Το πρώτο ελληνικό φόρουμ για τον κόσμο του A Song of Ice and Fire και την σειρά Game of Thrones του HBO

Μην το μετακινείτε γιατί δεν φαίνεται η πρώτη είδηση!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Καλώς ήρθες, Επισκέπτης!
Είδατε τον 5ο κύκλο και μείνατε έτσι Shocked + scared + Crying or Very sad ;;; Σας περιμένουμε εδώ για συζήτηση και θεωρίες!
Θα τελειώσει ποτέ ο Martin το Winds of Winter;
Τα μέλη της κοινότητας μας είναι 165, διαδώστε μας για να γίνουμε περισσότεροι!

    Cursed Souls

    Μοιραστείτε

    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Παρ Ιουν 20, 2014 2:29 am

    The Great Seas of Meredor, 18 May 492 A.D., Anna's Pov {6th scene}



     Τα βλέφαρα μου τρεμόπαιξαν νιώθοντας το κρύο ρίγος να διαπερνάει την ραχοκοκκαλιά μου, να πλημμυρίζει το κορμί μου. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου, στο άκουσμα των πουλιών που αισθανόμουν να πετούν ακριβώς από πάνω μου. ‘Γλάροι..;’Συλλογίστηκα αλλά δεν ήμουν και σίγουρη. Ένιωθα τα ρούχα μου, ακόμα και τον μανδύα μου κολλημένα πάνω μου, υγρά, βρεγμένα. Τα κύματα κάθε τόσο με αγκάλιαζαν καθώς η θάλασσα με ξέβγαζε στην αμμουδιά. Το κεφάλι μου κουνήθηκε, μετακινήθηκε πάνω σε κάτι. Το ανασήκωσα απορημένη συνειδητοποιώντας πως όλη αυτή την ώρα βρισκόμουν ξαπλωμένη, αναίσθητη – όπως και εκείνος – πάνω στο σώμα του Lancelot. Φαίνεται πως στην προσπάθεια μου να τον σώσω, είχα πέσει πάνω του με ορμή, κατά την μεταφορά μας απ’το Νησί καλύπτοντας τον, προστατεύοντας τον έτσι απ’το Πέπλο. Έπειτα θυμόμουν να παλεύω με τα κύμματα, το ρεύμα της θάλασσας, καθώς εκείνο με τράβαγε μαζί με τον ιππότη στο βυθό του, ενώ εγώ έκανα υπεράνθρωπες προσπάθειες να αναδυθούμε κι οι δυο στην επιφάνεια. Τελικά μεταφέρθηκα για άλλη μια φορά με τις δυνάμεις μου προς τα έξω, αλλά αισθανόμουν τέτοια εξάντληση που δεν μπορούσα να μας απομακρύνω περισσότερο.
     Καθώς ο ιππότης έπαιρνε βαθιές ανάσες και ένιωθα το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει κάτω απ’την πανοπλία του,-κάτι για το οποίο ευχαριστούσα τον Θεό που είχαμε φτάσει και δράσει εγκαίρως-διέκρινα κάτι κόκκινο να στάζει απ’την δεξιά μεριά του αυτιού του, λίγο πιο πάνω απ’το λαιμό του. Άπλωσα το χέρι μου εξετάζοντας την πληγή και άγγιξα το αίμα που έτρεχε από εκεί. ‘Είναι πληγωμένος.’Μουρμούρισα από μέσα μου. Την ίδια ώρα η ματιά μου έπεφτε πάνω στο χέρι μου, διαπιστώνοντας πως το δαχτυλίδι του προσωρινού κυβερνήτη του Camelot δεν υπήρχε πλέον εκεί. Είχε αφήσει μόνο ένα αραιό σημάδι στη θέση του. Χαμήλωσα το κεφάλι μου στην καρδιά του Lancelot, χωρίς να το καταλάβω, τοποθετώντας το εκεί, αφήνοντας κάποια δάκρυα να ελευθερωθούν απ’τα μάτια μου, θρηνώντας έτσι την χαμένη μου αγάπη. Δεν θα ξαναέβλεπα ποτέ τον Agravaine.
     Ο Lancelot ξερόβηξε βγάζοντας το νερό της θάλασσας απ’το στόμα του, και αφήνοντας ένα βογκητό πόνου, φέρνοντας το χέρι του στον σβέρκο του και προσπαθώντας έτσι να ανασηκωθεί. Αμέσως εγώ τινάχτηκα όρθια και σκούπισα αμέσως τα μάτια μου. Ίσιωσα το κορμί μου, έφτιαξα όσο μπορούσα –παρ’όλο που ήταν βρεγμένα- τα ρούχα μου και στάθηκα μπροστά στον ιππότη με βλέμμα ανήσυχο αλλά και αποφασιστικό, έτοιμη να τον αντιμετωπίσω.



     Περίμενα μέχρι που ο Lancelot είχε ανοίξει πλέον για τα καλά τα μάτια του, είχε φέρει τα χέρια του σε αυτά τρίβοντας τα, κοιτούσε τριγύρω του παραξενεμένος, και τώρα έγερνε το βλέμμα του προς εμένα. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου είχε πεταχτεί και εκείνος όρθιος, τραβούσε το σπαθί απ’το θηκάρι του και το άπλωνε προς το μέρος μου. Σήκωσα και εγώ τα χέρια μου στον αέρα παίρνοντας αμυντική στάση όπως πάντα.
     «Sir Lancelot, σας παρακαλώ σταματείστε. Μπορώ να σας εξηγήσω.»πρόφερα τα λόγια μου με δυσκολία, ενώ την ίδια ώρα έβηχα κι εγώ. Δεν είχα αποβάλλει απ’τον οργανισμό μου το αλμυρό νερό και με ενοχλούσε.
     «Μorgause!..»βρυχήθηκε με κόπο εκείνος. «Σε ξέρω πολύ καλά.»συνέχισε και με μια απότομη κίνηση είδα το ξίφος να κατευθύνεται προς το μέρος μου, με στόχο την καρδιά μου. Κινήθηκα αμέσως και εξαϋλώθηκα. Την επόμενη στιγμή βρισκόμουν ακριβώς από πίσω του. Ένιωθα το αίμα να μου ανεβαίνει στο κεφάλι, τα νεύρα μου ήταν έτοιμα να σπάσουν. Περισσότερο δεν άντεχα να σπαταλώ τις δυνάμεις μου κάθε τόσο για ψίλου πήδημα.
     «Το όνομα μου είναι Annelyse Sir!»φώναξα δυνατά με πείσμα, τονίζοντας την φράση μου, θέλοντας να δώσω έμφαση στην ταυτότητα μου, σφίγγοντας τις γροθιές μου, και κατακευρανώνοντας τον ιππότη με ύφος δολοφονικό. Εκείνος έγειρε προς το μέρος μου έκπληκτος, και συνάμα τρομαγμένος. «Annelyse Hastings!» Επανέλαβα σοβαρά χαμηλώνοντας κάπως τον τόνο της φωνής μου. «Αλλά όλοι προτιμούν όπως κι εγώ να με φωνάζουν ‘Anne.’ Ναι είμαι κι εγώ Μάγισσα –όπως η καταραμένη η Μorgause- με την διαφορά όμως πως εγώ δεν συμμερίζομαι τις καταστροφικές διαθέσεις της και την μανία της για εξουσία. Επίσης προέρχομαι απ’το μέλλον, απ’το πολύ μακρινό μέλλον, Θέλεις να μάθεις πόσο μακρινό ιππότη;! 1500 χρόνια μετά , συγκεκριμένα απ’το 2014 μ.Χ.!!» Ο Lancelot δεν είχε αρθρώσει λέξη, με παρατηρούσε όλη αυτήν την ώρα με το στόμα ανοιχτό. Συνέχισα απτόητη , δίχως να του αφήνω περιθώρια να μιλήσει. «Σκοπός μου είναι, εφόσον έχω γυρίσει στην εποχή σου, να σώσω ζωές Sir Lancelot. Ζωές όπως την δική σου!» Άπλωσα το χέρι μου προς το μέρος του δείχνοντας τον προς στιγμήν. «Και όχι για να αφαιρέσω, Αν επιθυμούσα να σε σκοτώσω πίστεψε με θα’το’χα κάνει ήδη. Και στο κάτω κάτω γιατί να σε σκοτώσω, απ’την στιγμή που σε έσωσα μου εξηγείς;! Ούτε καμιά τρελή είμαι, ούτε παράλογη, ούτε ανώμαλη. Πόσο μάλλον για το τελευταίο να είσαι σίγουρος.»
     Σταμάτησα να πάρω μια ανάσα απηυδισμένη ρίχνοντας του ύποπτες ματιές ταυτόχρονα. Έφερα το χέρι στην κοιλιά μου, νιώθοντας έναν ελαφρύ πόνο εκεί, ‘Το ξόρκι του Μerlin’ υπέθεσα ξανά καταφεύγοντας σε ένα βράχο εκεί κοντά. Λύγισα τα γόνατα μου και βολεύτηκα πάνω του, χωρίς να παίρνω την παλάμη μου απ’το κορμί μου, εξακολουθώντας να ανασαίνω αδύναμα, Ο Lancelot με πλησίασε δίχως να απομακρύνει το ξίφος από κοντά μου, κρατώντας το τώρα και με τα δυο του χέρια, Ακόμα δεν με εμπιστευόταν.
     «Πως ξέρω πως όλα αυτά δεν είναι κάποια παγίδα; Πως μπορώ να είμαι σίγουρος πως μου λες την αλήθεια;»μίλησε ύστερα από λίγες στιγμές.
     «Άντε πάλι τα ίδια.»μουρμούρισα απελπισμένη.
     «Γιατί με έφερες εδώ;!»ρώτησε αμέσως φανερά αγριεμένος.
     «Γιατί αλλιώς θα σκοτωνόσουν!»του απάντησα με ύφος βλοσυρό.
     «Είχα δώσει έναν όρκο, μια υπόσχεση!»αναφώνησε εκείνος.
     «Στην λατρευτή σου Guinevere, ναι το γνωρίζω!!, Δεν χρειάστηκε να τηρήσεις την υπόσχεση σου όμως απ’την στιγμή που βρισκόμαστε εμείς εδώ για να σας σώσουμε. Μάθε επίσης πως αν πέθαινες ο θάνατος σου χαμένος θα πήγαινε. Το Camelot ούτως η άλλως μετά από λίγα χρόνια θα οδηγούνταν στην πτώση του, Αυτό όμως δεν πρόκειται να συμβεί απ’την στιγμή που εγώ κι η οικογένεια μου γυρίσαμε πίσω για να υπερασπιστούμε το τομάρι σας! Και χαμήλωσε το ξίφος σου επιτέλους, Δεν χρειάζεται να το επιδεικνύεις συνέχεια μπροστά στη μούρη μου, Αμάν!» Είχα φτάσει πια στα όρια μου, απευθύνοντας του τον λόγο με αυτόν τον τρόπο, αλλά εφόσον δεν μου είχε εμπιστοσύνη δεν μου έμενε άλλη επιλογή απ’το να του φερθώ κι εγώ ανάλογα.


