλεξ είχε κάποια αποτελέσματα βέβαια. αλλά οι συμμορίες που εμπλέκονται στην υπόθεση μετακινούνται τόσο γρήγορα από Ζώνη σε Ζώνη που η Φύλαξη Χρόνου δεν τις προλαβαίνει. Η μόνη εξήγηση για την ταχύτητά τους είναι να έχουν παρακλάδια παντού, άπειρο χρόνο για ξόδεμα και πλήρη εξοπλισμό σε μεταφορικά μέσα.

    Από κάποια μισόλογα του Άλεξ, συμπεραίνουν ότι ο λόγος που μπήκαν στο σπίτι της Κόρρα στο γκέττο, καθώς και ο λόγος που τον έβαλαν να τη ληστέψει, ήταν πως έψαχναν για ίχνη της. Ο Μπρεντ είχε προειδοποιήσει τους συνεργάτες του ότι αν του συνέβαινε κάτι, η υπεύθυνη θα ήταν εκείνη. Και παρόλο που η Κόρρα δεν μάθαινε ποτέ τίποτα για τις περαιτέρω παράνομες δραστηριότητες του «προστάτη» της, τώρα θεωρείται από τη συμμορία του ένοχη προδοσίας.

    Ο Ρέιμοντ είναι αναγκασμένος να της μεταφέρει τα νέα. δε θέλει να την τρομάξει, αλλά θεωρεί πως πρέπει να ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει. Είναι ήδη Μάρτης κι η Κόρρα είναι πάλι έγκυος, κι αυτή τη φορά δεν πρέπει να ρισκάρουν με τίποτα την υγεία του εμβρύου. Ο Ρέιμοντ θα προτιμούσε να μετακομίζουν κάθε μήνα για να χάνονται τα ίχνη τους. θα προτιμούσε επίσης να την είχε μαζί του εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο αλλά κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, ειδικά στην κατάστασή της.

    Έτσι ο Άλεξ Γκρέι φυλάσσεται με δρακόντεια μέτρα για να μην μπορέσει να αποδράσει αλλά ούτε και να επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο, ενώ τίθενται μερικοί διακριτικοί φρουροί με πολιτικά έξω απ’ το σπίτι του Ρέιμοντ επί καθημερινής βάσης, κάτι που κάνει την Κόρρα έξαλλη καθώς νιώθει πως την παρακολουθούν ακόμα και στο μπάνιο.
    «Πού θα πάει αυτή η κατάσταση;» ρωτάει κάποια στιγμή τον Ρέιμοντ. «Παντρεμένοι είμαστε εμείς ή φυλακισμένοι;»
    «Κόρρα μου, είναι για την ασφάλειά μας. Κάνε λίγη υπομονή», της εξηγεί προσεκτικά εκείνος.
    «Ποια ασφάλεια; Με τόσο κόσμο έξω απ’ το σπίτι κάθε μέρα, τώρα θα ‘χουν ήδη καταλάβει ότι είμαι εδώ.»
    «Το ξέρω ότι είναι επικίνδυνο, αλλά μόνο έτσι θα μπορέσουν να σε προστατεύσουν αν συμβεί κάτι. Εσένα και το μωρό», προσθέτει με νόημα.
    «Δεν μπορώ να είμαι ήσυχη έτσι», αντιλέγει εκείνη. «Κι αν δεν είμαι εγώ ήσυχη, δεν θα είναι ούτε το μωρό.»
    «Σου υπόσχομαι πως δεν θα συνεχιστεί για πολύ. Θα τους βρούμε.»

    Πράγματι, μέσα στους επόμενους μήνες, συλλαμβάνουν μερικούς συνεργούς, οι οποίοι, με την απειλή της κατάσχεσης χρόνου, επιβεβαιώνουν κάποια από τα στοιχεία που είχε δώσει ο Άλεξ. Αυτό βέβαια δεν τους γλιτώνει από πολύχρονες ποινές φυλάκισης' κι αν αποδράσουν ή υποτροπιάσουν, τότε η κατάσχεση χρόνου δεν θα είναι διαπραγματεύσιμη.

