Το πρώτο ελληνικό φόρουμ για τον κόσμο του A Song of Ice and Fire και την σειρά Game of Thrones του HBO

Μην το μετακινείτε γιατί δεν φαίνεται η πρώτη είδηση!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Καλώς ήρθες, Επισκέπτης!
Είδατε τον 5ο κύκλο και μείνατε έτσι Shocked + scared + Crying or Very sad ;;; Σας περιμένουμε εδώ για συζήτηση και θεωρίες!
Θα τελειώσει ποτέ ο Martin το Winds of Winter;
Τα μέλη της κοινότητας μας είναι 165, διαδώστε μας για να γίνουμε περισσότεροι!

    Cursed Souls

    Μοιραστείτε

    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Σαβ Αυγ 24, 2013 2:22 am


    Αυτό ακριβώς! Όπως λέει κι η περιγραφή του θέματος η παρακάτω ιστορία (fan-fiction) πείτε το όπως θέλετε είναι ένα spin-off, η συνέχεια (πάλι πείτε το όπως θέλετε) της σειράς Μέρλιν, απ'την 5η σεζόν και πέρα, καθότι εγώ ως Ναταλία δεν έμεινα ικανοποιημένη με το τέλος της ιστορίας-πλοκής-σειράς, κι είπα ή μάλλον αποφάσισα να του δώσω το τέλος που του αρμόζει. Οπότε, ορίστε η 6η σεζόν γραπτή... Για τις οθόνες λίγο δύσκολο. Ο αριθμός των επεισοδίων άγνωστος αλλά το τέλος προκαθορισμένο κι οργανωμένο μέσα στο μυαλό μου ευτυχώς! Razz 

    Απολαύστε υπεύθυνα... Razz



    Cursed Souls...
    (based on BBC Merlin series)



    OR ELSE...

    IN A LAND OF MYTH ...
    ... AND A TIME OF MAGIC
    THE BBC PRESENTS

    MERLIN

    RICHARD MADDEN    ASHLEY GREEN

    CHRIS HERMSWORTH  TAMSIN EGERTON

    ADELAIDE KANE   EOIN MACKEN

    TOM HOPPER   EMMY ROSSUM

    SANTIAGO CABRERA  JOSEPH MORGAN

    RUPERT YOUNG  WITH RICHARD WILSON

    AND JAKE GYLLENHALL


    Episode 1: Βack to Camelot

    Carlisle (The Great Border City), 6 June 2013, Morgan's Pov (1st scene)