     
     Του έριξα ένα βλέμμα καχύποπτο καθώς έβαζε το σπαθί πίσω στο θηκάρι του. Δόξα το Θεό… Αναστέναξα από μέσα μου. Τον έβλεπα τώρα που εξέταζε την βρεγμένη του στολή, φαινόταν σαν να ήθελε να βγάλει την πανοπλοία από πάνω του γιατί τον βάραινε. Ήταν βρεγμένος απ’την κορυφή ως τα νύχια. Βέβαια η δική μου περίπτωση δεν διέφερε κατά πολύ απ’την δική του.  Τα χέρια του τινάζονταν συνέχεια γύρω του, θέλοντας να απομακρύνει το νερό ώσπου κάποια στιγμή έμειναν ακίνητα δίπλα δίπλα στα πλευρά του.
     «Οι υπόλοιποι; Ο Αρθούρος, ο Gwaine…; Ο Μerlin;»θέλησε να μάθει. Ο τόνος της φωνής του αυτή τη φορά ακούστηκε πιο ήρεμος, αλλά ήμουν σίγουρη μέσα απ’αυτόν μπορούσα να αναγνωρίσω την ανησυχία και τον φόβο του για εκείνους.
     «Δεν χρειάζεται να ανησυχείς, οι αδελφές μου θα έχουν καταστρέψει το Πέπλο, θα έχουν αναμετρηθεί με την Κύλιξ και θα την έχουν βγάλει απ’τη μέση χωρίς να πληγωθεί κανείς.»του αποκρίθηκα κι εγώ υιοθετώντας ίδιο ύφος με εκείνον.
     «Οι αδελφές σου;»αναρωτήθηκε εκείνος.
     «Η οικογένεια μου.»του εξήγησα. «Είναι και εκείνες μάγισσες, δυνατές και ισχυρές όπως κι εγώ, κι ίσως οι πιο πανίσχυρες της γενιάς μου. Ακριβώς όπως και ο Μerlin σε αυτόν τον χρόνο και τόπο.»
     Ο Lancelot χαμήλωσε το κεφάλι προς το έδαφος, αφήνοντας ένα κρυφό γελάκι να του ξεφύγει, φέρνοντας τα χέρια του στη μέση, αδυνατώντας να πιστέψει ό,τι του συνέβαινε. Ανασηκώθηκα και τον πλησίασα προσεχτικά.
     «Γνωρίζεις πολύ καλά τον Μerlin ιππότη, γνωρίζεις την μαγεία του, τις δυνάμεις του. Έχεις γνώση του τι μπορεί να κάνει, πόση καλοσύνη κρύβει μέσα του. Δεν θα έβλαπτε, δεν θα έκανε ποτέ κακό σε κανέναν, Κάποτε του είχες πει, πως είναι τόσο γενναίος που αν γινόταν τότε ο Αρθούρος θα έπρεπε εκείνον να χρήσει ιππότη.»
     «Πως το ξέρεις αυτό;»με ρώτησε εκείνος ρίχνοντας μου μια εκστατική ματιά, γουρλώντας τα μάτια του, κοιτάζοντας με την ίδια ώρα έντονα. ‘Θεέ μου, είσαι πράγματι πανέμορφος, ο αγαπημένος μου ιππότης.’Συλλογίστηκα με πόνο.
     «Εμπιστεύσου με, θέλω…, επιθυμώ ότι και ο Merlin. Το Κάμελοτ ασφαλές όπως κι ο μελλοντικός βασιλιάς του. Δεν επιζητώ το κακό κανενός. Αντιθέτως είμαι εδώ για να βοηθήσω. Εμπιστεύσου με…»μίλησα ξανά απλώνοντας το χέρι μου προς το μέρος της πληγής του. «Μπορώ να σε θεραπεύσω. Μην με φοβάσαι ιππότη.»πρόσθεσα καθώς τον ένιωσα να οπισθοχωρεί, να απομακρύνεται από μένα.  
     Η παλάμη μου έμεινε ανοιχτή, ακίνητη να αιωρείται πάνω απ’το δεξί αυτί του Lancelot, ενώ εξέπεμπε ένα ασημόλευκο γαλάζιο φως και θεράπευε το τραύμα του. Μετά από ένα λεπτό ο Lancelot ψηλάφισε την πληγή για να διαπιστώσει έντρομος πως πλέον δεν έτρεχε καθόλου αίμα από εκείνο το σημείο. Απομάκρυνα το χέρι μου χαμογελώντας του αχνά.
     «Ορίστε, η Μorgause δεν θα το έκανε ποτέ αυτό.»σχολίασα κάνοντας του μια γκριμάτσα με το χέρι μου.
     Εκείνος έπιασε την παλάμη μου απότομα στον αέρα και την έφερε κοντά του. Πάγωσα.
     «Ευχαριστώ.»μουρμούρισε ξεφυσώντας νευρικά, φαινόταν σαν να πιεζόταν να μιλήσει. Το βλέμμα του, οι κόγχες των ματιών του εξέταζαν ανήσυχα τον χώρο τριγύρω καθώς είχε χαμηλωμένο το βλέμμα του. Κούνησα κι εγώ το κεφάλι μου γνέφοντας του ‘παρακαλώ’. Αισθανόμουν τόσο αμήχανα όσο κι εκείνος. Ωστόστο στη συνέχεια τον άκουσα να λέει: «Δεν μπορώ όμως να σε εμπιστευτώ τόσο εύκολα. Χρειάζομαι… χρειάζομαι αποδείξεις.»
     Πήγα να ανοίξω το στόμα μου, θέλοντας να τον καθησυχάσω για άλλη μια φορά αλλά εκείνη τη στιγμή γείραμε έξαφνα και οι δυο μας προς το μέρος απ’όπου ερχόταν ο θόρυβος που είχε προκαλέσει ο κόκκινος στρόβιλος πίσω μας, Μέσα απ’τις φλόγες εμφανίστηκαν η Μorgan με την Εlena και την Jane. Ο Lancelot αυτόματα με τράβηξε προς το μέρος του, βάζοντας το χέρι του μπροστά μου –μα τι σκεφτόταν; Αναρωτιόμουν, να με προστατέψει απ’την οικογένεια μου;- τραβώντας για άλλη μια φορά το ξίφος του απ’την ζώνη του. Μπήκα ανάμεσα σε εκείνον και τις αδελφές μου.
     «Μη! Είναι η οικογένεια μου!»φώναξα φέρνοντας τα χέρια μου προς εκείνον, συγκρατώντας τον, θέλοντας να τον σταματήσω.
     Τα βλέμματα μας όμως μείνανε να παρατηρούν το κενό, έχοντας πάρει μια αλλόκοτη έκφραση, αντιλαμβανόμενοι κι οι δυο τον καβγά που είχε στηθεί ακριβώς από πίσω μας, μεταξύ της Μorgan και της Εlena. Έγειρα το κεφάλι μου πίσω τους, προς το μέρος τους, ενώ ο Lancelot είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό και με ύφος αποσβολωμένο, μην πιστεύοντας στα μάτια του. Η Jane –αφού ξεφύσηξε κουρασμένα, φέρνοντας για λίγο την παλάμη στο μέτωπό της- αποσύρθηκε σε μια μεριά, κοντά σε ένα βράχο δίπλα στην ακτή, κι βολεύτηκε εκεί αγκαλιάζοντας τα γόνατα της περιμένοντας να λήξουν οι συνηθισμένοι διαπληκτισμοί των αδελφών μου. Έπιασα τον Lancelot κανά δυο φορές να την παρατηρεί έκπληκτος - φυσικό,αν λάβει κανείς υπόψιν του πως ήταν φτυστή η αγαπημένη του βασίλισσα- χωρίς όμως ταυτόχρονα να παίρνει το βλέμμα του απ’την Μorgan ή την Εlena. Ένιωσα ένα μικρό τσίμπημα ζήλιας να με κυριεύει, ενώ την ίδια ώρα σκεφτόμουν τρόπους για να σταματήσω τον καβγά αλλά δεν είχα ιδέα πως;!
     «Μπορείς να μου πεις τι σε έπιασε και σπαταλάς τις δυνάμεις σου κατά αυτόν τον τρόπο;!
    Και τι είναι αυτά τα Βαλυριανά που πετάς όλη την ώρα, σαν μια άλλη Νταυνέρις Θυελλογέννητη;!»φώναζε η Εlena έξω φρενών καθώς τα μάτια της πέταγαν σπίθες προς την μικρότερη αδελφή μας, με τις γροθιές της σφιγμένες. Γιατί είχα την εντύπωση πως μπορεί να την ανατίναζε; Συλλογιζόμουν έντρομη.
     «Έχεις γλώσσα και μιλάς μετά απ’την ανατίναξη του Πέπλου αλλά και της Φύλακα;! Και καλά την Κύλιξ, ήταν αχώνευτη. Δεν σκέφτηκες τις ψυχές του Κάτω Κόσμου;! Κατέστρεψες την Κόλαση Εlena και τώρα τα πνεύματα αυτά δεν θα έχουν που να πάνε, Αν απομείνουν εδώ χωρίς να έχουν την θέληση να προχωρήσουν προς το Φως ή αλλιώς τον Παράδεισο, τότε το τέλος αυτού του βασιλείου μπορεί να αποβεί ολέθριο και να συμβεί πολύ πιο σύντομα απ’ότι φανταζόμασταν.»μίλησε δυνατά η Μorgan έχοντας σταυρώσει στην αρχή τα χέρια της, φέρνοντας τα στο στήθος της. Αργότερα όμως τα χαμήλωσε κι τα άφησε να αγγίξουν τη μέση της, ενώ το ύφος της κατακεραύνωνε την Εlena.
     «Μην ξεφεύγεις απ’το θέμα, και λέγε γιατί μιλάς την ίδια αρχαία γλώσσα που γνωρίζει κι ο Μerlin; Επίσης τι έκανες γονατιστή τόση ώρα πάνω απ’τον ιππότη;»ζήτησε να μάθει η αδελφή μου στη συνέχεια, προσπερνώντας όλα όσα είχαν ειπωθεί απ’την Μorgan.
     Δεν πίστευα σε ότι άκουγα, κι είχα γουρλώσει τα μάτια μου κι εγώ, όπως κι ο Lancelot καθώς ανταλλάζαμε ανήσυχες ματιές. ‘Το Πέπλο… η Κύλιξ είχαν ανατιναχτεί, καταστραφεί. Μα νόμιζα πως θα ρίχναμε την Φύλακα μέσα στο Πέπλο και με κάποιον τρόπο θα το εξαφανίζαμε χωρίς να θυσιαστεί κανείς.’μονολογούσα από μέσα μου, Έγειρα ξανά στις αδελφές μου.
     «Αυτό είναι δικός μου λογαριασμός, Εlena!»μούγκρισε η Μorgan και απέστρεψε το βλέμμα της από την αδελφή μου.
     «Μίλα που να σε πάρει οργή, πριν σε ανατινάξω Μorgan.» Η Εlena είχε φέρει κοντά τα χέρια της.
     «Εφάρμοσα το ξόρκι του δυναμικού-προστατευτικού μου πεδίου. Δεν θέλω να πάθει κακό. Ορίστε! Είσαι ευχαριστημένη τώρα;!»
     «Ανόητη! Θέλεις να πεθάνεις νωρίτερα από όλες μας;!»βρυχήθηκε αγανακτισμένη η Εlena. «Νομίζεις πως δεν έμαθα τα σχέδια σου για την διάσωση του, εκείνου και του Percival;! Αλλά αυτό που έχεις να το βγάλεις απ’το μυαλό σου, Έχασα την μητέρα μας, τη γιαγιά μας, τον ξάδελφο μας, κι στο τέλος τον έρωτα της ζωής μου. Αν νομίζεις πως θα σ’αφήσω να χαθείς κι εσύ είσαι πολύ γελασμένη.» Η Εlena είχε έρθει στα όρια της, πήρε μια βαθιά ανάσα και πρόσθεσε: «Και τώρα πες μου, πως ξέρεις την γλώσσα του Emrys;! Την χρησιμοποίησες επίσης για να γυρίσουμε πίσω στο χρόνο. Λέγε!!»ούρλιαξε στο τέλος.
     «Δεν ξέρω!!»σύριξε στον ίδιο τόνο η Μorgan κι ευθύς αμέσως νιώσαμε την γη να σείεται και τις φλόγες γύρω μας να μας περικυκλώνουν.
     Έριξα μια σύντομη ματιά προς την ξαδέλφη μου, προειδοποιώντας την και απλώνοντας κι εγώ τα χέρια μου ψηλά, δημιούργησα ένα στρόβιλο αέρα που κινήθηκε γύρω απ’τις αδελφές μου αποσπώντας τους την προσοχή. Την ίδια ώρα η Jane δημιουργούσε με τις ήρεμες κινήσεις των χεριών της, κύματα νερού που απλώθηκαν πάνω στην φωτιά παγώνοντας την και σπάζοντας την στη συνέχεια σε χίλια κομμάτια, ενώ έπεφτε πάνω μας σαν βροχή από διαμάντια. Λίγες στιγμές αργότερα η Εlena κι η Μorgan έστρεψαν τις ματιές τους τρομαγμένες προς την μεριά την δική μου και του ιππότη, ενώ η Jane χαμήλωνε τα χέρια της στα πλευρά της, ελαφρώς ενοχλημένη και απελπισμένη. Αναστέναξε απαλά και με πλησίασε.
     «Θα μπορούσατε σας παρακαλώ…»ξεκίνησα ήρεμα και τρυφερά, αλλά δεν άντεξα στη συνέχεια και… «ΝΑ ΒΓΑΛΕΤΕ ΤΟΝ ΣΚΑΣΜΟ!»ξέσπασα ουρλιάζοντας δυνατά με όλη την δύναμη που διέθεταν οι πνεύμονες μου. «Όντας μεγαλύτερη σας, πιστεύω πως έχω κάθε δικαίωμα να απαιτώ την συμμόρφωση σας αλλά και την ψυχραιμία σας κατά την διάρκεια της διάσωσης. Όταν ολοκληρωθεί η αποστολή μας μπορείτε να φαγωθείτε όσο θέλετε, όπως κάνετε συνήθως. Για την ώρα όμως δεν θα ανεχτώ άλλα ξεμυαλίσματα και καβγάδες, συννενοηθήκαμε;! Έχουμε σοβαρότερα προβλήματα να σκεφτούμε και σε πολλά αναπάντητα ερωτήματα…»έδειξα τον Lancelot με μια απαλή κίνηση του χεριού μου λίγο πιο πίσω. «…να εστιάσουμε την προσοχή μας. Μακάρι να είχα το κουράγιο, την δύναμη και την εξυπνάδα να διευθύνω αυτή την αποστολή εγώ η ίδια αλλά θεωρώ την Εlena την πιο αρμόδια για κάτι τέτοιο, καθότι δεν παρασέρνεται απ’τα συναισθήματα της και απ’το πάθος της όπως εγώ. Αλλά αν επαναληφθεί ανάλογη σκηνή, φοβάμαι πως θα πρέπει να ηγηθώ εγώ της αποστολής, και μάλιστα δεν θα πάρω καν την άδεια σας. Αλλά θα ενεργήσω εν αγνοία σας και όπως θέλω εγώ! Έγινα κατανοητή;!»
     «Χμ, έπρεπε να έβλεπες την αρμόδια από εδώ πως σαλιάριζε με τον Emrys απ’την στιγμή που εμφανίστηκε μπροστά του.»πρόφερε η Μorgan ειρωνικά γυρνώντας επιδεικτικά την πλάτη της προς την Εlena.
     «Έχει το θράσος και μιλά εκείνη που στεκόταν γονατιστή επί μισή ώρα πάνω απ’το κεφάλι του πολυαγαπημένου της ιππότη, ενώ της πέφταν τα σιρόπια και αφήνοντας τις δυνάμεις της να πάνε χαμένες, πεθαίνοντας -κάθε λεπτό που περνούσε- λίγο λίγο…»μουρμούρισε μέσα απ’τα δόντια της η Εlena.
     «Εlena!!»γρύλισε η Μorgan γυρίζοντας απότομα προς το μέρος της.
     «Μorgan!!»ανταποκρίθηκε η Εlena στον ίδιο τόνο κι εκείνη πλησιάζοντας την.
     Ήμουν έτοιμη να ανοίξω το στόμα μου, αλλά η Jane παρενέβη την πιο κατάλληλη στιγμή.
     «Σιωπή κι οι δυο σας, Σκάστε πια! Αν δεν σταματήσετε θα σας κάνω παγόβουνα και τις δυο και θα σας αφήσω εδώ να βασανίζεστε και να τουρτουρίζετε απ’το κρύο αιωνίως. Έλεος πια, δεν έχετε ούτε ιερό ούτε όσιο. Αμάν!»
     Ήθελα να συνετίσω περισσότερο τις αδελφές μου, αλλά αισθανόμουν τόσο αδύναμη, ένιωθα τα βλέφαρα μου βαριά και έτοιμα να κλείσουν, Δεν κατάλαβα για πότε είχα γείρει προς τα πίσω και με έπιαναν τα χέρια του Lancelot παίρνοντας με αγκαλιά, και κρατώντας με στα χέρια του γερά με έβαζε να καθίσω στον βράχο όπου πριν από λίγο καθόταν η Jane. Οι αδελφές μου κι η Jane μαζεύτηκαν αμέσως τριγύρω μου.
     «Anne;! Anne;! Είσαι καλά;»με ρώταγαν όλες στους συνεχώς νιώθοντας την ίδια ώρα την κρύα παλάμη της Jane να με χαϊδεύει στο μέτωπο.
     Για λίγο ο sir Lancelot έμεινε γονατιστός δίπλα μου, στη συνέχεια όμως απομακρύνθηκε κάνοντας χώρο στην οικογένεια μου να με φροντίσει.


     
    «Εlena, μην θυμώνεις με την Μorgan επειδή ήθελε να προστατεύσει τον Gwaine.»μίλησα ήρεμα και σιγανά. Η Εlena κάρφωσε την ματιά της στην δική μου κι εγώ της χάρισα ένα αχνό χαμόγελο. «Όταν άρπαξα τον Lancelot  για να τον φέρω εδώ, τρόμαξα τόσο πολύ που δεν σκέφτηκα καθαρά τις συνέπειες που μπορεί να είχε η μεταφορά μας. Φοβόμουν για το μέρος που μπορεί να βρισκόμασταν, ή την πτώση μας. Στην προσπάθεια μου να τον σώσω, μπορεί και να τον σκότωνα και δεν θα άντεχα κάτι τέτοιο. Γι αυτό και κατά την εξαφάνιση μας απ’το Νησί, εφάρμοσα με την σειρά μου κι εγώ το δικό μου προστατευτικό πεδίο.»
     «Πως;!» ήχησε η απαλή αλλά και συνάμα ανήσυχη φωνή του ιππότη μετά από πολλή ώρα. Το βλέμμα μου κατευθύνθηκε προς εκείνον.
     «Αυτό που άκουσες ιππότη, Δεν ήθελα να πνιγείς, γι αυτό όση ώρα έκανα να σε βγάλω απ’το νερό, ταυτόχρονα δημιουργούσα με τις δυνάμεις μου ένα φάσμα για να σε προστατεύσω. Τουλάχιστον, να μην άφηνα να εισχωρήσει όλο το νερό μέσα σου. Κάπου στην πορεία όμως δεν άντεξα και μας έβγαλα έξω, αφού μας μετέφερα ξανά στην ακτή.»
     «Λαίδη Anne;..»ο Lancelot γονάτισε και πάλι, λίγο πιο πέρα απ’τις αδελφές μου όμως. Δεν έκανε κάτι για να τις εμποδίσει, να φτάσει πιο κοντά μου και τον ευχαριστούσα γι αυτό αν και νομίζω πως την ίδια ώρα ίσως και να με ενοχλούσε. Κατά βάθος ήθελα να τον αισθανθώ δίπλα μου.
     «Αυτό έγινε και με την Μorgan.»στράφηκα ξανά προς την Εlena. «Όταν είδε την Κύλιξ να εφαρμόζει το απωθητικό ξόρκι στον Gwaine φοβήθηκε και όρμησε προς το μέρος του, εμείς όμως την εμποδίσαμε όπως πολύ σωστά έπρεπε να κάνουμε εκείνη την ώρα. Δεν μπορείς όμως να την κατηγορείς για το αργότερα ανεξάρτητα για το αν εκείνος ήταν ζωντανός ή όχι. Η αδελφή μας ήθελε να τον προστατεύσει Εlena, όπως έκανα εγώ με τον Lancelot. Όπως οφείλουμε και είναι καθήκον μας να κάνουμε και με τις υπόλοιπες ζωές που θα σώσουμε. Όπως έκανε κι ο Μerlin με σένα πριν γυρίσουμε πίσω στο χρόνο. Θυμήσου την προσευχή του, τα προστατευτικά του δεσμά, το ξόρκι του που εφάρμοσε σε σένα. Κι όλα αυτά από αγάπη. Γιατί όταν νοιαζόμαστε πραγματικά, κάνουμε τα πάντα γι αυτούς που αγαπάμε, ακόμα και με κίνδυνο την δική μας ζωή.»συμπλήρωσα.
     «Ωωω Anne…»αναστέναξε η Εlena και όρμησε προς το μέρος μου αγκαλιάζοντας με, κλείνοντας με μέσα στα δεσμά της σφιχτά. «Συγγνώμη,»ψέλλισε ανάμεσα στα αναφιλητά και τους λυγμούς της και τότε κατάλαβα πως έκλαιγε και πως λυπόταν πραγματικά για όσα είχε πει πρωτύτερα.
     Με την άκρη του ματιού μου διέκρινα τον Lancelot να χαμηλώνει το κεφάλι. Στη συνέχεια να σηκώνεται όρθιος και να απομακρύνεται ξανά από κοντά μας. Προχώρησε για λίγο προς την ακτή, έφτασε στο σημείο όπου έφταναν τα κύματα, σταύρωσε τα χέρια του με γυρισμένη προς εμάς την πλάτη πάντα. Ήμουν σίγουρη πως σκεφτόταν.
     «Ξαφνιάζομαι που το έχει πάρει τόσο ψύχραιμα,»σχολίασε κάποια στιγμή η Μorgan ρίχνοντας μια ύποπτη ματιά στον ιππότη. «Όλη αυτή την ώρα του τσακωμού δεν έχει βγάλει άχνα, Ή που θα είναι με το στόμα ανοιχτό ή θα μας κοιτά παράξενα, κι όχι φοβισμένος, ταραγμένος… απλώς περίεργος. Επίσης δεν έκανε λόγο για τις μορφές μας, Εννοώ…»
     «Εlena.»πρόφερα σοβαρά, απότομα –διακόπτοντας έτσι την Μorgan- και έγειρα ξανά το βλέμμα μου προς την αδελφή μου. «Θα χρειαστώ την βοήθεια σου. Κράτα με γερά και πήγαινε με κοντά του. Πρέπει να του μιλήσω. Μorgan, Jane…»στράφηκα προς την μικρότερη αδελφή και την ξαδέλφη μου. «Μείνετε εδώ, δεν σκοπεύουμε να τον τρελάνουμε περισσότερο απ’όσο ήδη είναι.»
     «Δεν φαίνεται πάντως τρελαμένος.»μίλησε τότε η Jane. «Μάλλον εκνευριστικά ήσυχος.»
     Δεν έδωσα σημασία στα λεγόμενα της. Σηκώθηκα όρθια, προτρέποντας την ίδια ώρα την Εlena να μείνει δίπλα μου συγκρατώντας με, βοηθώντας με να φτάσω τον ιππότη, ούτως ώστε να του εξηγούσα ποιες ακριβώς είμαστε και τι γυρεύαμε εδώ, αφήνοντας την Μorgan και την Jane πίσω στο βράχο.  
     Ο Lancelot νιώθοντας τις παρουσίες μας, πολύ κοντά του, για την ακρίβεια ακριβώς πίσω μας, δεν έκανε τον κόπο να γυρίσει προς εμάς. Δεν κουνήθηκε καθόλου. Εμείς περιμέναμε σιωπηλές να κάνει πρώτος εκείνος την αρχή. Ύστερα από πολλές στιγμές επιτέλους είπε: «Έχεις την καλοσύνη να μου πεις τι συνέβη μόλις τώρα;»με ρώτησε ήρεμα, Πραγματικά η αυτοσυγκράτηση του, η τόση ψυχραιμία που κατέβαλε με εξέπληττε και εμένα.
     «Τώρα αν σου πως μας ρούφηξε το Βιβλίο των Σκιών,- ένα βιβλίο για μαγείες και ξόρκια - περίπου 1.500 χρόνια μετά, θα μας πιστέψεις;»μίλησε γρήγορα η Elena, κοιτώντας τον καχύποπτα.
     «Τι;!» ο Lancelot έγειρε αυτόματα προς το μέρος μας άκρως θορυβημένος και τότε σκούντηξα την Εlena στο πόδι ελαφρά.
     «Άουτς!»έσκουξε εκείνη.
     «Καλύτερα να αφήσεις εμένα να μιλήσω, εντάξει μικρή;»την προειδοποίησα ρίχνοντας της μια δολοφονική ματιά.
     Η Εlena ανασήκωσε τους ώμους, παίρνοντας μια μουτρωμένη έκφραση και δεν ξαναμίλησε. Πήρα μια βαθιά ανάσα και άρχισα να μιλάω.
     «Όπως γνωρίζεις ιππότη ονομάζομαι Αnnelyse Hastings αποτελώ την επόμενη ζωή της πανούργας και δόλιας αρχιέρειας Μοrgause και έχω σταλθεί απ’το μέλλον για να βοηθήσω, Όπως σου είπα 1.500 χρόνια…»
     «Εννοείς 1.500 χρόνια από τώρα;! Θες να πεις στο μέλλον μετά από 1.500 χρόνια;!»με διέκοψε ανήσυχος, μπερδεμένος.
     «Ακριβώς, αλλά δεν χρειάζεται να το επαναλαμβάνουμε συνέχεια αυτό. Στην πορεία και με ότι επακολουθήσει, απ’τις ενέργειες μου και μόνο θα καταλάβεις πως σου λέω την αλήθεια. Τότε θα μπορέσεις να με εμπιστευτείς και θα έχεις πλέον τις αποδείξεις σου.»είπα.
     Βάλθηκε να με κοιτά περίεργα, επεξεργάζοντας με χωρίς να λέει τίποτα. Έσπευσα να συνεχίσω καθότι δεν άντεχα το έντονο βλέμμα του.