    Ταυτόχρονα, καταφέρνουν να απελευθερώσουν, ή καλύτερα να βοηθήσουν να ξεφύγουν, κάποιες κοπέλες που δούλευαν γι’ αυτούς, είτε ως πόρνες είτε ως σκλάβες του σεξ. Σ’ αυτές βρίσκουν νόμιμες δουλειές σε άλλες Ζώνες και τις κρατούν στην προστασία μαρτύρων για παν ενδεχόμενο.
    Αυτό είναι κάπως παρηγορητικό για την Κόρρα και τον Ρέιμοντ, όμως όχι εντελώς. Ο φερόμενος ως εγκέφαλος Ρικ Μπράουν εξακολουθεί να διαφεύγει και για κάποιον λόγο κανείς δεν ξέρει επακριβώς πού είναι. Κάθε ανάκριση δίνει διαφορετικές πληροφορίες για την τοποθεσία του και καμιά δεν επαληθεύεται. Οι Χρονοφύλακες πιστεύουν πως επίτηδες δίνει λανθασμένες πληροφορίες στους μπράβους και τα τσιράκια του για να ξεφεύγει πιο εύκολα, και όσο εκείνος είναι ελεύθερος, τόσο η Κόρρα όσο και όλες οι άλλες κοπέλες τις οποίες εκμεταλλεύονται κινδυνεύουν θανάσιμα.

    Κι ο Ρέιμοντ, ανήμπορος, βλέπει την υπόσχεσή του να ξεμακραίνει καθώς περνά ο καιρός.


      ____________

    Lady Melisandre
    Φύλακας του Νότου
    Φύλακας του Νότου

    Αριθμός μηνυμάτων : 1221
    Ημερομηνία εγγραφής : 04/05/2012
    Ηλικία : 28
    Τόπος : Asshai

    Armory
    : Lannister Lannister

    Απ: Always On Time

    Δημοσίευση από Lady Melisandre Την / Το Τετ Σεπ 16, 2015 12:14 am

    Κεφάλαιο 12

    Είναι μεσοκαλόκαιρο όταν ο Ρέιμοντ επιστρέφει στο σπίτι μετά τη δουλειά, με ένα μπουκέτο λουλούδια κι ένα σατέν πουγκί στα χέρια. Είναι τα γενέθλια της Κόρρα σήμερα και σκεφτόταν όλη την εβδομάδα τι δώρο να της κάνει. Τελικά έχει καταλήξει στο πιο κλασικό: τριαντάφυλλα -μπλε, που της αρέσουν- και ένα καμέο περασμένο σε βελούδινη κορδέλα για το λαιμό.
    Όμως, τη στιγμή που βάζει το κλειδί στην κλειδαριά και ανοίγει, έρχεται αντιμέτωπος με το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί.
    Το σαλόνι είναι ανάστατο. Βιβλία είναι πεταμένα στο πάτωμα, τα μαξιλάρια του καναπέ επίσης, τα βάζα είναι σπασμένα και υπάρχουν γυαλιά παντού.
    «Κόρρα;» αναφωνεί ταραγμένος, αλλά δεν παίρνει απάντηση. «Κόρρα!» Τώρα είναι τρομοκρατημένος. Τρέχει στην κουζίνα. η κατάσταση είναι παρόμοια αλλά η γυναίκα του δεν είναι ούτε εκεί. Το δωμάτιο του παιδιού.
    Φτάνει στην είσοδο και παραλύει.
    Η Κόρρα είναι πεσμένη ανάσκελα στο πάτωμα μπροστά απ' την κούνια του μωρού, τα μαλλιά της όλα μπροστά στο πρόσωπό της. Δεν υπάρχουν αίματα, ούτε νερά, τίποτα που να υποδηλώνει τραύμα ή πρόωρη γέννα. Τα ρούχα της όμως είναι στραπατσαρισμένα. Σχεδόν αυτόματα, τα μάτια του Ρέιμοντ πέφτουν στο αριστερό της χέρι, που είναι απλωμένο στο πάτωμα, με το προστατευτικό μανίκι για το ρολόι πεταμένο λίγο πιο δίπλα. Δώδεκα θολά μηδενικά.
    Για λίγα δευτερόλεπτα, δε βλέπει μπροστά του από την ταραχή. Συντετριμμένος, πέφτει στα γόνατα δίπλα στο άψυχο κορμί της, την μαζεύει στην αγκαλιά του. Χαϊδεύει τα μαλλιά της, τα παραμερίζει για να αγγίξει το κρύο της μέτωπο με τα χείλη του.
    «Όχι, αγάπη μου, σε παρακαλώ, ξύπνα, μη μου το κάνεις αυτό...» ψιθυρίζει, δάκρυα πλημμυρίζουν τα μάτια του. Δε θέλει να το δεχτεί. Δεν είναι αλήθεια, δεν είναι η Κόρρα του αυτή. Η Κόρρα είναι ζωντανή και περιμένει το μωρό τους, σήμερα κλείνει τα 26... Αλλά το δέρμα της είναι χλωμό και παγωμένο, τα μάτια της είναι ανοιχτά και κοιτούν το ταβάνι χωρίς να το βλέπουν πραγματικά, υπάρχουν ίχνη δακρύων στα μάγουλά της και τα χείλη της δεν είναι πια κόκκινα, έχουν αρχίζει και μπλαβίζουν. «Όχι...» Κι η κραυγή που βγαίνει από το στόμα του δε θυμίζει σχεδόν καθόλου κραυγή ανθρώπινη.