        Τα κλειδιά έπεσαν κάτω πριν προλάβω να τα βάλω στην κλειδαρότρυπα. Θεέ μου, ένιωθα τέτοια ανακούφιση που βρισκόμουν επιτέλους σπίτι μου. Όλη μέρα  την πέρασα στο Πανεπιστήμιο και στη βιβλιοθήκη ψάχνοντας υλικό για την εργασία του νέου εξαμήνου. Για να μην αναφέρω και τις επιπλέον ώρες που εργαζόμουν ως βοηθός στην δανειστική βιβλιοθήκη, λίγα μέτρα πιο μακριά από εκεί που βρισκόταν η σχολή μου. Αισθανόμουν ξεθεωμένη, εξαντλημένη, δεν είχα φάει τίποτα απ'το πρωί. Προφανώς κι το άγχος μου να ολοκληρώσω την έρευνα για περαιτέρω στοιχεία καθώς επίσης και το διάβασμα για τις 'προόδους' που θα έδινα τις επόμενες ημέρες, με έκαναν περισσότερο να σκέφτομαι τον μέσο όρο μου παρά την τροφή με την οποία είχε ανάγκη να εφοδιαστεί ο οργανισμός μου. 
       Έσκυψα με βαριά καρδιά αφήνοντας ένα αγκομαχητό, απ'την κούραση που ένιωθα, σηκώνοντας το μπρελόκ με τα φωσφοριζέ αστεράκια και κουδουνάκια κι έβαλα το κλειδί στην πόρτα γυρνώντας το κανά δυο φορές. Την άνοιξα και μπήκα μέσα. Καθώς διέσχιζα τον διάδρομο για να ανέβω τις σκάλες σκεφτόμουν πόσο καλό θα μου έκανε ένα ζεστό μπάνιο και στη συνέχεια μια μερίδα κοτόπουλο με πατάτες. Άφησα έναν αναστεναγμό στην εικόνα του φαγητού κλείνοντας τα μάτια και μένοντας ακίνητη στο κεφαλόσκαλο. "Με την συνοδεία μιας καλής μπύρας φυσικά." μουρμούρισα σιγανά κι άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά ένα-ένα. 
       "Δεν έχει."ακούστηκε μια φωνή απ'το σαλόνι. Γύρισα κι είδα το πρόσωπο της μεγαλύτερης μου αδελφής, να μην με κοιτάει ως γνωστόν, αλλά να είναι όπως πάντα προσηλωμένο σε ένα απ'τα ερωτικά μυθιστορήματα που διάβαζε τέτοια ώρα. "Μας τελείωσε χθες, όταν άδειασες και το τελευταίο κουτάκι που είχε μείνει στο ψυγείο."συνέχισε να μιλάει εκείνη με ύφος ειρωνικό, μασουλώντας την ίδια ώρα το μήλο που κρατούσε στο ένα της χέρι. Όταν σήκωσε επιτέλους το βλέμμα της για να με κοιτάξει, εκείνο κάθε άλλο παρά επιδεικτικό ήταν. "Και το καλύτερο θα ήταν να μην ξαναπιείς  για ένα διάστημα, δεν το αντέχεις."
      "Καλησπέρα και σε σένα Άννι."μούγκρισα γυρνώντας της την πλάτη μου, συνεχίζοντας να ανεβαίνω τις σκάλες. 
      "Η Τζέιν βρίσκεται στην σοφίτα."σταμάτησα απότομα γέρνοντας το κεφάλι μου για λίγο στο πλάι. 'Η ξαδέλφη μου βρισκόταν στο Carlisle?'δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τον συλλογισμό μου, η 'λατρευτή' μου αδελφή είχε την απάντηση για μένα. "Θα μείνει εδώ για το καλοκαίρι, οι εξετάσεις της τελείωσαν νωρίτερα. Ήρθε το μεσημέρι όταν λείπαμε όλες μας μες την καλή χαρά, για να πω την αλήθεια δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι. Ίσως βάλει κάποια τάξη εδώ μέσα, κάτι που προσπαθώ εδώ και πάρα πολύ καιρό χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία."