     
    «Δίπλα μου στέκεται η μεσαία μου αδελφή Hastings, η Εlena.»
     «Χάρηκα Sir Lancelot.» Η Εlena άπλωσε το χέρι της προς τον ιππότη κι εκείνος το έφερε προς το μέρος της δισταχτικά, Εκείνη το άρπαξε απότομα κουνώντας το πέρα δώθε, Λίγο έλειψε να του το βγάλει. Το άφησε αμήχανα. «Αποτελώ την επόμενη ζωή της λαίδη Εleine, ετεροθαλής αδελφή του Αρθούρου, και αδελφή της Μοrgause και της Μοrgana. Επίσης..»
     «Φτάνει Elena.»την διέκοψα ξεφυσώντας κουρασμένα. Χρωστούσαμε στον Lancelot την αλήθεια και θα την μάθαινε, δεν χρειαζόταν να γνωρίζει περισσότερα, πόσο μάλλον για την Κυρά της Λίμνης, εφόσον δεν την ήξερε.
     «Σε γνωρίζω.»είπε εκείνος κάποια στιγμή και τότε εμείς τον κοιτάξαμε ξαφνιασμένες. «Όχι εσένα,»με έδειξε με το δείκτη του χεριού του, «Αλλά εσένα, τουλάχιστον την προηγούμενη ζωή σου, Σε είχα δει μόνο μία φορά όταν ήσουν βέβαια πολύ μικρή, είχες έρθει με τον τότε προστάτη και κηδεμόνα σου στο βασίλειο Daobeth.» Ο Lancelot σταύρωσε τα χέρια του, «Με τον Uther. Εκείνος κι ο βασιλιάς Ban είχαν καλές σχέσεις μεταξύ τους.»πρόσθεσε αδιάφορα.
     «Μιλάς για το βασίλειο η πτώση του οποίου οφείλεται στους δράκους.»διαπίστωσε η Εlena έκπληκτη.
     «Πως;!»έκανα εγώ κοιτώντας τώρα την αδελφή μου όλο αγωνία.
     «Ο Μerlin την πρώτη βραδιά που φτάσαμε εδώ μας μίλησε γι αυτό. Πρόκειται για ένα βασίλειο που καταστράφηκε απ’τους δράκους για αδιευκρίνιστους όμως λόγους, χρόνια πριν. Από τότε το μόνο που απέμεινε είναι ερείπια.»είπε η Εlena με το βλέμμα της στραμμένο στην άμμο. Σήκωσε το κεφάλι της, η ματιά της συνάντησε εκείνη του ιππότη. «Lancelot, τι γύρευες εκεί;»
     «Δεν είμαι αναγκασμένος ούτε να απαντήσω αλλά ούτε και να μιλήσω γι αυτό.»μας αποκρίθηκε εκείνος, αποστρέφοντας το βλέμμα του από εμάς. «Πόσο μάλλον σε εσάς,»
     «Έχεις δίκιο μας συγχωρείς.»προσπάθησα να απολογηθώ.
     Πριν το καταλάβω ο Lancelot είχε βγάλει αστραπιαία το ξίφος απ’το θηκάρι του απλώνοντας το προς το μέρος της Μorgan, στο ύψος των ματιών της, έτοιμος να της επιτεθεί. Εκείνη είχε φέρει τα χέρια στο στόμα της τρομοκρατημένη, όχι όμως επειδή φοβόταν την απότομη κίνηση του, αλλά…
     «Ωωω καημένε μου, κακομοίρη μου… ταλαιπωρημένε μου Lancelot.»μουρμούρισε εκείνη με δάκρυα στα μάτια. «Η ζωή σου δεν διέφερε σχεδόν καθόλου απ’τη δική μας.»
     «Μorgan βγες απ’το μυαλό του αμέσως!»βρυχήθηκα δυνατά. «Σου είπα να μείνεις πίσω, Γιατί δεν ακούς ποτέ;!»
     «Και μετά μου λες γιατί φωνάζω;»σχολίασε αγανακτισμένη η Εlena.
     «Συγγνώμη, ζητώ συγγνώμη, Δεν έπρεπε το ξέρω, αλλά γνωρίζετε κι εσείς πολύ καλά πως δεν μπορώ να ελέγξω πλήρως στις δυνάμεις μου.»δικαιολογήθηκε εκείνη πλέκοντας και ξεμπλέκοντας τα χέρια της με το κεφάλι χαμηλωμένο. Σήκωσε τα μάτια της αργά αργά προς τον ιππότη. «Ονομάζομαι  Μorgan Hastings, Sir Lancelot. Είμαι η μικρότερη απ’τις αδελφές και λυπάμαι πολύ που φέρω την μορφή της Αρχιέρειας Μorgana. Δεν το επέλεξα εγώ, αλλά φαίνεται, όπως πολύ καλά φαντάζεσαι κι εσύ πως μοιάζω πολύ με την προηγούμενη ζωή μου.»
     Εκείνος παραμέρισε το ξίφος του βάζοντας το ξανά στη θέση του,  ρίχνοντας της κλεφτές ματιές όλο μίσος. Η ματιά του ήταν ανέκφραστη, απαθή, δίχως συναίσθημα.
     «Τι μου έκανες μόλις τώρα;»την ρώτησε απότομα ζητώντας της εξηγήσεις.
     «Είμαι εμβιωτική, μπορώ και διαβάζω τις σκέψεις, το μυαλό όσων βρίσκονται γύρω μου. Άθελα μου, τ’ορκίζομαι! Έτσι μαθαίνω τον χαρακτήρα τους, τα πάντα για τη ζωή τους. Το γνωρίζω πως είναι μία απ’τις μαγικές μου δυνάμεις, αλλά θα προτιμούσα να μην την έχω.Όλες αυτές οι φωνές, ο πόνος…» Η Μorgan δεν άντεχε και μόνο στη σκέψη κάθε φορά που μιλούσε για την τηλεπάθεια της. «Απλώς… σου ζητώ συγγνώμη και πάλι, συγχώρεσε με, ιππότη.»πρόσθεσε στο τέλος.
     «Αυτό δεν είναι δύναμη, αλλά κατάρα.»είπε ο Lancelot κοιτώντας την βλοσυρά.
     «Το ξέρω, αν κι κάποιος κάποτε το χαρακτήρισε κι ως χάρισμα.»ψιθύρισε η Morgan σιγανά.
     «Το κορίτσι που φέρει την μορφή της Guinevere;»ρώτησε εκείνος ύστερα από λίγο, κοιτώντας τώρα πια πίσω απ’τον ώμο της Μorgan.
     Έριξα μια ματιά στην Jane που ήταν η μόνη που με είχε ακούσει μένοντας πίσω στο βράχο, φέρνοντας το βλέμμα της στον αέρα και σφυρίζοντας έναν μουσικό σκοπό, παρατηρώντας τον ουρανό. Κόλλημα με την βασίλισσα πια. Μουρμούριζα από μέσα μου, ενώ έβραζα απ’το κακό μου.
     «Α αυτή;! Είναι η ξαδέλφη μας, Jane Hastings. Αποτελεί την προηγούμενη ζωή της βασίλισσας Guinevere.»βιάστηκε να του εξηγήσει η Μorgan,
     Αποδεσμεύτηκα απ’την Εlena, η οποία για άλλη μια φορά χτυπούσε με την παλάμη το μέτωπο της, διακρίνοντας την ανάρμοστη συμπεριφορά της μικρής μας αδελφής. Ο Lancelot έγειρε ξαφνιασμένος προς εμένα, όπως ακριβώς το περίμενα.
     «Βασίλισσας;»επανέλαβε εκείνος κάπως απογοητευμένος.
     «Ω ναι, κάποια στιγμή ο Αρθούρος κι η Guinevere παντρεύονται, ή μη μου πεις πως δεν περίμενες κάτι τέτοιο;»σχολίασα αυτή τη φορά εγώ ειρωνικά, σταυρώνοντας τα χέρια μου, ρίχνοντας του καχύποπτες ματιές,χαμογελώντας αχνά.
     «Όχι, … θέλω να πω ναι.»κόμπιασε. «Έξαλλου πάει καιρός που έχω παραιτηθεί απ’αυτήν την αγάπη.»εξομολογήθηκε εκείνος αλλά το ύφος του και μόνο δεν με έπειθε.
     «Αλήθεια λέει.»είπε τότε η Μorgan δείχνοντας τον με το χέρι δίπλα της. Ο Lancelot έγειρε προς εκείνη απηυδισμένος.
     «Θα μπορούσες σε παρακαλώ να σταματήσεις να το κάνεις αυτό;! Είσαι χειρότερη κι απ’τον Μerlin!»
     «Όχι, κάνεις λάθος ιππότη, Απ’τον Emrys μόνο εγώ έχω το δικαίωμα να είμαι χειρότερη.»είπε η Εlena παινεύοντας τον εαυτό της, έχοντας πάρει μια σαρδόνια έκφραση.
     «Jane!!»φώναξα δυνατά κάνοντας νόημα στην ξαδέλφη μου να μας πλησιάσει. Έπρεπε να βιαστούμε, να δούμε ποια θα ήταν η επόμενη κίνηση μας από εδώ και πέρα.


    It will be continued, don't worry...  Razz


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Τρι Ιουν 24, 2014 3:49 pm, 3 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Σαβ Ιουν 21, 2014 2:06 am

    The Great Seas of Meredor, 18 May 492 A.D., Anna's Pov {6th scene part 2}

    Previously on Merlin...
     
     «Βασίλισσας;»επανέλαβε εκείνος κάπως απογοητευμένος.
     «Ω ναι, κάποια στιγμή ο Αρθούρος κι η Guinevere παντρεύονται, ή μη μου πεις πως δεν περίμενες κάτι τέτοιο;»σχολίασα αυτή τη φορά εγώ ειρωνικά, σταυρώνοντας τα χέρια μου, ρίχνοντας του καχύποπτες ματιές,χαμογελώντας αχνά.
     «Όχι, … θέλω να πω ναι.»κόμπιασε. «Έξαλλου πάει καιρός που έχω παραιτηθεί απ’αυτήν την αγάπη.»εξομολογήθηκε εκείνος αλλά το ύφος του και μόνο δεν με έπειθε.
     «Αλήθεια λέει.»είπε τότε η Μorgan δείχνοντας τον με το χέρι δίπλα της. Ο Lancelot έγειρε προς εκείνη απηυδισμένος.
     «Θα μπορούσες σε παρακαλώ να σταματήσεις να το κάνεις αυτό;! Είσαι χειρότερη κι απ’τον Μerlin!»
     «Όχι, κάνεις λάθος ιππότη, Απ’τον Emrys μόνο εγώ έχω το δικαίωμα να είμαι χειρότερη.»είπε η Εlena παινεύοντας τον εαυτό της, έχοντας πάρει μια σαρδόνια έκφραση.
     «Jane!!»φώναξα δυνατά κάνοντας νόημα στην ξαδέλφη μου να μας πλησιάσει. Έπρεπε να βιαστούμε, να δούμε ποια θα ήταν η επόμενη κίνηση μας από εδώ και πέρα.


    ~~~***~~~

     «Και τι γυρεύετε εδώ; Στην Αλβιόνα; Ποιος ο λόγος να ταξιδέψετε στο χρόνο και μάλιστα 1.500 χρόνια πίσω;»μας ρώτησε ξανά ο Lancelot παρατηρώντας μας προσεχτικά μία μία, ώσπου η Jane έφτασε κοντά μας, και η ματιά μου έμεινε καρφωμένη, προσειλωμένη εκεί.
     Που να πάει ο διάολος να πάρει! Έβριζα δυνατά από μέσα μου, και απ’την γρήγορη ματιά που έριξα στην ξαδέλφη μου, πιστεύω πως κάτι ανάλογο συλλογιζόταν κι εκείνη, λαμβάνοντας υπόψιν την κουρασμένη έκφραση της. Της έγνεψα καταφατικά, δίνοντας της το ελεύθερο να κάνει η ίδια τις συστάσεις, λέγοντας ό,τι ήθελε εκείνη, ό,τι της κατέβαζε ο νους της. Αυτό πλέον είχε καταντήσει γελοίο.
     Ο ιππότης έκανε να την πλησιάσει γονατίζοντας μπροστά της, αλλά στη στιγμή η Jane οπισθοχώρησε, φέρνοντας τα χέρια της πίσω απ’τη μέση της. «Τιμή μου που σας γνωρίζω Sir Lancelot, Έχετε γνώση ήδη απ’τις ξαδέλφες μου για το όνομα μου. Δεν είναι ανάγκη να προβείτε σε χειροφειλήματα, έχω δεχτεί ήδη πάρα πολλά απ’την στιγμή που κατέφτασα στο Κάμελοτ. Μην ξεχνάμε κυκλοφορούν και ιώσεις, μολύνσεις, Αν όχι σε αυτή την εποχή, σίγουρα στο μέλλον, Είμαι ερωτευμένη και αρραβωνιασμένη με τον Jack Wilson και θα παντρευτούμε μόλις επιστρέψω στο μέλλον. Αγαπώ και λατρεύω τον άντρα μου, ιππότη. Γι αυτό ότι σκέφτεστε βγάλτε το απ’το μυαλό σας. Να σας υπενθυμίσω πως μπορεί να φέρω τη μορφή της αγαπημένης σας δεσποσύνης, στον χαρακτήρα όμως, να είστε σίγουρος, πως διαφέρουμε κατά πολύ!»ολοκλήρωσε κάποια στιγμή η Jane και λίγο έλειψε να ξεκαρδιστώ στο γέλιο.