    Πάνω στο φέρετρο, πριν το κατεβάσουν στη γη, αποθέτει τα μπλε τριαντάφυλλα που της είχε αγοράσει.

    Μετά την κηδεία, επιστρέφει στο άδειο πλέον σπίτι. Είναι μόνος. δεν θέλει κανέναν για συντροφιά. Δεν αντέχει να μπει στο δωμάτιο του μωρού, αλλά ούτε και στο δικό του, κι έτσι παραμένει στο σαλόνι. Περνάει όλη τη νύχτα καπνίζοντας και πίνοντας ουίσκι -ποιος, ο Ρέιμοντ, που δεν είχε ακουμπήσει ποτέ του τσιγάρο και δεν είχε μεθύσει ποτέ.
    Γύρω στην αυγή, αποφασίζει να σηκωθεί απ' τον καναπέ για να πάει στην τουαλέτα και τότε προσέχει κάτι περίεργο πάνω στο τραπεζάκι της τηλεόρασης. Μια κάρτα μνήμης. Είναι τόσο μικροσκοπική που δεν την είχε προσέξει νωρίτερα. Ποιος ξέρει πόσον καιρό ήταν εκεί πάνω. Τη βάζει στην ειδική υποδοχή της τηλεόρασης και παίρνει το τηλεκοντρόλ, πίνοντας άλλη μια γουλιά ουίσκι.
    Στην αρχή η εικόνα είναι μαύρη, ακούγονται μόνο κάποιοι ακατάληπτοι ήχοι. Ύστερα καθαρίζει κι ο Ρέιμοντ σχεδόν πνίγεται με το ποτό του. Στην οθόνη του βλέπει την Κόρρα, να κλαίει και να παρακαλάει κρατώντας την φουσκωμένη κοιλιά της, προσπαθώντας στην ουσία να προστατεύσει το αγέννητο παιδί της.
    Είναι τουλάχιστον δύο άτομα μαζί της. ένας αυτός που την απειλεί κι ένας που τραβάει το βίντεο.
    «Άσε τα κλάματα, τσουλάκι», της λέει ο πρώτος.
    «Φύγετε, σας παρακαλώ, δεν σας έχω κάνει τίποτα...»
    Αντί γι' απάντηση, πέφτει ένα ηχηρό χαστούκι που τη ρίχνει στο πάτωμα.
    «Εξαιτίας σου κρυβόμαστε τον τελευταίο χρόνο. Από τότε που ξέμεινε ο Τζακ, οι Χρονοφύλακες δεν μας έχουν αφήσει σε ησυχία.»
    «Τι φταίω εγώ; Ούτε καν σας ξέρω!» Η φωνή της υψώνεται σχεδόν υστερικά και φυσικά αυτό δεν βελτιώνει την κατάσταση. Άλλο ένα χαστούκι. Ο Ρέιμοντ κλείνει τα μάτια. Δεν αντέχει να βλέπει αλλά πρέπει. Πρέπει να το δει αν θέλει να βρει τους ενόχους.
    Ο τύπος την κλοτσάει στην κοιλιά, κι η Κόρρα διπλώνεται στα δύο απ' τον πόνο.
    «Το παιδί μου…» ψελλίζει.
    «Το μπάσταρδό σου, θες να πεις. Με ποιον πήγες και γκαστρώθηκες; Γιατί αποκλείεται να είναι του Χρονοφύλακα. Μια πουτάνα είναι πάντα πουτάνα.»
    Τα μάτια της Κόρρα ανοίγουν διάπλατα. είναι φανερό πως αδυνατεί να πιστέψει αυτά που ακούει, κι αυτό κάνει τον Ρέιμοντ να μην αμφιβάλει ούτε στιγμή. «Όχι...» Το πρόσωπό της στρέφεται πανικόβλητο στην κάμερα, μάλλον ανακλαστικά. «Ρέι, ξέρεις πως δεν είναι αλήθεια... Βοήθησέ με...»
    «Δεν πρόκειται να σε ακούσει. Ή μάλλον, θα δει το βίντεο, αλλά θα είναι αργά.»
    Ο τύπος με την κάμερα γελάει κοροϊδευτικά. Ο άλλος την κλοτσάει μια φορά ακόμα κι έπειτα γονατίζει και την πιάνει απ' τον γιακά, φέρνοντάς την κοντά του. Με μια άγρια κίνηση, πετάει πέρα το κάλυμμα του ρολογιού της και πιέζει τον δεξιό καρπό του δυνατά πάνω στον καρπό της Κόρρα, που μάταια προσπαθεί να ξεφύγει καθώς της κλέβουν το χρόνο. Ο Ρέιμοντ σφίγγει τα δόντια του τόσο πολύ που του έρχεται πονοκέφαλος και δάκρυα μαζί.
    «Αυτό είναι για τον Τζακ, σκύλα», λέει ο άντρας στην οθόνη, καθώς το ρολόι της κοπέλας μετράει τα τελευταία δευτερόλεπτα και σβήνει. Εκείνη πέφτει νεκρή μ' ένα τίναγμα, όπως όλοι όσοι ξεμένουν από χρόνο. Τα μάτια της είναι ακόμα ανοιχτά. Η κάμερα παραμένει για λίγα δευτερόλεπτα πάνω απ' το σώμα της, με τους άντρες να γελάνε εκδικητικά, κοροϊδευτικά στο φόντο, πετώντας απειλές στον Χρονοφύλακα, κι έπειτα σβήνει. Κι ο Ρέιμοντ κρύβει το πρόσωπο στις παλάμες του και ξεσπάει σαν μικρό παιδί.