       Μην δίνοντας σημασία στο τελευταίο σχόλιο της, έκανα την επόμενη ερώτηση που μου ήρθε στο μυαλό: "Η Ελένα που είναι?"
      "Έξω, που αλλού;! Σε λίγο πρέπει να την παίρνω κι εκείνη τηλέφωνο και να την ψάχνω."
      "Άννα έλεος! Μεγάλη κοπέλα είναι, κι εκείνη κι εγώ. Πάψε πια να μας φέρεσαι σαν να ήμασταν μωρά."γκρίνιαξα κουρασμένα όπως έκανα συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις. 
       Εκείνη σηκώθηκε απότομα απ΄τον καναπέ, πετώντας το μυθιστόρημα σε μια γωνιά και με πλησίασε ήρεμα κοιτώντας με αυτήν την φορά σοβαρά. 
      "Το ξέρεις πως δεν ανησυχώ γι'αυτόν τον λόγο. Είναι οφθαλμοφανές για το που μπορεί να τρέχει ο νους μου. Προσπάθησε να καταλάβεις Μόργκαν πως αυτό το φορτίο της οικογένειας δεν έχει πέσει μόνο σε μένα αλλά και σε σας. Πρέπει να φανείτε δυνατές, κι υπεύθυνες αν θέλετε να ζήσετε για πολλά χρόνια ακόμα. Δεν πρέπει να αποκαλυφθούμε. Ποτέ! Για κανέναν λόγο."
      "Το ξέρω."της αποκρίθηκα στον ίδιο τόνο δίχως να την κοιτάξω, με το βλέμμα στραμμένο στο έδαφος. "Εφτά ολόκληρα χρόνια επιζήσαμε και συνεχίζουμε να ζούμε με αυτό, με την κληρονομιά της οικογένειας, των προγόνων μας."κόμπιασα για λίγο αλλά πίεσα τον εαυτό μου να συνεχίσει. "Αλλά τι καταλάβαμε; Χάσαμε ότι αγαπήσαμε περισσότερο."συνέχισα να περπατώ χωρίς να κοιτάζω πίσω μου. 
      "Μόργκαν! Δεν είναι αλήθεια, ο Γκάβιν... Ο Γκάβιν ήθελε μόνο να σε προστατεύσει. Δέχτηκε να είναι μαζί σου από δική του επιλογή, θα μπορούσε να σε είχε εγκαταλείψει."είπε εκείνη αμέσως, διέκρινα ένταση στη φωνή της κι εγώ απ'την μεριά μου, στο άκουσμα και μόνο του ονόματος δεν μπορούσα να κάνω τίποτα παρά μονάχα να μείνω ακίνητη. Σαν στήλη άλατος, είχα πετρώσει σαν άγαλμα. 
       Νιώθοντας τον κρύο ιδρώτα να ξεχειλίζει σε όλο μου το κορμί, άφησα μια βαθιά ανάσα κοιτώντας το ταβάνι, ψιθυρίζοντας  πολύ καθαρά αλλά και δυνατά για να με ακούσει η αδελφή μου. "Ναι, έχεις δίκιο. Θα μπορούσε. Τουλάχιστον θα ήταν ζωντανός γιατί θα τον είχα απομακρύνει, θα τον είχα διώξει μακριά. Αντι αυτού έμεινε κοντά μου, έχασε τη ζωή του... Κι όλα αυτά εξαιτίας μου."
       Ξεφουρνίζοντας αυτά τα λόγια, και μετά από μια τόσο κουραστική μέρα έτρεξα κατευθείαν στο δωμάτιο μου. Θα έκανα ένα μπάνιο και στη συνέχεια θα συναντούσα την αγαπημένη μου ξαδέλφη, εκείνη πάντοτε με καταλάβαινε, περισσότερο κι απ'τις αδελφές μου τολμώ να πω. Η παρέα της, ήμουν σίγουρη θα μου έκανε καλό. Εξάλλου την είχα ανάγκη, όπως κι εκείνη ήθελα να πιστεύω. Κοντά της ίσως μάθαινα κάποια καινούργια πράγματα φέτος. Πράγματα σχετικά με το μεγαλύτερο μυστικό που κρατούσε η οικογένεια μας εδώ και πολλά χρόνια και που πριν από κάμποσο καιρό, συγκεκριμένα πριν από εφτά χρόνια περίπου το ανακαλύψαμε κι εμείς. Πράγματα, κόλπα, φίλτρα, ξόρκια, όλα σχετικά... με την Μαγεία!