     
     «Ποιος στην οργή είναι ο Jack Wilson;»έκανε η Εlena.
     «Είσαι αρραβωνιασμένη με τον φωτογράφο που μένει δίπλα μας; Πότε έγινε αυτό και δεν το πήραμε χαμπάρι;»αναρωτήθηκε η Μorgan.
     «Βούλωστο Μorgan!»
     «Μα αφού ξαδέλφη, αυτός, αυτός είναι ‘Βουνό’… Θηρείο δεν λες καλύτερα.»
     «Σκάσε πια!!»φώναξε δυνατά η Jane γυρνώντας ενοχλημένη προς τη μεριά της, με τις γροθιές της σφιγμένες.
     Εγώ με τον Lancelot αναταλλάξαμε ταυτόχρονα καθησυχαστικές ματιές, χαμογελώντας κι οι δυο αχνά.
     «Αυτή είναι η οικογένεια μου ιππότη.»είπα απλώνοντας το χέρι μου προς τα κορίτσια.
     «Το βλέπω λαίδη μου.»μου αποκρίθηκε εκείνος, καθώς σηκωνόταν όρθιος και έφερνε τα χέρια του πλεγμένα μπροστά του, παίρνοντας ήρεμη στάση. «Και δεν μου λέτε λαίδη Jane, γνωρίζει ο σύντροφος σας για τις μαγικές σας δυνάμεις; Δεν έχει πρόβλημα με αυτές;»ρώτησε εκείνος έπειτα, στην αρχή από καθαρό ενδιαφέρον, αλλά μου φάνηκε πως την πείραζε στην πραγματικότητα κι αυτό πάλι όλως περιέργως με ενόχλησε πολύ.
     «Φυσικά και όχι.»απάντησε η Jane ορθώνοντας το ανάστημα της στον ιππότη.
     «Λοιπόν, …»άρχισε ο Lancelot. «Αναρωτιέμαι εδώ και τόση ώρα αν θα πάρω ποτέ απάντηση στο ερώτημα μου.»
     «Όλα στην ώρα τους ιππότη, Προς το παρόν πρέπει να φύγουμε από εδώ πριν μας πάρουν μάτι οι σύμπολεμιστές σου και τρελαθούν.»είπα. Τους αισθανόμουν πολύ κοντά, είχαν μπει όλοι μαζί με τον πρίγκιπα και τον δρυίδη μέσα σε μια βάρκα και έπλεεαν στον ποταμό που οδηγούσε στο Nησί. Διαισθανόμουν επίσης πως οι δύο απ’αυτούς ήταν ακόμα αναίσθητοι –συγκεκριμένα ο Αρθούρος και ο Gwaine, αλλά η Morgan δεν χρειαζόταν να το μάθει προς το παρόν αυτό. Κάτι τέτοιο ίσως να την ανησυχούσε αυτή τη στιγμή. Δεν θα αργούσαν να φανούν στη θάλασσα και να περάσουν από μπροστά μας.
     «Εγώ μπορώ να ρωτήσω που στο καλό βρισκόμαστε;»ρώτησε η Jane.
     «Στις Μεγάλες θάλασσες της Μeredor λαίδη μου, αλλά δεν νομίζω να γνωρίζετε αυτό το μέρος.»αναρωτήθηκε ο Lancelot, κοιτώντας μας πάλι όλες μας μία μία διερευνητικά.
     «Α μπα! Μην νομίζεις, αλλά κάτι έχει πάρει το αυτί μας.»σχολίασε κουρασμένα η Εlena αφήνοντας ένα ελαφρύ χασμουρητό, σταυρώνοντας τα χέρια της. «Εγώ θα ήθελα να μάθω πως θα φύγουμε από εδώ, γιατί να εξαφανιστούμε ή να μεταφερθούμε έτσι απλά, ή κάνοντας επίκληση σε κάποιο ξόρκι θα είναι ρίσκο για μας.»είπε και συμφωνούσα απόλυτα μαζί της αυτή τη φορά.
     «Έχει δίκιο η Εlena, δεν πρέπει να προβούμε στις μαγικές μας δυνάμεις, τουλάχιστον για την ώρα. Θα τις χρειαστούμε, προκειμένου να σώσουμε τους υπόλοιπους.»είπα και βλέποντας τον Lancelot έτοιμο να ανοίξει το στόμα του, του έκανα νόημα να σωπάσει. «Θα σου εξηγήσω τα πάντα όταν έρθει η ώρα, μην ανησυχείς για τίποτα.»
     «Ναι αλλά πως στα κομμάτια θα φύγουμε από εδώ;»γκρίνιαξε η Jane ανυπόμονα.
     Έκλεισα τα μάτια μου κι άρχισα να σκέφτομαι, σταύρωσα τα χέρια μου, Δεν μπορεί, όλο και κάποια λύση θα υπήρχε. Συλλογιζόμουν. Ξάφνου τα αυτιά μου έπιασαν κάποιους περίεργους θορύβους από μακριά. Έγειρα το κεφάλι μου και η ματιά μου καρφώθηκε κατά μήκος της ακτής όπου εκεί έτρεχαν καθώς χλιμίντριζαν όλο χάρη και περήφανα τρία κατάλευκα άλογα. Καθώς όμως τα έβλεπα να τρέχουν προς το μέρος μας, πλησιάζοντας μας… Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου.




     
     «Μονόκεροι;!»φώναξε δυνατά η Μorgan χτυπώντας τα χέρια της, ενώ κινούνταν προς το μέρος τους. Άπλωσε το χέρι της στη μουσούδα του ενός απ’αυτούς και εκείνος δέχτηκε το χάδι της με ανυπομονησία και ευχαρίστηση. Η αδελφή μου βάλθηκε να παρατηρεί όλο έκπληξη το κέρατο του.
     «Δεν είναι δυνατόν.»μουρμούρισε η Jane, «Πως βρέθηκαν αυτά εδώ; Ποιος τα κάλεσε;»
     «Ονειρεύομαι.»ψιθύρισε η Εlena που είχε γουρλώσει τα μάτια της και τσιμπούσε τον εαυτό της. «Οκ, δεν ονειρεύομαι. Γράψτε λάθος.»
     «Ποτέ στην ζωή μου, δεν πίστεψα πως θα έβλεπα ένα τέτοιο πλάσμα, Έχω διαβάσει για αυτά, για τον φύλακα τους τον Αnhora, αλλά ότι θα ερχόμουν σε επαφή μαζί τους…» Ο Lancelot πλησίασε κι εκείνος έναν απ’τους μονόκερους κι άρχισε να τον πασπατεύει. «Λέγεται πως μόνο οι άνθρωποι με αθώα, ειλικρινή αισθήματα και αγνή καρδιά μπορούν να δουν, και να πλησιάσουν τέτοιου είδους πλάσματα. Λέγεται επίσης πως είναι πολύ ντροπαλά στον χαρακτήρα.»
     Είδα την Μorgan να αποτραβιέται απότομα και να μένει ακίνητη σαν στίλη άλατος λίγα μέτρα πιο πέρα απ’τον μονόκερο.
     «Τι γίνεται αδελφή;»άκουσα την Εlena να την περιπαίζει. «Ξαφνικά δεν νιώθεις και τόσο αγνή;»
     «Τι; Εγώ… εγώ δεν…»προσπάθησε εκείνη να δικαιολογηθεί – είχε γίνει κατακόκκινη - αλλά την επόμενη στιγμή ο μονόκερος που πριν από λίγο χάιδευε βρέθηκε ξανά κοντά της φέρνοντας τη μουσούδα του ακριβώς στο ύψος των ματιών της, «Σε ευχαριστώ πολύ.»του ψιθύρισε εκείνη ακουμπώντας το μέτωπο της πάνω στο δικό του.
     Λίγα λεπτά αργότερα η Μorgan – γνωρίζοντας από ιππασία, δεν χρειαζόταν να φέρω στο μυαλό μου τον άνθρωπο που την είχε μάθει, τον ήξερα πολύ καλά – είχε ανέβει στη ράχη του ζώου και μας κοιτούσε με ελπίδα παροτρύνοντας μας να κάνουμε το ίδιο.
     «Jane; Τι λες; Το’χεις;»ρωτούσε τώρα η Εlena την ξαδέλφη μας.
     «Μα και βέβαια.»απάντησε εκείνη απλώνοντας το χέρι της προς τον μονόκερο. «Γειά σου, τι κάνεις;»
     «Τι περιμένεις χαζή;! Να ανταλλάξετε χειραψία;! Άντε ανέβα εκεί πάνω του να τελειώνουμε!»μούγκρισε αγανακτισμένη η Elena.
     «Είσαι ηλίθια.»μουρμούρισε η Jane κάνοντας μια γκριμάτσα με την γλώσσα της, με ύφος επιδεικτικό καβάλησε το μονόκερο και φέρνοντας το χέρι της προς την Elena, την βοήθησε να ανέβει κι εκείνη και να καθίσει ακριβώς από πίσω της.
     «Μπορεί και να είμαι, αλλά εσύ είσαι περισσότερο.»της αντιγύρισε εκείνη πειράζοντας την.
     Όλη αυτή την ώρα ο Lancelot συγκρατιόταν να μην ξεσπάσει σε τρανταχτά γέλια. Δεν τον αδικούσα, Μπορεί να του είχαμε σώσει την ζωή, αλλά για να λέμε του στραβού το δίκιο με μας που έμπλεξε δεν θα την έβγαζε καθαρή. Αλλά φαινόταν να μην τον νοιάζει, Απ’το βλέμμα του διέκρινα πως δεν ανησυχούσε για την ζωή του, αισθανόταν πλέον πως δεν κινδύνευε. Το μόνο που είχε σημασία για εκείνον, και τον κατανοούσα γι αυτό ήταν η αλήθεια.
     «Λαίδη μου…;»πρόφερε εκείνος ξαφνικά, βγάζοντας με απότομα απ’τις σκέψεις μου κι έγειρα την ματιά μου προς εκείνον για να δω αν όντως απευθυνόταν σε μένα. «Μπορείς να ανέβεις;»συνέχισε, απλώνοντας την παλάμη του προς το μέρος μου.
     Τον πλησίασα αλλά κοίταξα τον μονόκερο ανήσυχη. Το βλέμμα μου έψαξε στη συνέχεια εκείνο του ιππότη. Δεν πρόλαβα να αρθρώσω λέξη κι ο Lancelot είχε φέρει τα χέρια του στη μέση μου, και με ανέβαζε στη ράχη του ζώου, Βάλθηκα να τον κοιτώ παραξενεμένη. Εκείνος το μόνο που έκανε ήταν να μου χαρίσει ένα αχνό χαμόγελο.
     «Δεν χρειάζεται να ανησυχείτε για μένα.»ήταν το μόνο που είπε στη συνέχεια απευθύνοντας τον λόγο σε όλες μας. «Θα μείνω εδώ και θα περιμένω τους συντρόφους μου, Είμαι σίγουρος πως θα με αναζητούν αυτή τη στιγμή.»
     «Όχι!!»φώναξα ταυτόχρονα μαζί με τις αδελφές μου και την Jane. Ένιωσα προς στιγμήν ανακούφιση, δεν ήταν μέσα στα σχέδια μας, Καμία απ’τις τέσσερις μας δεν συμφωνούσε με αυτήν την προοπτική. Ευτυχώς. Έσπευσα να του εξηγήσω χωρίς να χάνω καιρό. «Σε παρακαλώ έλα μαζί μας. Υπάρχει σοβαρός λόγος που δεν μπορείς να ακολουθήσεις τους ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης. Μερικοί απ’αυτούς σε θεωρούν εξαφανισμένο, ή ακόμα και νεκρό. Θα σου μιλήσω για όλα, θα σου πω τα πάντα. Μόνο σε ικετεύω έλα μαζί μας, ακολούθησε μας. Η αλήθεια δεν θα αργήσει να αποκαλυφθεί ιππότη, - ίσως χρονικά όσον αφορά εκείνους μπορεί να αργήσει πολύ – αλλά όσο για μας, σε λιγότερο από μια βδομάδα θα ξεκαθαρίσουν τα πάντα. Το μόνο που σου ζητώ είναι να έρθεις μαζί μας, θα είσαι ασφαλής. Και να είσαι σίγουρος πως θα ανταμώσεις ξανά μαζί τους. Στο υπόσχομαι.»
     Τον είδα να ξεφυσά νευρικά, Η έκφραση που είχε πάρει ήταν απεγνωσμένη, απελπισμένη. Το σκεφτόταν, και ήταν λες και βασανιζόταν, ζύγιζε τις πιθανότητες, Κοιτούσε προς την θάλασσα. Έγειρε ξανά προς εμένα και στο τέλος είπε: «Μου δίνεις τον λόγο σου;»
     «Στο λόγο της τιμής μου.»του επιβεβαίωσα βραχνά.
     «Δεν χρειάζομαι τίποτ’άλλο. Μόνο την υπόσχεση σου.»είπε εκείνος και με αυτά τα λόγια καβάλησε τον μονόκερο και τον ένιωσα να κάθεται πίσω μου, φέρνοντας τα χέρια του γύρω μου, βυθίζοντας τα δάχτυλα του στη χαίτη του ζώου για να κρατηθεί. Αναστατώθηκα, ρίγησα ολόκληρη.
     «Ωραία!»αναφώνησε δήθεν άνετη η Εlena σταυρώνοντας τα χέρια της. «Και τώρα που βολευτήκαμε στις ράχες αυτών των φανταστικών όντων, προς τα πού οδεύουμε παρακαλώ για να έχουμε καλό ερώτημα.»πρόσθεσε εκείνη. Η αλήθεια είναι πως το ίδιο αναρωτιόμουν κι εγώ εδώ και τόση ώρα, Σκεφτόμουν διάφορους πιθανούς προορισμούς αλλά μου ήταν αδύνατον, καθώς την Αλβιόνα -ή αλλιώς την Αγγλία της εποχής εκείνης- δεν την γνώριζα.
     Είδα την Μorgan να κινείται με τον μονόκερο προς την αντίθετη κατεύθυνση πλησιάζοντας μας , ενώ σταμάτησε αντικριστά σε εμάς ρίχνοντας μια σοβαρή και αποφασιστική ματιά στον ιππότη. ‘Τι την είχε πιάσει ξαφνικά;’ Αναρωτήθηκα. Το ύφος της απ’τη μια στιγμή στην άλλη είχε αλλάξει, είχε γίνει σκυθρωπό και για κάποιο λόγο δεν μου άρεσε αυτό. ‘Μήπως οραματίστηκε κάτι πάλι;’
     «Έχω την άδεια, να εκφράσω την άποψη μου ελεύθερα για το ποιος θα είναι ο προορισμός μας από εδώ και πέρα; Κυρίως ποια θα είναι η επόμενη κίνησή μας;»μίλησε ρίχνοντας μια ματιά πρώτα στην Εlena και στην Jane και τέλος σε μένα.
     «Γιατί να το ανοίξεις πάλι; Αφού βλακεία θα πετάξεις;»συνέχισε να την περιπαίζει η Εlena.
     Έριξα μια προειδοποιητική ματιά στην μεσαία μου αδελφή, μεταφέροντας της έτσι το μήνυμα να πάψει αυτά τα ανόητα αστεία επιτέλους. Μην δίνοντας περισσότερη σημασία έγειρα προς την Μorgan ξανά γνέφοντας της. Το βλέμμα της στράφηκε αμέσως στον Lancelot απευθύνοντας του τον λόγο.
     «Sir Lancelot, με όλο το θάρρος, φαντάζομαι πως δεν θα έχετε ξεχάσει το μέρος όπου χριστήκατε ιππότης απ’τον πρίγκιπα Αρθούρο, σωστά;»


     
     «Το κάστρο των Αρχαίων Βασιλέων; Μα και βέβαια εκεί ήταν που δώσαμε όρκο πίστης στον Αρθούρο πως θα τον ακολουθούσαμε στην αναμέτρηση ενάντια στην Μorgana καθώς επίσης και στη διάσωση του πατέρα του.»της εξήγησε εκείνος. Εγώ είχα βαλθεί να κοιτώ μία εκείνον και μία την αδελφή μου.
     Η Μorgan έριξε μια ματιά στον ουρανό και στη συνέχεια έγειρε προς εμένα, χωρίς όμως να παίρνει τη ματιά της απ’τον ιππότη. «Κρίνοντας απ’το φως της ημέρας, που αν δεν κάνω λάθος σε λίγο θα έχει νυχτώσει για τα καλά, προτείνω πως αυτό θα ήταν ένα κατάλληλο καταφύγιο για απόψε. Πιστεύω πως το καλύτερο θα ήταν να κατασκηνώσουμε εκεί για την ώρα. Το πρωί που θα έχουμε καθαρότερο μυαλό και που θα έχουμε ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις μας θα είμαστε σε θέση να σκεφτούμε ορθότερα και να πράξουμε ανάλογα.»συμπλήρωσε εκείνη κοιτώντας με με ύφος παράξενο. Σαν να ήθελε κάτι να μου πει αλλά…
     «Ποια είσαι και τι έκανες στην αδελφή μας;» Η Εlena τώρα παρατηρούσε με δέος την Μorgan, ενώ η Jane μπροστά της είχε αρχίσει να χάνει την ψυχραιμία της ξεφυσώντας νευρικά.
     Την καταλάβαινα απόλυτα, ο επόμενος προορισμός μας θα ήταν ο Σκοτεινός Πύργος, όπου εκεί θα λάβαινε μέρος η διάσωση του Sir Elyan, η προηγούμενη ζωή του αδελφού της Elliot. Ήταν φυσικό να φαίνεται ταραγμένη. Αλλά απ’την άλλη μεριά συμφωνούσα με την Μorgan πως προς το παρόν έπρεπε να ξεκουραστούμε. Όντως είχαμε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να επιτύχουμε τον σκοπό μας και μπορεί ο Lancelot να ήταν πλέον ζωντανός αλλά αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μας καταστήσει αδύναμες.
     Έφερα το χέρι μου λίγο πιο πάνω απ’την κοιλιά μου ξανά νιώθοντας ένα έντονο τσίμπημα εκεί φροντίζοντας να κρύψω τον μορφασμό πόνου που έκανα, να μην γίνει αντιληπτός από κανέναν, και έγειρα προς την αδελφή μου, χαμογελώντας της αχνά σαν να μην συνέβαινε τίποτα. «Δεν έχω θέμα να περάσουμε τη νύχτα μας  εκεί απόψε. Αρκεί να είμαστε ασφαλής και σίγουροι πως δεν θα μας εμποδίσει κανείς απ’το να φέρουμε σε πέρας την αποστολή μας.» Έγειρα στο πλάι αναζητώντας το βλέμμα του Lancelot, «Δεν κινδυνεύουμε αν αναζητήσουμε καταφύγιο εκεί για τη νύχτα σωστά; Είμαστε πολύ κουρασμένες για να συνεχίσουμε. Εκεί θα μπορούμε να μιλήσουμε με την ησυχία μας και για ό,τι σε απασχολεί απ’την στιγμή που σε σώσαμε Sir Lancelot, Καθώς επίσης και να μάθεις για την διάσωση των υπόλοιπων ιπποτών.» Του χάρισα ένα πλατύ χαμόγελο και εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα ξανά, σκεφτόμενος προσεχτικά τα λόγια μου. Τον είδα να φέρνει την παλάμη του στο μέτωπο του αναστενάζοντας απαλά, ήμουν σίγουρη πως χαμογελούσε. ‘Tι υπέροχο χαμόγελο.’ Συλλογιζόμουν.