    Την επόμενη ημέρα, νηφάλιος, πηγαίνει στην υπηρεσία και δείχνει το βίντεο στους ανωτέρους του.
    «Τι θέλεις να μας πεις, Λίον;» ρωτά ο διοικητής όταν το αποτρόπαιο ντοκουμέντο τελειώνει κι η οθόνη σβήνει.
    «Χρειάζομαι βοήθεια για να τους βρω. Λίγους άντρες έστω.»
    «Δεν γίνεται», λέει ξερά ο διοικητής. «Λυπάμαι, αλλά η γυναίκα σου δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία που ξεμένει από χρόνο.»
    «Ναι, αλλά όχι έτσι. Ήταν έγκυος, για όνομα του Θεού! Κι είμαστε στη Ζώνη 4, δεν θα έπρεπε να συμβαίνει κάτι τέτοιο εδώ!» Η φωνή του απειλεί να σπάσει, αλλά όχι, δεν θα τους κάνει τη χάρη.
    «Τώρα θα έχουν ήδη εξαφανιστεί. Θα στείλουμε ένα σώμα να τους ψάξει αλλά εσύ δεν θα πάρεις μέρος σ' αυτό.» Ο διοικητής σηκώνεται και κοιτάζει τον Ρέιμοντ στα μάτια. «Είσαι ο πιο πολύτιμος εδώ.»
    «Δεν καταλαβαίνετε. Πρέπει να είμαι κι εγώ μαζί τους.»
    Τώρα ο άλλος άντρας χάνει την υπομονή του και χτυπάει το χέρι του στο γραφείο ενώ οι υπόλοιποι γύρω τους παρακολουθούν ασάλευτοι. «Νομίζεις πως εγώ δεν έχω οικογένεια; Πως δεν φοβάμαι μήπως τους χάσω; Δεν μπορώ να σε ρισκάρω, Λίον. Σε προορίζω για μεγάλα πράγματα, γιατί κανείς άλλος εδώ μέσα δεν είναι εφάμιλλός σου. Γι' αυτό θα με υπακούσεις όταν σε διατάζω να μην ανακατευτείς.»
    Ο Ρέιμοντ δεν ξέρει τι να πει σ' αυτό. Σφίγγει τις γροθιές και λέει μέσα απ' τα δόντια του.
    «Μάλιστα, κύριε Διοικητά.»
    Και χωρίς να περιμένει απάντηση, γυρνάει επιτόπου και βγαίνει από την αίθουσα. Λίγα μέτρα παρακάτω, πέφτει πάνω στον Φίλιπ.
    «Είσαι καλά φίλε;» τον ρωτάει εκείνος ανήσυχος. Ήταν μαζί του στην κηδεία κι είχε προσφερθεί μάλιστα να τον συνοδεύσει και στο σπίτι, αλλά ο Ρέιμοντ είχε αρνηθεί.
    «Όχι.»
    «Τι έγινε;»
    «Τη σκότωσαν, Φίλιπ. Ξέρω ποιοι είναι. Ξέρω τα πρόσωπά τους, κι αυτοί δεν μ' αφήνουν να τους ψάξω.»
    «Μη μου πεις ότι σκέφτεσαι να πας μόνος σου...» Βλέποντας την έκφραση του φίλου του, ο Φίλιπ πανικοβάλλεται. «Όχι, όχι, όχι, Ρέι, οι διαταγές είναι διαταγές, θα γίνει χαμός αν...»
    Εκείνος, χωρίς να τον κοιτάξει, σηκώνει το ένα του χέρι ψηλά για να τον κάνει να σωπάσει. «Θα τους βρω. Θα τους βρω και θα τους σκοτώσω, ακόμα κι αν είναι το τελευταίο πράγμα που θα κάνω.»


      ____________

      Η τρέχουσα ημερομηνία/ώρα είναι Δευ Δεκ 05, 2016 8:35 pm