    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Δευ Σεπ 01, 2014 7:57 pm, 24 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Δευ Αυγ 26, 2013 1:29 am

    Camelot~Citadel{Gaius' Chambers}/The Throne Room~The Round Table, 6 June 496 AD, Merlin's pov {2nd scene}



       
        Δεν είχαν περάσει παρά μονάχα 14 μήνες από εκείνη την αιματηρή νύχτα. 14 ατελείωτοι μήνες μέσα στους οποίους  περίμενα με υπομονή για την νεκρανάσταση του ένα, του μοναδικού και μελλοντικού βασιλιά , εκείνου που θα μπορούσε να ενώσει την γη της Αλβιόνας. Δεν σταμάτησα στιγμή να πιστεύω στην επανεμφάνιση του, εκείνου και των ιπποτών του, των φίλων μου. Των καλύτερων μου φίλων, αλλά κυρίως του βασιλιά και αφέντη μου. Ακόμα εξακολουθώ να ελπίζω όπως και τότε. Όπως κι εκείνη την νύχτα, όταν βρήκα το κουράγιο να σύρω την βάρκα στην λίμνη, ενώ εκείνη όδευε σιγά σιγά προς το Άβαλον... Ήξερα όμως, ήξερα πως κάποια μέρα εκείνος θα έβρισκε τον τρόπο και θα ξαναγυρνούσε. Ακόμα και τώρα , πιο πολύ από κάθε άλλη φορά συνεχίζω να πιστεύω πως τίποτα δεν χάθηκε, τώρα όλα ήταν διαφορετικά.
      Το όραμα που βλέπω στα όνειρα μου τους τελευταίους τρεις μήνες δεν είναι κάτι τυχαίο, δεν μπορώ να αμφισβητήσω τις μαγικές μου δυνάμεις. Αυτές είναι που με κρατάνε ακόμα ζωντανό, αυτές κι η ελπίδα. Το όνειρο... Ο μόνος που γνώριζε γι'αυτό ήταν ο Γάιος, απ'την πρώτη στιγμή που είδα εκείνο το όνειρο ήταν ο πρώτος κι ο μόνος στον οποίο θα μπορούσα να το εκμυστηρευτώ. Αν η βασίλισσα ζούσε ίσως να πήγαινα κατευθείαν σε εκείνη και να της μιλούσα για το τι με απασχολούσε τον τελευταίο καιρό.
       Η Γκουίνεβιρ δεν βρισκόταν πλέον κοντά μας, μήνες μετά το χαμό του Αρθούρου αποσύρθηκε σε ένα μοναστήρι για να φέρει στον κόσμο τον διάδοχο του Κάμελοτ, αφήνοντας την ίδια ώρα την τελευταία της πνοή. Η φίλη μου δεν ήταν φανατικός υποστηρικτής της μαγείας , αλλά στην διάρκεια της βασιλείας της-όσο δηλαδή έμεινε στο θρόνο- δεν υιοθέτησε ποτέ τα μέτρα του Ούθερ. Πως θα μπορούσε; Ήταν ένας καλός και αγνός άνθρωπος, ποτέ της δεν έβλαψε κανέναν. Αντίθετα όταν αναφέρονταν θέματα σχετικά με την μαγεία, εγώ (που επιτέλους της είχα εξομολογηθεί την πραγματική μου ταυτότητα) κι ο Γάιος ήμασταν πάντα εκεί κοντά της για να την καθοδηγήσουμε, να την συμβουλεύσουμε αν χρειαστεί.
      Όταν όμως εκείνη πέθανε, στο Κάμελοτ προκλήθηκε αναταραχή. Ποιος θα καθόταν στον θρόνο; Ο διάδοχος μόλις που είχε έρθει στην ζωή, και δεν υπήρχε κανείς άλλος στενότερος συγγενής πέρα απ'το γιο του Ούθερ, τον Αρθούρο, και την ετεροθαλή του αδελφή Μοργκάνα, η οποία αποδείχτηκε 'εχθρός' του βασιλιά και του πρίγκιπα. Στράφηκε εναντίον τους ενώ βρισκόταν υπό την κηδεμονία του Ούθερ και προσπάθησε να διεκδικήσει τα δικαιώματα της στο θρόνο εποθαλμιώντας την εξουσία. Έγιναν έρευνες στο παλάτι, κινήσαμε γη και ουρανό και ψάξαμε για κάποια διαθήκη του Ούθερ Πεντράγκον που να έλεγε τι γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, ποιος θα μπορούσε να ανέβει στο θρόνο απ΄την στιγμή που ο γιος του ήταν νεκρός κι ο διάδοχος δεν είχε κλείσει καν τον ένα