     
     «Το ίδιο θεωρώ κι εγώ Λαίδη μου. Τουλάχιστον την βραδιά που κατασκηνώσαμε εμείς μαζί με τον Αρθούρο και τους υπόλοιπους ιππότες δεν διατρέξαμε κανέναν κίνδυνο όσο μείναμε εκεί.» Είχε σηκώσει το βλέμμα του τώρα και παρατηρούσε μία εμένα και μία την Μorgan όλο περιέργεια. «Εκπλήσσομαι όμως που γνωρίζετε αυτό το μέρος.»
     «Είναι κι αυτό μέσα στα πράγματα που θα σου εξηγήσουμε μόλις φτάσουμε εκεί ιππότη.»του αποκρίθηκε η Μorgan κλείνοντας του το μάτι εμπιστευτικά. «Είμαστε σύμφωνοι λοιπόν; Οδεύουμε προς το κάστρο των Αρχαίων Βασιλέων.»
     «Είμαστε σύμφωνοι.»συναίνεσα εγώ στην επιθυμία της μικρότερης μου αδελφής γνέφοντας της.
     «Πόση ώρα θα μας πάρει να φτάσουμε εκεί;»θέλησε να μάθει η Μorgan.
     «Όχι πολύ μακριά.»προσπάθησε να υπολογίσει ο Lancelot. «Αν κινηθούμε γρήγορα πιστευώ πως θα βρισκόμαστε εκεί πριν σκοτεινιάσει. Αλλά όταν φτάσουμε πρέπει να απομακρύνουμε τους Μονόκερους και να συνεχίσουμε πεζοί. Το κάστρο είναι χτισμένο στις παρυφές των βράχων, βρίσκεται πολύ κοντά στην θάλασσα.»
     «Τέλεια.» Στα χείλη της Μorgan είχε εμφανιστεί ένα λαμπερό χαμόγελο.
     «Ω Χριστούλη μου, ο Θεός να βάλει το χέρι Του και να μας φυλάει.»άκουσα την Jane να μιλά ανήσυχη πιο πίσω ενώ έκανε τον σταυρό της.
     «Μάλιστα,»μουρμούρισε γκρινιάζοντας η Εlena. «Εγώ πάλι πιστεύω πως δεν έχουμε καμία ελπίδα να φτάσουμε εκεί απόψε.»
     «Μπορεί να έχεις δίκιο αδελφή…»της αποκρίθηκε σαρκαστικά η Μorgan. «Αλλά εγώ δεν θα το έχανα αυτό για τίποτα στον κόσμο.»συνέχισε εκείνη και χωρίς να μας δώσει την ευκαιρία να πούμε τίποτα άλλο, χάιδεψε για άλλη μια φορά την χαίτη του μονόκερου παροτρύνοντας τον να καλπάσει γρήγορα σαν τον άνεμο.
     Τα χέρια της αδελφής μου βυθίστηκαν περισσότερο στη χαίτη του ζώου που κινήθηκε αυτόματα χλιμιντρίζοντας ενώ στεκόταν για λίγο στα πισινά του πόδια. Λίγες στιγμές αργότερα το είδαμε να τρέχει, ενώ προπορευόταν αρκετά μπροστά μας.
     «Βιάσου Jane, κάνε κάτι πριν την χάσουμε τελείως μέσα στη νύχτα και μείνουμε μόνες μας να περιφερόμαστε όλο το βράδυ μέσα στα αδιαπέραστα δάση της Αλβιόνας σαν τις άδικες κατάρες.» μίλησε η Εlena πανικόβλητη.
     «Πολύ θα το ήθελα αλλά δεν ξέρω πώς να το κάνω να τρέξει ξαδέλφη.»έσκουξε η Jane αγχωμένη.
     «Προσπάθησε να του μιλήσεις.»της πρότεινε ο Lancelot. Η Jane του έριξε μια αμφίβολη ματιά. Στη συνέχεια χτύπησε τα χέρια της, τρίβοντας τα κι έσκυψε προς το αυτί του μονόκερου.
     «Εμ… ναι δεν ξέρω αν με ακούς αλλά θέλω να μας πας στο κάστρο των Αρχαίων Βασιλέων πριν πέσει το απόλυτο σκοτάδι και μας πλακώσει.»του ψιθύρισε η Jane σιγανά, χτυπώντας τα πλευρά του ζώου ελαφρά. Αυτό για λίγο δεν έδειχνε να νοιάζεται, παρέμενε εκεί άβουλο και ακίνητο. «Έλα σε παρακαλώ, είμαι πτώμα, χρειάζομαι ύπνο, νυστάζω… Αμάν! Κάνε γρήγορα…»συνέχισε εκείνη κουνώντας τώρα ανυπόμονα τα πόδια της. Έφερα το ένα χέρι μου στο στόμα συγκρατώντας το γέλιο μου. «Για να μην αναφέρουμε το θέμα…» η φράση της έμεινε μισοτελειωμένη καθότι είδα την ξαδέλφη μου να γατζώνεται πάνω σε αυτόν, κι η αδελφή μου πάνω σε αυτήν μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, καθώς ο μονόκερος είχε αρχίσει να τρέχει απομακρύνοντας τες από κοντά μας. Παρ’όλα αυτά ήμουν σε θέση να ακούσω την Jane να ολοκληρώνει την πρόταση της, ακόμα κι από μακριά. «… Του φαγητούυυυυ!!.»
     «Jane! Κάντο να πάει πιο σιγά, θα σκοτωθούμε!»ούρλιαζε τώρα η Εlena από πίσω της.
     «Δεν ξέρω...!!»ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσα απ’την ξαδέλφη μου πριν χαθούν κι οι δυο τους τελείως από μπροστά μας.
     Έγειρα στο πλάι και πάλι ακούγοντας αυτή τη φορά το γέλιο του Sir Lancelot που επιτέλους είχε καταφέρει να εκδηλωθεί. «Μπορώ να μάθω τον λόγο αυτής της απρόσμενης χαράς.»τον ρώτησα ύστερα από λίγες στιγμές αφότου είχε συνέλθει.
     «Η οικογένεια σου…»ξεκίνησε εκείνος αλλά δεν τον άφησα να ολοκληρώσει.
     «Ω να είσαι σίγουρος πως οι αδελφές κι η ξαδέλφη μου δεν έχουν καμία σχέση με τις δεσποσύνες που έχεις συναντήσει στη ζωή σου ιππότη.»
     «Πράγματι. Αν κι θα έλεγα πως η μικρότερη…»
     «Η Μorgan;»του υπενθύμισα.
     «Μου θυμίζει πολύ τον Gwaine.”
     «Κατάλαβα.»είπα ενώ έπαιρνα το χέρι απ’το στομάχι μου επιτέλους νιώθοντας ξανά το ίδιο τσίμπημα με πριν, κάνοντας άλλον έναν μορφασμό πόνου, Αναστέναξα σιγανά φέρνοντας την παλάμη μου μπροστά μου, αντικρίζοντας το αίμα που είχε αρχίσει να λερώνει σιγά σιγά τα ρούχα μου. «Lancelot…»πρόφερα το όνομα του με τρεμάμενη φωνή.


     
     Εκείνος πήρε ανήσυχος το χέρι μου μέσα στο δικό του και το έσφιξε γερά, τα χέρια μας μπλέχτηκαν το ένα με το άλλο.
     «Πότε έγινε αυτό;»τον άκουσα να με ρωτά χαμηλόφωνα, ο ήχος της αναπνοής του μου γαργαλούσε τα αυτιά. Μπορούσα να διακρίνω όμως απ’τον τόνο της φωνής του πως ήταν σοκαρισμένος. Ανησυχούσε για… για μένα;
     «Δεν..δεν ξέρω.»τραύλισα τρομοκρατημένη νιώθοντας την ροή του αίματος. «Μάλλον την στιγμή που προσπαθούσα να σε βγάλω απ΄το νερό.»
     «Σε πόνεσα άθελα μου;»μουρμούρισε εκείνος έντρομος. ‘Η πανοπλία του..’ Σκέφτηκα αμέσως εγώ. Κι ο Lancelot το ήξερε, η πανοπλία του ήταν φτιαγμένη από ατσάλι, χωρίς να το καταλάβω αυτή ίσως να είχε εισχωρήσει μέσα μου, προκαλώντας μου μία όχι και τόσο βαθιά πληγή –ή τουλάχιστον έτσι ήθελα να πιστεύω- την ώρα που είχε πέσει το σώμα μου πάνω στο δικό του με δύναμη για να μεταφερθούμε εδώ. Η πίεση που άσκησε το νερό πρέπει να είχε το ανάλογο αποτέλεσμα.
     «Μην το σκέφτεσαι. Δεν είναι τίποτα.»μίλησα προφέροντας τις λέξεις με δυσκολία, αφήνοντας ένα βογκητό, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια μου. «Πρέπει να ξέρεις πως έχω το χάρισμα της ίασης, μπορώ να θεραπευτώ και μόνη μου. Απλώς… Αχ!» Η φράση μου κόπηκε στη μέση, εμποδίζοντας με να συνεχίσω, νιώθοντας το σούβλισμα στο στομάχι μου. «Απλώς θα μου πάρει λίγο χρόνο. Στους άλλους το χάρισμα μου έχει στιγμιαία επίδραση, για μένα δεν είναι το ίδιο.»κατέβαλα υπεράνθρωπες προσπάθειες για να του αποκριθώ.
     Ευθύς αμέσως αισθάνθηκα τα χέρια του ιππότη να με αγκαλιάζουν, τα πόδια του χτύπησαν τα πλευρά του ζώου κι αυτό λες και είχε υπακούσει στην διαταγή του αφέντη του άρχισε να τρέχει.
     «Πρέπει να κινηθούμε γρήγορα.»είπε εκείνος με τα χείλη του πάντα στα μαλλιά του. «Ρίσκαρες την ζωή σου για να με σώσεις κι εγώ σε πλήγωσα.»
     «Δεν φταις εσύ…»ψιθύρισα καθώς ένιωθα καταβεβλημένη, τα βλέφαρα μου να βαραίνουν, Άφησα μια βαθιά ανάσα καθώς ακουμπούσα το κεφάλι μου πάνω στο στήθος του, ακούγοντας την καρδιά του που σφυροκοπούσε.
      «Συγχώρεσε με Λαίδη μου, συγχώρεσε με.» Με κράτησε πιο σφιχτά στην αγκαλιά του ενώ τα πόδια του χτυπούσαν ασταμάτητα τα πλευρά του μονόκερου. Δεν αργίσαμε να προφτάσουμε τα κορίτσια. «Η λαίδη Anne είναι πληγωμένη!!»τον άκουσα να φωνάζει δεξιά και αριστερά στις αδελφές και στην ξαδέλφη μου. «Πρέπει να βιαστούμε!»αναφώνησε εκείνος, αυτή τη φορά πιο δυνατά.
     «Μην απολογείσαι, απλώς κράτα με γερά…»ψιθύρισα ξανά προσπαθώντας να κρατηθώ από εκείνον. «Αλλιώς φοβάμαι πως θα πέσω απ’τον μονόκερο.»τον πείραξα θέλοντας να τον κάνω να ηρεμήσει αλλά ήταν αδύνατον.
     «Είμαι εδώ μαζί σου. Δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση να σε αφήσω, Πόσο μάλλον να πέσεις. Και σε παρακαλώ μην τολμήσεις να μου πεθάνεις πριν μάθω πρώτα την αλήθεια, Γιατί θα την μάθω Anne αλλά θέλω να την μάθω από σένα.» Ανοιγόκλεινα συνεχώς τα μάτια μου θέλοντας να εστιάσω στο πρόσωπο του. Άφησα ένα πλατύ χαμόγελο στο άκουσμα αυτών των λέξεων. «Όταν φτάσουμε στο κάστρο και δεν έχει ακόμα επουλωθεί η πληγή σου θέλω… θέλω να μου δώσεις την άδεια να σε περιποιηθώ καταλλήλως. Μπορώ να σε βοηθήσω, πρέπει… πρέπει όμως να μου δώσεις την άδεια σου.»μίλησε εκείνος ενώ κόμπιαζε κάθε τόσο. Ο ήχος της φωνής του ήταν τόσο απαλός, ζεστός, καθησυχαστικός. Χαμογέλασα αχνά καθώς τα μάτια μου έκλειναν σιγά σιγά, έπεφτα σε ύπνο βαθύ. Δεν είχα περισσότερο σθένος να τα αφήσω ανοιχτά για πολύ ακόμα.
     «Την έχεις την άδεια μου.»ψιθύρισα και πάλι χαμηλόφωνα. ‘Γενναίε μου και ευγενή μου ιππότη..’ «Απλώς κράτα με…»επανέλαβα πάλι, ψιθυρίζοντας με κόπο καθώς η ανάσα μου χανόταν. Κατέρρεα… αισθανόμουν τα χέρια μου να τον αφήνουν.
     «Λαίδη Anne;! Ωχ Όχι!!»τον άκουσα να με καλεί ξανά και ξανά. Δεν ήθελα να κλείσω τα μάτια μου, ήθελα να μείνω για λίγο ακόμα ξύπνια, ακούγοντας την φωνή του, οι δυνάμεις μου όμως δεν μου το επέτρεπαν. «Σε λίγο φτάνουμε. Κάνε κουράγιο λίγο ακόμα.»με ενθάρρυνε ο Lancelot, «Σε παρακαλώ κρατήσου, Anne! Σε παρακαλώ!» Δεν άντεχα άλλο. Το κεφάλι μου κόντευε να σπάσει, καιγόμουν ενώ ήμουν σίγουρη πως είχα πυρετό. Δεν είχα άλλη δύναμη να το παλέψω, παρακαλούσα από μέσα μου να θεραπευόμουν σύντομα από μόνη μου. «Κρατήσου!!» Ήταν τελευταία φορά που άκουσα την φωνή του να ηχεί στα αυτιά μου εκείνο το βράδυ. Νόμιζα πως ένιωσα τα απαλά χείλη του να με φιλούν ανεπαίσθητα πάνω στις καστανές μου μπούκλες αλλά μπορεί και να ήταν της φαντασίας μου. Μπορεί και να το ονειρεύτηκα…


    ~~~***~~~***~~~


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Σαβ Ιουν 28, 2014 3:14 am

    Camelot~Citadel{Gaiu's Chambers}, 19 May 492 A.D., Gwaine's Pov {7th scene}


     Ο ήχος σιγανών ψιθύρων που έφταναν στα αυτιά μου, με έκανε να ανοιγοκλείσω τα βλέφαρα μου απρόθυμα. Προσπάθησα να εστιάσω στις μορφές που βρισκόντουσαν ακριβώς από πάνω μου καθώς άνοιγα τα μάτια μου σιγά σιγά, αλλά μάταια. Όλα μου φαινόντουσαν τόσο θαμπά, θολά… Για ένα πράγμα ήμουν απόλυτα βέβαιος όμως, οι φιγούρες που στεκόντουσαν πολύ κοντά μου και μιλούσαν ήταν δύο. Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να εστιάσω προς το μέρος τους και να τις δω καθαρά. Ταυτόχρονα προσπάθησα να ανασύρω στη μνήμη μου τις τελευταίες εικόνες απ’τη στιγμή που είχαμε πλησιάσει τον βωμό του ναού με τον Αρθούρο και τους υπόλοιπους, στο Νησί των Ευλογημένων, αλλά μου ήταν αδύνατον.
     Από εκείνη την ώρα, χάνοντας τις αισθήσεις μου, κι ύστερα τίποτα δεν υπήρχε στο νου μου που να μου θυμίζει τι γινόταν όση ώρα ήταν το Πέπλο ανοιχτό και μετά. Όλα ήταν ένα χάος, ένα συνονθύλευμα εικόνων μέσα στο μυαλό μου. Το τελευταίο που θυμάμαι ήταν να ορμώ προς το μέρος της Φύλακα του Πέπλου καθότι όση ώρα μας μιλούσε, χρησιμοποιώντας προσβλητικά λόγια για τον Αρθούρο αλλά και για όσους αθώους είχαν χάσει άδικα την ζωή τους εξαιτίας της, δεν άντεξα. Μου είχε σπάσει τα νεύρα! Για μία ακόμα φορά, έκανα στην άκρη την λογική, δεν σκέφτηκα και αντέδρασα αυθόρμητα ορμώντας προς το μέρος της, αφήνοντας την ίδια ώρα μια κραυγή απελπισίας.
     Αυτός ήταν ο χαρακτήρας μου, αυθόρμητος, πεισματάρης, ανυπόμονος, κατεργάρης, επίμονος, γυναικάς και μέθυσος, Εν κατακλείδι αγύριστο κεφάλι. Αλλά αυτός ήμουν και δεν μπορούσα να με αλλάξω. Ή μάλλον δεν ήθελα να με αλλάξω, κι αν γινόταν ποτέ αυτό –πράγμα για το οποίο αμφέβαλλα- σίγουρα θα υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος. Προς το παρόν έκανα την προσευχή μου οι άνθρωποι γύρω μου, και συγκεκριμένα οι ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης που αποτελούσαν πλέον την πιο κοντινή μου οικογένεια, να έκαναν υπομονή και να με ανεχόντουσαν για κάποια χρόνια ακόμα. Δηλαδή όσο εξακολουθούσα να ζω.
     Έκανα να κουνηθώ απ’την κλίνη στην οποία πρέπει να ήμουν ξαπλωμένος, Επιχείρησα να κουνήσω τα μέλη του σώματός μου, θέλοντας να ανασηκωθώ και να δω επιτέλους που στο καλό βρισκόμουν αλλά το μετάνιωσα ευθύς αμέσως την επόμενη στιγμή. Καθώς κουνούσα χέρια και πόδια αισθάνθηκα ένα μαχαίρι κοφτερό να μπήγεται στη μέση μου και ταυτόχρονα άφησα ένα βογκητό πόνου. Οι ψίθυροι κόπηκαν απότομα, ακολούθησαν συρσίματα μέσα στο δωμάτιο, μια πόρτα που έκλεινε και στη συνέχεια γρήγορα βήματα πολύ κοντά μου. Λες και με πλησίαζαν.
     «Μην κουνιέσαι κακομοίρη μου και φύγουν οι επίδεσμοι. Δεν ξέρεις τι μαρτύριο τράβηξα μέχρι να τους τυλίξω γύρω απ’την πληγή σου. Είδα κι έπαθα, αν δεν ήταν ο Percival να με βοηθήσει δεν θα τελείωνα ούτε αύριο.» Αυτή τη φωνή θα την αναγνώριζα ακόμα και με κλειστά μάτια.
     Άφησα ένα στραβό χαμόγελο, ένας κόμπος είχε σταθεί στο λαιμό μου που μου προκάλεσε έναν ελαφρύ στιγμιαίο βήχα αλλά πολύ γρήγορα πέρασε. Τέντωσα το κορμί μου σαν τόξο αγνοώντας την ίδια ώρα τον πόνο στη μέση μου που με βασάνιζε, και στηρίχθηκα στους αγκώνες μου.  Ανοιγόκλεισα και πάλι τα μάτια μου, περιμένοντας αυτή τη φορά υπομονετικά μέχρι να επανερχόταν η όραση μου. Έγειρα το κεφάλι μου και κοίταξα τριγύρω μου. Ήξερα πλέον που βρισκόμουν, απλά δεν είχα ιδέα γιατί είχα μεταφερθεί εδώ. Περίμενα να ξυπνήσω τουλάχιστον στους κοιτώνες των ιπποτών.


     
     «Μerlin;»έσκουξα βραχνά, καταφέρνοντας να διώξω επιτέλους το φλέμα που πιλάτευε το λαιμό μου. «Τι κάνω σε αυτό το κρεβάτι;»
     «Τι σύμπτωσις! Την ίδια ακριβώς ερώτηση έκανες πριν από ένα χρόνο όταν σου έφερα πρωί πρωί το πρόγευμα σου, ζητώντας σου να παρεβρεθείς στην ακρόαση που έκανε ο Αρθούρος θέλοντας να σε ευχαριστήσει που του έσωσες την ζωή. Θυμάσαι όμως τι μου είχες πει τότε, φίλε μου;»
     Δεν είχα ιδέα για πιο πράγμα μου μιλούσε κι ούτε ήθελα να μάθω για να είμαι ειλικρινής, Το μόνο που επιθυμούσα αυτή τη στιγμή ήταν ένα ζεστό μπάνιο, μαζί με μια κούπα γεμάτη μπύρα ή κρασί ανάλογα. Επίσης αισθανόμουν τα πάντα γύρω μου να γυρίζουν, ζαλιζόμουν. Είχα ήδη ανασηκωθεί αρκετά για να είμαι σε θέση να αντικρίσω τον Μerlin ο οποίος τώρα στεκόταν μπροστά απ’το κατώφλι της κλειστής πόρτας του δωματίου του. Ήμουν σίγουρος πως δεν θα ικανοποιούνταν το βαθύτερο θέλημα μου, το οποίο θα βοηθούσε στην ανάρρωση μου, οπότε και δοκίμασα κάτι άλλο.
     «Τι έγινε στο Ευλογημένο Νησί; Πληγώθηκε κανείς; Ήταν σε θέση ο Αρθούρος να νικήσει την Φύλακα; Το Πέπλο έκλεισε; Τι απέγιναν τα Dorocha;» Αν για ένα πράγμα επίσης φημιζόμουν αυτό ήταν η πολυλογία μου, κι όπως ανέφερα και πιο πριν η ανυπομονησία μου κι ο αυθορμητισμός μου. Τις περισσότερες φορές δεν έβαζα γλώσσα μέσα μου, αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν με ενόχλησε ποτέ ιδιαίτερα, Για τους άλλους δεν είμαι και τόσο σίγουρος αλλά δεν μου καιγόταν και καρφί.
     «Μάλιστα, δεν θυμάσαι.»μουρμούρισε ο Μerlin δήθεν απογοητευμένος και πλησίασε περισσότερο προς εμένα, κάνοντας όμως την ίδια ώρα γύρους μέσα στο –στενάχωρο σχεδόν- δωμάτιο. «Δεν πειράζει θα σε βοηθήσω εγώ. Μου απάντησες πως αν ήξερες πως ήταν πρίγκιπας δεν θα τον έσωζες. Επίσης μου εξήγησες περιχαρής και άνετος πως ήταν ευγενής –αυτό βέβαια ήταν το μοναδικό σου επιχείρημα όταν σου είπα πως ο Βασιλιάς Uther ήθελε να σε ευχαριστήσει ιδιαιτέρως-…»
     Για κάποιον λόγο αυτή η συζήτηση δεν μου άρεσε καθόλου, αλλά αυτή τη στιγμή δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το πώς θα την απέφευγα. Το μόνο που ήθελα ήταν η Γη να ανοίξει και να με καταπιεί ή απλώς να βρισκόμουν χίλια μίλια μακριά από εδώ. Στην ταβέρνα, στο Gumbling  ας πούμε.
     Έξαφνα ο Μerlin στάθηκε ακίνητος γέρνοντας απότομα προς το μέρος μου, και εμφανίζοντας ένα χαρτί που κρατούσε όλη αυτή την ώρα, έχοντας το προφανώς κρυμμένο πίσω στη μέση του. Το οποίο ήμουν απόλυτα σίγουρος ήταν σκισμένο από κάποιο βιβλίο της μεγάλης βιβλιοθήκης που βρισκόταν μέσα στο παλάτι και φύλακας αυτής ήταν ο Geoffrey. Ο ανόητος, πως και δεν το είχα προσέξει νωρίτερα! Βλαστημούσα από μέσα μου τον εαυτό μου. Ποτέ μου δεν σκέφτηκα πως απ’τα βιβλία μπορεί και να την πάταγα τελικά.
     «Γεγονός που με οδηγεί στο εξής συμπέρασμα,…»συνέχισε ο φίλος μου χωρίς να δίνει σημασία στα συμπτώματα ανησυχίας που είχα παρουσιάσει απ’τη μια στιγμή στην άλλη. Γιατί για να λέμε του στραβού το δίκιο είχα γίνει άσπρος σαν το πανίκαι αυτό φαινόταν. Τα δάχτυλα μου είχαν γίνει γροθιές που είχαν βυθιστεί στα σεντόνια, ανάμεσα στα σκεπάσματα που δεν ήθελα και πολύ, Από στιγμή σε στιγμή μπορεί και να τα τράβαγα και να τα έσπαγα όλα εδώ μέσα επειδή είχα αποκαλυφθεί. Αλλά δεν του άξιζε αυτό του Μerlin. Ήθελε μόνο να μάθει την αλήθεια και έτσι κι αλλιώς, ό,τι και να συνέβαινε από εδώ και πέρα σε μένα, όφειλε εκείνος τουλάχιστον να γνωρίζει. Κι ό,τι είχε να μάθει έπρεπε να το μάθει από μένα.  «… Πως και δεν σ’αρέσει να συναναστρέφεσαι με ευγενείς –κυρίως με βασιλείς- ενώ την ίδια ώρα είσαι ένας απ’αυτούς;;!!» Ο τόνος της φωνής του υψώθηκε ελάχιστα στην τελευταία του φράση κι εγώ έγειρα το βλέμμα μου ψηλά, να τον αντικρίσω για να τον δω να μου ταρακουνά την σκισμένη σελίδα με ύφος απελπισμένο.
     Μείναμε για λίγα λεπτά σιωπηλοί να κοιτάμε ο ένας τον άλλον χωρίς να λέμε τίποτα. Για την ακρίβεια εγώ έπρεπε να απολογηθώ αλλά δεν ήξερα πως, Στην πραγματικότητα δεν ήθελα να δώσω εξηγήσεις αλλά για τον Μerlin έπρεπε. Ήταν ένας απ’τους πρώτους και καλύτερους μου φίλους, χάρη σ’αυτόν βρισκόμουν εδώ που βρισκόμουν σήμερα. Αν και τώρα πια δεν είχε σημασία. Σε λίγη ώρα όλα θα γκρεμίζονταν. Εκείνος θα το έλεγε στον Αρθούρο, κι εμένα ή που θα μου αφαιρούσαν το αξίωμα του ιππότη ή που θα με οδηγούσαν στα μπουντρούμια. Προτιμούσα το δεύτερο. Καλύτερα ιππότης και σε μπουντρούμι παρά αφαίρεση αξιώματος, εξορισμένος, χωρίς στον ήλιο μοίρα. Γιατί μια φορά πίσω στο σπίτι μουδεν ξαναγυρνούσα.


     
     «Θα ήθελες να συνεχίσω, ή έχεις κάτι να πεις για να διαψεύσεις όσα ειπώθηκαν από μένα… Πρίγκιπα Gwaine!; Δευτερότοκε υιέ του Lot, βασιλιά του Essetir, γειτονικού βασιλείου του Camelot.» Είδα τον Μerlin να πετά την σελίδα με το γενεαλογικό μου δέντρο προς το μέρος μου,-κάνοντας ταυτόχρονα το γύρο του κρεβατιού, ερχόμενος να καθίσει στο σκαμνί δίπλα μου- κι εγώ αυτόματα έσφιξα με τα δάχτυλα μου το χαρτί έτοιμος να το σκίσω αλλά την τελευταία στιγμή συγκρατήθηκα ρίχνοντας του μια ματιά.
     Όπως το περίμενα όλα ήταν γραμμένα στο χαρτί με τη σειρά διαδοχής: Ο πατέρας μου ο Lot, ή μητέρα των αδελφών μου Anna~Morgause, o Agravaine στη συνέχεια, εγώ {αν και λόγω του ότι ήμουν το μοναδικό μπάσταρδο στην οικογένεια είχα μια ξεχωριστή θέση έξω απ’το δέντρο, παρ’όλο που είχα δικαίωμα στην διαδοχή}, ο Gareth, κι στο τέλος ο Gaheris. Υπήρχαν κι άλλα ονόματα πριν απ’τα δικά μας πιο πάνω, κάνοντας αυτό το δέντρο να φαίνεται περισσότερο μεγαλοπρεπές, γεγονός το οποίο και με αηδίαζε. Δεν ήθελα να έχω καμία σχέση με τον πατέρα μου, ούτε με την γυναίκα του, αν κι μου έλειπαν κάπως τα ετεροθαλή μου αδέλφια, περισσότερο απ’όλους ο Agravaine.
     Έγειρα προς τον Μerlin δίπλα μου, ο οποίος τώρα είχε χαμηλωμένο το κεφάλι προς το έδαφος καθώς έσερνε αγχωμένα τα μαλλιά του ανάμεσα στις καστανές μπούκλες των μαλλιών του. Άνοιξα το στόμα μου, αλλά δεν έβγαινε κανένας ήχος κι όμως είχα την ανάγκη να μιλήσω στο φίλο μου, διότι δεν άντεχα να τον βλέπω έτσι απελπισμένο και προδομένο. Όχι από μένα. Φώναζα από μέσα μου.
     «Μerlin..»πρόφερα σιγανά και δισταχτικά. Να πάρει ο διάολος να πάρει! Όταν δεν έπρεπε να μιλήσω έτρεχε η γλώσσα μου ροδάνι και τώρα που επιβαλλόταν να ξεκαθαρίσω την θέση μου, είχα πετρώσει σαν άγαλμα, μένοντας την ίδια ώρα μουγκός! Και δεν το άντεχα αυτό. «Άφησε με να σου εξηγήσω…» Συνέχισα προσπαθώντας πάλι να το σώσω αλλά…
     «Δεν σου ζητώ να απολογηθείς, Αντιθέτως σε κατανοώ, γιατί βρίσκομαι σε παρόμοια θέση, και είμαι σίγουρος πως κράτησες αυτό το μυστικό για δικούς σου προσωπικούς λόγους.»μίλησε εκείνος αμέσως ανασηκώνοντας το κεφάλι του απότομα και φέρνοντας τα χέρια μπροστά μου, κάνοντας με να σωπάσω, εμποδίζοντας με να πω το παραμικρό. Απέφευγε όμως να με κοιτάξει κι αυτό δεν μου άρεσε. «Θα έχουμε όλο το χρόνο να ασχοληθούμε με την περίπτωση σου εγώ κι εσύ αργότερα.” Τότε ήταν που το βλέμμα του συνάντησε το δικό μου, Εν τω μεταξύ εγώ είχα μείνει να τον κοιτώ παράξενα. Με ένα καχύποπτο ύφος, δεν περίμενα να το πάρει τόσο ψύχραιμα, αλλά θα τον άφηνα να ολοκληρώσει.

     
     
     «Gwaine, εγώ απ’τη δική μου μεριά δεν έχω τίποτα να σου συγχωρέσω, Θα κρατήσω το μυστικό σου και δεν θα φανερώσω τίποτα στον Αρθούρο για όσο διάστημα εσύ το επιθυμείς. Πρέπει όμως να λάβεις τα μέτρα σου και σταθείς ενώπιον του κάποια στιγμή λέγοντας του την αλήθεια. Κι όχι μόνο σε εκείνον, αλλά και στον Percival, τον Laionel και τον Elyan. Είναι οι πιο πιστοί σου φίλοι και συμπολεμιστές. Είναι άσχημο να τους κρύβεις την αλήθεια και να σε θεωρούν δικό τους, απ’την στιγμή που όπως λένε τα βιβλία εδώ, δεν είσαι.» Τον είδα να το σκέφτεται λίγο περισσότερο πριν μιλήσει ξανά. «Αν κι ο Leon προέρχεται από οικογένεια ευγενών κι εκείνος, αλλά όχι τόσο υψηλή όσο η δική σου. Ωστόσο δεν ισχύει το ίδιο για τους άλλους δυο.»  
     «Ξέχασες τον Lancelot, ή είναι ιδέα μου; Ούτε εκείνος απ’όσο ξέρω ανήκει σε κάποια οικογένεια ευγενών.» Κι όντως όπως είχα καλά παρατηρήσει δεν είχε αναφερθεί το όνομα του κι αυτό με έκανε την ίδια ώρα να ανησυχώ περισσότερο και να θέλω να ξαναγυρίσω στο προηγούμενο θέμα. Όχι μόνο εγώ αλλά το έβλεπα και στην έκφραση του Μerlin ότι κάτι δεν πήγαινε καλά γιατί τώρα ο φίλος μου είχε αρχίσει να φυσάει και να ξεφυσάει νευρικά. «Μerlin; Υπάρχει κάτι που πρέπει να ξέρω;»
     Τον είδα να σηκώνεται και πάλι απ’την θέση του και να κάνει ανήσυχους γύρους πέρα δώθε μέσα στο δωμάτιο. Αυτό όμως δεν με βοηθούσε, περισσότερο με έκανε να εκνευριστώ κι να χάσω την ψυχραιμία μου. «Ωωωω! Για όνομα του Θεού άνθρωπε μου!! Να με πεθάνεις θέλεις;!» του φώναξα τότε δυνατά, Όπως είναι γνωστό δεν είμαι άνθρωπος της υπομονής. «Θα μου πεις ή θα με σκάσεις επιτέλους;»προσπάθησα ξανά, αυτή τη φορά φροντίζοντας να χαμηλώσω τον τόνο της φωνής μου.
     «Gwaine;!» Έγειρε προς το μέρος μου κοιτώντας με κατατρομαγμένος. «Πρέπει να μιλήσουμε.» Η φωνή του έτρεμε, Ο μικρός φοβόταν στ’αλήθεια, δεν μου το έβγαζες απ’το μυαλό.
     «Κι αναρωτιόμουν τόση ώρα τι κάναμε.»μίλησα αγανακτισμένος σταυρώνοντας τα χέρια μου.
     «Ήρθε η ώρα να μάθεις ποιος είμαι στ’αλήθεια και τι ακριβώς συνέβη απόψε.» Είδα τον μικρό να γυρίζει γρήγορα προς την πόρτα του δωματίου του, να την κλειδώνει και να στρέφεται ξανά προς τη μεριά μου απλώνοντας τα χέρια του στον αέρα.
     «Μerlin τι κάνεις;»ρώτησα προσπαθώντας να διατηρήσω σταθερή την φωνή μου, να μην πανικοβληθώ. Ταυτόχρονα ανέβασα λίγο πιο πάνω τα σκεπάσματα που με κάλυπταν απ’τη μέση και κάτω, θέλοντας να καλύψω την γύμνια μου.
     «Έδωσα τον λόγο μου και δεν τον παίρνω πίσω τώρα πια δυστυχώς, Δεν αναιρώ την υπόσχεση μου, Εξάλλου πρέπει να το βγάλω από μέσα μου. Είναι μεγάλο το βάρος για να το κουβαλώ συνέχεια μόνος… σχεδόν.» ψιθύρισε καθαρά όμως για να τον ακούσω.


     
     Σε κλάσματα δευτερολέπτου, ότι έπιπλο υπήρχε μέσα στον μικρό ιδιαίτερο χώρο του Μerlin άρχισε να αιωρείται στον αέρα. Από βιβλία, σφουγγαρίστρες, ξεσκονόπανα κι κουβέρτες, μέχρι καρέκλες, είδη ρουχισμού, (ακόμα και κάλτσες πεταμένες από εδώ και από εκεί, ο μικρός μάλλον είχε πάρει κάτι απ’την δική μου ακαταστασία), κουβάδες με νερό, ακόμα κι η μικρή ντουλάπα που φύλαγε τα προσωπικά του αντικείμενα φαντάζομαι, ακόμα κι τα ράφια που είχαν πάνω τους βιβλία, αιωρούνταν κι αυτά. Έμεινα να τα κοιτώ με μάτια γουρλωμένα, κοιτώντας τριγύρω μου κάθε τόσο με το σαγόνι μου να έχει φτάσει στο πάτωμα. Δεν πίστευα στα μάτια μου.
     Αφού κουράστηκα να παρατηρώ σαν χαζός όλη την περιουσία του φίλου μου να πετά και να αιωρείται συνέχεια μπρος στα μάτια μου, κάρφωσα το βλέμμα μου πάνω του, λέγοντας του πως ήταν η ώρα να σταματήσει και να παλουκωθεί κάτω, ούτως ώστε να μιλούσαμε σοβαρά αυτή τη φορά. Ο Μerlin με κατάλαβε αμέσως, χαμήλωσε τα χέρια του –κίνηση η οποία είχε ως αποτέλεσμα όλα να ξαναγυρίσουν στην κανονική τους θέση-, ήρθε και κάθισε ξανά στο σκαμνί δίπλα μου κι αφού πήρε την σελίδα με τα ονόματα των ευγενών και της βασιλικής μου οικογένειας, την φύλαξε βάζοντας την στην τσέπη του. Πράγμα που με έκανε να ανακουφιστώ προς στιγμήν. Ήθελα να πιστεύω πως ο μικρός θα κρατούσε πραγματικά το μυστικό μου –όπως κι εγώ το δικό του- μέχρις ότου να ήμουν έτοιμος και να φανερωνόμουν εγώ ο ίδιος στον Αρθούρο. Μέσα σε λίγα λεπτά έβαζε στα χέρια μου ένα κομμένο χαρτί, το ξεδίπλωσα για να διαπιστώσω πως ήταν ένα γράμμα.
     «Τι είναι αυτό;»ζήτησα να μάθω.
     «Διάβασε το σε ικετεύω Gwaine.»με παρακάλεσε. Έγειρα και πάλι και κοίταξα τον μικρό. Έδειχνε όντως απελπισμένος. «Διάβασε το και σου υπόσχομαι, σου το ορκίζομαι πως αν δεν βγάλεις άκρη, θα σου τα εξηγήσω όλα. Να είσαι βέβαιος.»
     Έριξα άλλη μια περίεργη ματιά στον Μerlin και ξεκίνησα να διαβάζω το σημείωμα, Τα μάτια μου γούρλωσαν μονομιάς, ήταν έτοιμα να πεταχτούν απ’το κρανίο μου. …


    ~~~***~~~


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Σαβ Σεπ 06, 2014 3:07 am

    Castle of the Ancient Kings, 19 May 492 A.D., Lancelot’s Pov {8th scene}


     Προτεραιότητα μου, απ’την στιγμή που ξεπέζεψα απ’τον Μονόκερο και άρχισα να διανύω τις παρυφές των βράχων -όπου ήταν χτισμένο το κρησφύγετο μας για την ώρα- μαζί με την περίεργη συντροφιά που με περιτριγύριζε, δεν ήταν ακόμα να μάθω την αλήθεια. Αλλά η ανάρρωση της γυναίκας που κρατούσα στα χέρια μου. Αφήνοντας πίσω μας λοιπόν αυτά τα φανταστικά πλάσματα και καθώς προχωρούσαμε για να φτάσουμε στο κάστρο, ένιωσα την Anne να αναδύεται απ’τον ύπνο της, έγειρε το κεφάλι της στο πλάι κοιτώντας προς την μεριά των μονόκερων παρακολουθώντας τους με ένα πληγωμένο ύφος. Δεν είχα ιδέα αν αυτός ήταν ένας τρόπος αποχαιρετισμού αλλά φαντάστηκα ότι κάπως έτσι τους ευχαριστούσε για την βοήθεια τους. Βαθιά μέσα μου έκανα το ίδιο. Μπορεί η ίδια όπως ισχυριζόταν να ήταν σε θέση να θεραπευτεί από μόνη της αλλά στην πραγματικότητα αν δεν ήταν εκείνοι να μας οδηγήσουν μέχρι εδώ, ίσως και να μην είχαμε καμιά ελπίδα τώρα.
     Τα χέρια της είχαν τυλιχτεί αυτόματα γύρω απ’το λαιμό μου, όταν την βοηθούσα να κατέβει απ’το μονόκερο και ευχαριστούσα τον Θεό γι αυτό. Ήταν δυνατή, όπως είχε πει κι η ίδια, κι αυτό ίσως οφειλόταν στη μαγεία της. Θα γινόταν καλά αλλά δεν μπορούσα να είμαι σίγουρος. Κατά βάθος έτρεμα για την ζωή της. Αν η πληγή της δεν επουλώνονταν εγκαίρως το πιθανότερο ήταν να έκανε ένα τρομερό πυρετό, κι αυτό θα την αποδυνάμωνε. Φόβος και τρόμος ένιωσα να πλημμυρίζει τότε την καρδιά μου, τα σωθικά μου. Αν πέθαινε η γυναίκα που μου είχε σώσει την ζωή με κίνδυνο τη δική της, και μάλιστα από δικό μου φταίξιμο δεν θα ήμουν ποτέ σε θέση να συγχωρέσω τον εαυτό μου.
     Συνέχισα να την κρατώ σφιχτά στην αγκαλιά μου, ενώ τώρα πλησιάζαμε τις πύλες του κάστρου και εκείνη σήκωνε με κόπο τα μάτια της στο πρόσωπο μου, αντικρίζοντας με, ενώ το ένα χέρι της είχε πιαστεί γερά την ίδια ώρα απ’τον χιτώνα μου. «Πο… πονάει… πολύ.» Βόγκηξε εκείνη πάνω απ’τον ώμο μου και για λίγα δευτερόλεπτα αισθάνθηκα την ανάσα της, το άρωμα της να εισχωρεί μέσα μου και να με γεμίζει. Προσπάθησα να φανώ ψύχραιμος καθώς η μύτη της σερνόταν στο μάγουλο μου, αλλά την αμέσως επόμενη στιγμή η Anne έκλεινε ξανά σφιχτά τα μάτια της, αφήνοντας άλλον έναν στεναγμό και φέρνοντας την παλάμη της στο μέρος της πληγής, Έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω και τα χέρια μου αυτόματα την σήκωσαν πιο ψηλά, επιταχύνοντας το βήμα μου, θέλοντας να την κάνω να με κοιτάξει με αυτόν τον τρόπο.
     «Το ξέρω λαίδη μου, Σου ζητώ να κάνεις λίγη υπομονή ακόμα. Κοντεύουμε.» Την παρακάλεσα. Συγχώρεσε με, φώναζα την ίδια ώρα από μέσα μου, που είχα φανεί τόσο αδέξιος. Εγώ ήμουν η αιτία του πόνου της, της αγωνία της, και μάρτυς μου ο Θεός αν δεν το ξεπερνούσε τότε όχι μόνο θα έπρεπε να υπομείνω την οργή της οικογένειας της που δεν την βοήθησα ή που δεν την περιποιήθηκα όπως της άρμοζε αλλά θα έπρεπε να συνεχίσω να ζω με τις ενοχές και δεν θα άντεχα κάτι τέτοιο.
     Αναζητώντας πρώτος εγώ την κεντρική αίθουσα, φτάνοντας επιτέλους σε αυτήν, όλα ήταν έτσι όπως τα είχαμε αφήσει την τελευταία φορά που είχαμε βρεθεί εδώ. Η μικρή στρογγυλή τράπεζα ή αλλιώς το τραπέζι που ανήκε στους Αρχαίους Βασιλείς του Camelot, στην οποία κανένας δεν ήταν σημαντικότερος απ’τους άλλους. Όλοι πίστευαν στην ισότητα, Το τραπέζι στο οποίο δώσαμε όρκο πίστης στον Αρθούρο ότι θα τον ακολουθούμε πάντα. Καλυμμένη με πολλές κουβέρτες και κλινοσκεπάσματα, Μανουάλια και κηροπήγια παντού τριγύρω στην αίθουσα βυθισμένα, καλυμμένα απ’την σκόνη, την βρώμα και την ακαθαρσία, Κι ότι άλλο έπιπλο υπήρχε εκεί μέσα δεν είχε γνωρίσει διαφορετική τύχη ύστερα απ’τον έναν χρόνο, από εκείνη τη φορά που το είχαμε επισκεφτεί. Όλα παρέμεναν τα ίδια. Ακόμα και ο άδειος χώρος –γεμάτος μόνο με πέτρες, όπου ο Μerlin είχε επιχειρήσει να ανάψει την φωτιά εκείνο το βράδυ-, παρατημένος, δίπλα στο οποίο είχαμε γονατίσει και είχαμε δώσει όρκο πίστης και τιμής, ενώ την ίδια ώρα ο Αρθούρος μας έχριζε ιππότες του Camelot. Παρ’όλα τα ελαττώματα του όμως ήταν το πιο ασφαλές καταφύγιο για την ώρα.
     Όταν εισήλθαμε στον γνωστό χώρο, είδα τα κορίτσια να κινούνται αστραπιαία γύρω μου και να ψάχνουν, να εξερευνούν τον χώρο προσπαθώντας να βρουν ότι χρειαζόταν για την καλύτερη ανάπαυση της αδελφής τους. Παραξενεύτηκα βλέποντας να γίνονται όλα υπό την καθοδήγηση της μικρότερης απ’τις αδελφές, της Μorgan. Φαινόταν σαν να γνώριζε το μέρος αλλά πως ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο. Δεν είχα το χρόνο να το επεξεργαστώ περισσότερο. Το μόνο που με ανησυχούσε και με ένοιαζε αυτή τη στιγμή ήταν η Anne. Η Jane –το όνομα της οποίας είχα φροντίσει να συγκρατήσω λόγω της εμφάνισης της για ευνόητους λόγους- και η Εlena έφερναν τώρα προς το μέρος μου μια κουβέρτα απλώνοντας την στο έδαφος δίπλα σε μια κολόνα, πάνω στην οποία και έβαζα να ξαπλώσει προσεχτικά την Anne, η οποία δεν είχε σταματήσει ούτε λεπτό να αναστενάζει. Με την άκρη του ματιού μου, παρατηρούσα την Μorgan η οποία με μία κίνηση του χεριού της άναβε φωτιά λίγο πιο πίσω μας –στο μέρος όπου τα πετρώματα είχαν δημιουργήσει ένα μικρό βουναλάκι-, αλλά και σε οποιαδήποτε δοχείο ή κερί υπήρχε τριγύρω, ούτως ώστε να είχαμε μια καλή θέα του χώρου αλλά και να αισθανόμασταν ζεστασιά. Στη συνέχεια μας γύρισε την πλάτη, προχωρώντας πιο μέσα στην αίθουσα. Ήταν φανερό πως έψαχνε για περισσότερα εφόδια που θα μας βοηθούσαν, ή πολεμικό εξοπλισμό που θα μας χρησίμευε. Εγώ, η Jane και η Εlena παραμείναμε γονατισμένοι κοντά στην Anne. Αλλά δεν μπορούσα να κάθομαι έτσι άπραγος και να την βλέπω να υποφέρει. Έπρεπε κάτι να κάνω. Έγειρα προς την οικογένεια της με βλέμμα σοβαρό και αποφασιστικό.



     
     «Χρειάζομαι νερό για να φροντίσω την πληγή.»τους είπα απευθύνοντας τον λόγο και στις δυο. Εκείνες κοίταξαν αβέβαια για λίγο η μία την άλλη. «Αν δεν τα καταφέρει μόνη της, πρέπει να είμαι προετοιμασμένος να επέμβω, και πιστέψτε με θα είναι χειρότερα. Γι αυτό μη σκεφτείτε να με εμποδίσετε. Επιθυμώ μόνο να της παρέχω την βοήθεια μου. Όπως έκανε κι εκείνη σε μένα.»
     «Κάντε ότι σας λέει.» πρόφερε με δυσκολία η Anne, μέσα απ’τα δόντια της. Στα μάγουλα της έρεαν ποτάμι τα δάκρυα καθώς αναλυόταν σε λυγμούς απ΄τον πόνο. Έντρομος γονάτισα δίπλα της παίρνοντας το κεφάλι της προσεχτικά, τοποθετώντας το στην αγκαλιά μου.
     «Το..το νερό θα είναι έτοιμο σε λίγο.» τραύλισε η Jane που απ’τον ήχο της φωνής της διέκρινα πόσο τρομοκρατημένη ήταν. Της έριξα μια φευγαλέα ματιά καθώς απομακρυνόταν από κοντά μας.
     «Θα βοηθήσω την Μorgan,.»ψέλλισε η Εlena, που μπορεί να συγκρατούσε την ψυχραιμία της, από μέσα της όμως γνώριζα πολύ καλά πως κόντευε να πεθάνει απ’την αγωνία της.
     Έστρεψα τη ματιά μου προς την Anne, χαμηλώνοντας για λίγο το βλέμμα μου προς εκείνη, για να την δω να με κοιτά κι εκείνη έντονα. «Όλα θα τελειώσουν πολύ γρήγορα, λαίδη μου. Μην φοβάσαι.» της ψιθύρισα τρυφερά, Σέρνοντας την παλάμη μου απαλά στο μέτωπο της, νιώθοντας τον πυρετό της που δεν είχε υποχωρήσει. Αντιθέτως. Καιγόταν ολόκληρη. Αισθάνθηκα τους χτύπους της καρδιάς μου να είναι έτοιμοι να πεταχτούν απ’το στήθος μου. Με τα χέρια μου τώρα να βρίσκονται γύρω απ’τη κορμί της, την σήκωσα στην αγκαλιά μου, ούτως ώστε να κάθεται μπροστά μου και στη συνέχεια το χέρι μου κατευθύνθηκε μέσα απ’το ρούχο της, θέλοντας να το αφαιρέσω με τρόπο για να εξετάσω την πληγή. Δεν μπορούσα όμως να συνεχίσω αν πρώτα… Ένιωσα την ζεστή της παλάμη πάνω στη δική μου.
     «Ξέρω τι θα μου ζητήσεις ιππότη. Και την έχεις…» είπε εκείνη αναστενάζοντας. «Έχεις την άδεια μου. Αν δεν τα καταφέρω, είσαι ελεύθερος να κάνεις ότι κρίνεις εσύ απαραίτητο. Γιατί σου έχω εμπιστοσύνη.»
     «Μα πως; Πως μπορείς να με εμπιστεύεσαι απ’την στιγμή που δεν με γνωρίζεις.» Ήθελα τόσο πολύ να μάθω.
     «Μπορεί να μην σε γνωρίζω, αλλά η μικρότερη αδελφή μου, η Μorgan σε ξέρει. Μέσα απ’τα οράματα της ήταν σε θέση να σε γνωρίσει. Σου έχει απόλυτη εμπιστοσύνη όπως κι εγώ. Και επίσης έχουμε γνώση πως είσαι ο πιο γενναίος και ο πιο ευγενής ιππότης απ’όλους όσους περιστοιχίζουν την Στρογγυλή Τράπεζα.»
     «Anne…» Την έβλεπα που ήταν έτοιμη και πάλι να πέσει σε βαθύ λήθαργο, καυτός ιδρώτας μούσκευε την επιδερμίδα της ενώ το χέρι μου δεν άφηνε ποτέ το μέτωπο της και συνέχιζα να την κρατώ αγκαλιά. «Σ’το ορκίζομαι, θα κάνω ότι περνάει απ’το χέρι μου προκειμένου να σε σε σώσω. Λαίδη μου. Σ’το ορκίζομαι.» της ψιθύρισα σ’τ’αυτί της τρυφερά, κι άφησα ένα απαλό φιλί στα μαλλιά της. Δεν θα πεθάνεις απόψε, Σου δίνω τον λόγο μου πως θα επιβιώσεις. Όπως όταν βρισκόμασταν πάνω στο μονόκερο κι είχε ανακαλύψει ότι ήταν πληγωμένη. Το σοκ ήταν τόσο δυνατό για εκείνη όσο και για μένα. Τρόμαξα τόσο πολύ εκείνη την στιγμή που δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Ένιωθα λες και το τελευταίο λυθαράκι λογικής να με είχε εγκαταλείψει. Τότε ήταν η πρώτη φορά που της χάρισα τα πρώτα μου φιλιά.
     Είδα την Jane να μας πλησιάζει με ένα κουβά νερό κι αυτόματα προσπάθησα να αποτραβηχτώ όσο μπορούσα απ’το πλευρό της Anne, χωρίς την ίδια ώρα να την αφήνω απ’τα δεσμά μου. Λίγα λεπτά αργότερα κατέφτασαν η Μorgan κι η Elena με περισσότερες κουβέρτες.
     «Με συγχωρείς Sir Lancelot, αλλά σε τι θα χρησιμέψει το νερό;»με ρώτησε η Εlena με ύφος καχύποπτο. Προσπέρασα προς στιγμήν τα λόγια της κι εξέφρασα κι εγώ το ερώτημα μου.
     «Αυτά είναι όσα μπορέσατε να βρείτε εντός του κάστρου;»
     «Υπάρχουν αρκετές βαλλίστρες, δόρατα, τόξα και σπαθιά στο πίσω πίσω μέρος, Θα πρέπει να έχουν αφεθεί από ληστές, ή ακόμα κι από ιππότες. Αλλά ειλικρινά δεν βρίσκω τι άλλο θα μπορούσε να βοηθήσει την Anne όσον αφορά τον τραυματισμό της.» μίλησε η Μorgan καθώς σκέπαζε με περισσότερα κλινοσκεπάσματα την αδελφή της.
     Κοίταξα και τις τρεις τους ταυτόχρονα εξηγώντας τους ήρεμα τι είχα κατά νου.
     «Σκοπεύω να ράψω την πληγή.»τους είπα καθώς αφαιρούσα τον μανδύα της Anne προσεχτικά, και τράβαγα απαλά το γούνινο ρούχο της. Στη συνέχεια έλυνα τη ζώνη απ’τη μέση της.
     «Τι;;!!»έσκουξαν και οι τρεις τους ταυτόχρονα κοιτώντας με αλλόκοτα.
     «Αλλά για να το κάνω χρειάζομαι βελόνα και κλωστή.»συνέχισα αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις τους.
     «Που θα βρούμε βελόνα και κλωστή εδώ μέσα;»αναρωτήθηκε η Jane. «Καταρχήν είναι θεοσκότεινα. Και στο κάτω κάτω δεν ψάχνουμε την μπιζουτιέρα της μαμάς, ούτε βρισκόμαστε στο μπουντουάρ της.»
     «Sir Lancelot…»η Εlena ξεφύσηξε νευρικά, μην δίνοντας σημασία στην ξαδέλφη της. Η Μorgan τώρα γονάτιζε απ’τη δεξιά μεριά της αδελφής της και της χάιδευε τα μαλλιά. «Δεν υπάρχει άλλος, τρόπος; Ίσως τα καταφέρει από μόνη της, Είναι ελάχιστες φορές που το παθαίνει. Συνήθως το τραύμα δεν είναι τόσο βαθύ όπως τώρα… Της παίρνει κάποιο χρονικό διάστημα αλλά…»
     «Λαίδη μου ο χρόνος περνάει, και  δεν θέλω να το διακινδυνέψω, Όχι τη ζωή τούτης της γυναίκας, Όχι εκείνης που μου έσωσε την ζωή.» Πίεσα απαλά την παλάμη μου στο μέτωπο της για να αντιληφθώ πως ακόμα καιγόταν. Έπρεπε να δράσω τώρα αλλιώς εκείνη δεν θα έβγαζε την νύχτα. «Πρόκειται για την αδελφή σας, Την οικογένεια σας!»πρόσθεσα με πάθος μην χάνοντας  καιρό.
     «Ποιος έχει ανάγκη βελόνα και κλωστή;! Παρατήστε με!»γρύλισε η Μorgan η οποία μας έκανε νόημα με τα χέρια της να παραμερίσουμε και έκλεισε σφιχτά τα μάτια της. Άρχισε να ψέλνει σε μια ακατανόητη γλώσσα. Σε κλάσματα δευτερολέπτου κατάλαβα πως ήταν τα ίδια λόγια τα οποία πρόφερε κάποιες φορές ο Μerlin όταν εφάρμοζε την μαγεία του.
     «Όχι! Όχι Μόργκαν! Σταμάτα!» Η Εlena τράβηξε με δύναμη τα χέρια της μικρότερης αδελφής της με αποτέλεσμα εκείνη να γείρει απότομα προς το μέρος της για να την αντικρίσει. Μίλησε πιο ήρεμα αυτή τη φορά. «Μην το κάνεις σε παρακαλώ, Χρησιμοποίησες όλες σου τις δυνάμεις για να θεραπεύσεις τον Gwaine. Αν προσπαθήσεις να κάνεις το ίδιο και με την Anne θα καταρρεύσεις. Ή μπορεί να βρεθείς σε χειρότερη θέση από εκείνη. Σε παρακαλώ.»
     «Ναι αλλά αν δεν κάνουμε κάτι θα χάσει την ζωή της!»της αντιγύρισε εκείνη με πείσμα.
     «Το ίδιο κι εσύ..»ψέλλισε η Εlena με δάκρυα στα μάτια. Απ’την έκφραση της και μόνο δεν άντεχε να επαναληφθεί το ίδιο σκηνικό με αυτό που είχε προηγηθεί στην παραλία.
     «Κο…κορίτσια… Σας ικετεύω …μην… μην μαλώνετε…» Η Anne τινάχτηκε προς στιγμήν απ’τον πυρετό, καταβάλλοντας προσπάθεια να κρατήσει τα βλέφαρα της ανοιχτά, αναστενάζοντας και βογκώντας νιώθοντας τον καυτό ιδρώτα να την πλημμυρίζει. «Lancelot…» αναστέναξε ενώ βρισκόταν σε πυρετώδη κατάσταση, Σήκωσε το χέρι της με κόπο απλώνοντας το προς το μέρος μου, κι εγώ αφού φίλησα την παλάμη της, την έσφιξα μέσα στη δική μου.
     «Εδώ είμαι Anne, δεν φεύγω απ’το προσκεφάλι σου Λαίδη μου. Δεν πρόκειται να πάω πουθενά, Δεν σ’αφήνω.» Προσπάθησα να την ενθαρρύνω δίνοντας της συνεχόμενα φιλιά στο μέτωπο της, στα μαλλιά της, χαϊδεύοντας τις αρθρώσεις των χεριών της. Κουνώντας την πέρα δώθε μέσα στην αγκαλιά μου.
     «Σε ευχαριστώ…»ψέλλισε εκείνη, η φωνή της ένας σιγανός ψίθυρος, καθώς χανόταν και έγερνε πάνω μου, κλείνοντας ξανά τα μάτια της. Αναίσθητη.
     «Όχι… Όχι… Anne! ΑNNE!!» Δάκρυα άρχισαν να αναβλύζουν απ’τα μάτια μου και συνειδητοποιώντας τι είχε μόλις συμβεί , στράφηκα προς την οικογένεια της με τρόμο. Εκείνες όμως με παρατηρούσαν ναι μεν λυπημένες αλλά ταυτόχρονα χαρίζοντας μου ένα αχνό χαμόγελο.


     
     «Κοίτα.» Η Μorgan με προέτρεψε να κοιτάξω το σημείο όπου είχε πληγωθεί η Anne για να δω ένα μικροσκοπικό γαλάζιο φωσφοριζέ σύννεφο να αιωρείται πάνω απ’το σώμα της  και στη συνέχεια να διαλύεται σε κάποιο περίεργο είδος σκόνης. Όταν η σκόνη υποχώρησε τελείως το τρεμάμενο χέρι μου με δική του πρωτοβουλία σύρθηκε στο γυμνό μέρος του κορμιού της  ψηλαφίζοντας την πληγή, την ουλή που βρισκόταν πριν από λίγα λεπτά εκεί. Για να διαπιστώσω τελικά πως είχε εξαφανιστεί ως δια μαγείας.
     «Sir Lancelot;..» Έγειρα το βλέμμα μου προς εκείνη για να την δω να μου χαμογελά απαλά. «Με γαργαλάς.»
     «Δεν.. δεν το ήθελα… Λαίδη μου, δεν …δεν το εννοούσα. Με συγχωρείς.» πρόφερα ψιθυρίζοντας με κόπο τις λέξεις καθώς απομάκρυνα το χέρι μου, αλλά την τελευταία στιγμή εκείνη το τραβούσε προς το μέρος της και το φιλούσε.
     «Σε ευχαριστώ πολύ Lancelot. Δεν ξέρω τι θα έκανα αν δεν ήσουν εσύ.»
     «Μα… μα εγώ δεν έκανα τίποτα…»προσπάθησα να απολογηθώ. Πράγματι δεν είχα κάνει τίποτα.
     «Α.. σε παρακαλώ,»μουρμούρισε εκνευρισμένη η Εlena κοιτώντας με με βλέμμα σαρδόνιο αλλά και με ένα πονηρό χαμόγελο. «Μην το κουράζουμε το θέμα και έχουμε και δουλειές. Πολλά έκανες και σε υπέρ ευχαριστούμε αλλά τώρα πρέπει να την βάλουμε και για ύπνο ούτως ώστε να συζητήσουμε με την ησυχία μας, Ιππότη, τι λες;»
     «Ε;;!!» Έμεινα να παρακολουθώ την Εlena ξαφνιασμένος, μην μπορώντας να καταλάβω τι εννοούσε. Εν τω μεταξύ εκείνη και η Jane αγκάλιαζαν και φιλούσαν την Anne, την καληνυχτούσαν και σηκώνονταν όρθιες. Απομακρύνονταν από κοντά μας και πλησίαζαν την Στρογγυλή Τράπεζα. Η Μorgan είχε μείνει τελευταία.
     «Πόσο χαίρομαι που είσαι επιτέλους καλά. Μας τρόμαξες. Άλλη φορά μην μας το ξανακάνεις αυτό.» Η μικρότερη απ’τις αδελφές είχε φέρει τα χέρια της γύρω απ’το λαιμό της Anne και την έσφιγγε μέσα της γερά, μην έχοντας το κουράγιο να την αφήσει για το υπόλοιπο της βραδιάς.
     Στο τέλος με βαριά καρδιά αποτραβήχτηκε και αφού στάθηκε όρθια, έγειρε τη ματιά της προς τις πέτρες που καιγόντουσαν και στη συνέχεια ξανά σε εμάς. «Είστε αρκετά ζεστά; Κρυώνετε μήπως;»
     Είδα την Anne να ανασηκώνει αδιάφορα τους ώμους της προς απάντησην της, και τότε η Μorgan σήκωσε ψηλά τα χέρια της προς την φωτιά, προφέροντας δυνατά: «Nabematas!
    Αμέσως οι φλόγες υψώθηκαν περισσότερο, και εγώ αναπήδησα κάπως στην εικόνα που εκείνες κατέπνιγαν τον μικρό χώρο που προοριζόταν για το άναμμα της φωτιάς.
     Η Μorgan έγειρε προς εμάς χτυπώντας παλαμάκια. «Πάντα ήθελα να το κάνω αυτό.»μας εξομολογήθηκε χαχανίζοντας.
     «Εσύ και η Dany μόνο.»της αποκρίθηκε η Anne πειράζοντας την; Αλλά τι εννοούσε;
     «Καλή σου νύχτα αδελφή.» Η Μorgan της χάρισε ένα πεταχτό φιλί και στράφηκε σε μένα. «Όταν θα είσαι έτοιμος σε περιμένουμε για να μιλήσουμε.» είπε και την είδα κι εκείνη να κινείται προς το μέρος της Τράπεζας.
     Την έβλεπα τώρα που στεκόταν μπροστά σε ένα απ’τα καθίσματα, -συγκεκριμένα σε εκείνο που καθόταν ο Gwaine πριν από πολύ καιρό- το αγκάλιαζε σφιχτά, ενώ η αδελφή και η ξαδέλφη της είχαν βολευτεί γύρω γύρω σκόρπιες αφήνοντας μια μικρή απόσταση η μία με την άλλη. Άφησε έναν αναστεναγμό κι έκατσε και εκείνη.
     «Σου ζητώ συγγνώμη ιππότη.» Η Anne με έβγαλε απ’τις σκέψεις μου τραβώντας μου την προσοχή, κι εγώ έγειρα και πάλι προς εκείνη.
     «Για ποιο λόγο;»θέλησα να μάθω. Ο μόνος που έπρεπε να ζητά συγγνώμη ήμουν εγώ κι όχι εκείνη.
     «Που δεν θα μάθεις την αλήθεια από εμένα. Συγχώρεσε με αλλά αισθάνομαι εξουθενωμένη. Τα βλέφαρα μου κλείνουν συνέχεια και δεν μπορώ…»δεν την άφησα να τελειώσει. Τα ακροδάχτυλα μου βρέθηκαν στα χείλη της, χαϊδεύοντας τα απαλά.
     «Για μένα σημασία έχει που είσαι ζωντανή και υγιής. Να είσαι σίγουρη πως εμείς οι δυο θα μπορέσουμε να μιλήσουμε με το πρώτο φως της ημέρας. Προς το παρόν πρέπει να ξαναβρείς τις δυνάμεις σου, και να μην πιέσεις τον εαυτό σου περισσότερο.» Της χάρισα με τη σειρά μου ένα αχνό χαμόγελο. «Είμαστε σύμφωνοι;»
     «Σύμφωνοι.» Ανταπέδωσε και εκείνη στο χαμόγελο μου και μου ψιθύρισε απαλά σ’τ’αυτί. «Νιώθω απέραντη ανακούφιση και χαρά που σε σώσαμε Lancelot.»
     «Μπορώ να μάθω το γιατί κι εγώ Λαίδη μου;»
     «Να είσαι βέβαιος πως αν δεν σου τον αποκαλύψει η οικογένεια μου, θα τον μάθεις από μένα…» Πέρασε την γλώσσα πάνω απ’τα χείλη της, κίνηση η οποία με αναστάτωσε ευχάριστα προς στιγμήν, σκεφτόμενη προσεχτικά τα επόμενα λόγια της. «Με το πρώτο φως της ημέρας.» συμπλήρωσε με ένα πλατύ μειδίαμα. Δεν άντεξα.
     «Όνειρα γλυκά Λαίδη Anne.»της ψιθύρισα χαμηλόφωνα καθώς τα χείλη μου ακουμπούσαν τρυφερά το μέτωπο της, χαρίζοντας της έτσι το φιλί μου.
     «Όνειρα γλυκά Sir Lancelot, και σε ευχαριστώ πολύ. Για όλα.» Ένιωσα την λαβή του χεριού της που έσφιγγε τον καρπό μου. Η παλάμη της ενώθηκε με την δική μου, και τα δάχτυλα μας μπλέχτηκαν και πάλι.
     «Εγώ σε ευχαριστώ. Ξεκουράσου, Μείνε ζωντανή για όλους μας, για την οικογένεια σου…» Για μένα. Ολοκλήρωσε ο συλλογισμός μου και με αυτά τα λόγια, αποτραβήχτηκα από κοντά της, αφήνοντας το χέρι της απαλά κι αφού σηκώθηκα όρθιος, κίνησα κι εγώ προς την Στρογγυλή Τράπεζα.
     Μόλις έκανα να πλησιάσω το γνωστό σημείο όπου καθόμουν ένα χρόνο πριν, είδα την Jane να σηκώνεται όρθια και να μας αφήνει. «Λαίδη μου, που πηγαίνεις;»ρώτησα αμέσως.
     «Α..!» αναφώνησε εκείνη γέρνοντας προς το μέρος μου, γελώντας ταυτόχρονα. «Αυτό γίνεται για προληπτικούς λόγους αλλά και για να μην σας αποσπώ την προσοχή Sir, Να με συγχωρείτε αλλά θα μείνω να προσέχω την ξαδέλφη μου για όση ώρα κοιμάται. Εξάλλου…» Η ματιά της αναζήτησε εκείνη της Εlena με νόημα. «…Πρέπει να σπεύσω προς βοήθεια επίσης.»
     «Πολύ καλά, λοιπόν.» Αποκρίθηκα χωρίς και πάλι να καταλαβαίνω ούτε λέξη απ’όσα έλεγε αλλά ευχόμουν τουλάχιστον να μου εξηγούσαν οι άλλες δυο δεσποσύνες εντός ολίγου.
     «Ας είναι , Jane πήγαινε και … καλή επιτυχία.» Η Εlena τώρα κοιτούσε την ξαδέλφη της και εκείνη γνέφοντας της καθώς απομακρυνόταν, πλησίαζε την Anne και ξάπλωνε δίπλα της. Έπειτα στράφηκε πάλι προς το μέρος μου. «Sir Lancelot καθίστε.» Δεν χρειαζόταν να μου το πει, είχα ήδη βολευτεί στη γνωστή μου θέση. «Ωραία. Η κατάσταση λοιπόν έχει ως εξής…» ξεκίνησε εκείνη και εγώ αφού έφερα τα χέρια μου πάνω στο τραπέζι, τα σταύρωσα μπλέκοντας και ξεμπλέκοντας τα δάχτυλα μου νευρικά και άρχισα να κοιτώ ανυπόμονα μία την Ελένα που μιλούσε και μία την Μόργκαν που βρισκόταν μία θέση καθισμένη παραδίπλα μου.


    ~~~***~~~***~~~


      ____________




      Παρόμοια θέματα

      -

      Η τρέχουσα ημερομηνία/ώρα είναι Κυρ Δεκ 04, 2016 5:54 am