του χρόνο. Όλα τα αδέλφια του βασιλιά , που βασίλευσαν πριν απ'αυτόν ήταν κι εκείνοι πεθαμένοι. Τι θα γινόταν; Ο Τζέφρι , ο βιβλιοθηκάριος κι πιστός φίλος του Γάιου εδώ και πολλά χρονιά, ξεψάχνισε ένα παλαιό έγγραφο απ'τα ράφια της βιβλιοθήκης το οποίο βρισκόταν καλά φυλαγμένο σε ένα σεντούκι, το οποίο του το είχε δώσει ο ίδιος ο βασιλιάς όταν είχε ανέλθει στο θρόνο, απ'τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του. Τον είχε ορκίσει να το χρησιμοποιήσει διαβάζοντας το μόνο σε περίπτωση ανάγκης, όταν το Κάμελοτ θα ήταν καταδικασμένο κι έτοιμο να πέσει, όταν θα οδηγούνταν πλέον πραγματικά προς την πτώση του.
       Όταν διαβάστηκε αυτό το έγγραφο για πρώτη φορά, δεν ήταν ενώπιον της αυλής του παλατιού, αλλά στην βιβλιοθήκη. Παρών ήταν ο Γάιος ενώ στεκόταν πάνω απ'το κεφάλι του Τζέφρι κι φυσικά εγώ. Ο Τζέφρι διάβαζε ατάραχος ενώ εμείς οι δυο είχαμε γουρλώσει τα μάτια μας απ'την έκπληξη. Κυρίως εγώ που δεν πίστευα σε ότι είχα ακούσει, ειδικά την στιγμή που ο βιβλιοθηκάριος και χρονικογράφος τελείωσε την ανάγνωση της διαθήκης. Ο Ούθερ έγραφε πως σε περίοδο δύσκολων καιρών, όταν το Κάμελοτ δεν θα είχε πλέον καμία ελπίδα να σωθεί, η εξουσία του, η διοίκηση του, η βασιλεία του και προπάντων η προστασία των κατοίκων της πόλης θα περνούσε στα χέρια του αδελφικού  φίλου του Ούθερ, τον Λοτ του Λόθιαν, βασιλιά του Essetir, ενός απ'τα εφτά βασίλεια της Αλβιόνας -που διοικούνταν ακόμα, Δόξα το Θεό, ύστερα απ'την αναταραχή που είχε προκληθεί εκεί τα τελευταία χρόνια- και το πιο κοντινό στο Κάμελοτ. Σε περίπτωση που εκείνος δεν ζούσε για να φέρει σε πέρας αυτό το χρέος, το οποίο κι είχε υποσχεθεί στον Ούθερ όταν προφανώς ήταν ακόμα νέοι, αυτόματα η βασιλεία περνούσε σε έναν απ'τους τέσσερις γιους του βασιλιά,Άγκραβέιν, Γκάγουέιν, Γκάρεθ και Γκάχερις. Στο άκουσμα του δεύτερου ονόματος είχα μείνει με το στόμα ανοικτό, τα χέρια μου στον αέρα λες κι κάποιος ήταν έτοιμος να μου επιτεθεί και σε λίγο τα δάχτυλά μου είχαν βυθιστεί στο κρανίο μου τραβώντας τις τρίχες μου μία-μία.
       Δεν ήταν δυνατόν, δεν μπορούσε να είναι αλήθεια, σκεφτόμουν και φώναζα συνεχώς από μέσα μου. Ο Γκάγουειν;! Ο δικός μας Γκάγουειν, ένας απ'τους πιο γενναίους πολεμιστές, ξιφομάχους και ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης! Ο φίλος μου! Σύντροφος, φίλος του Αρθούρου, που μας είχε βοηθήσει εκείνο το απόγευμα, όταν τον είχαμε γνωρίσει για πρώτη φορά , στην ταβέρνα. Όταν σε μία απ'τις σημαντικότερες αποστολές του πρίγκιπα, που έπρεπε να φέρει σε πέρας μόνος κι αβοήθητος, εγώ πάλι έτρεξα να τον βρω ζητώντας του να με βοηθήσει επειδή ο Αρθούρος κινδύνευε. Ο Γκάγουειν, ο φαγάνας, ο γυναικάς και μπεκροκανάτας Γκάγουειν;!... Ήταν πρίγκιπας;! Δεν το χωρούσε το μυαλό μου. Ή ήξερε την πραγματική καταγωγή του και μου έλεγε ψέματα όταν μου μίλησε για τον πατέρα του, πως ήταν ιππότης και πως είχε δώσει μάχες για τον βασιλιά Καερλεόν, χάνοντας την ζωή του και αφήνοντας την γυναίκα του και μητέρα του Γκάγουειν απαρηγόρητη ή προφανώς να μην είχε ιδέα για τα βασιλικά του δικαιώματα. Ήθελα να πιστεύω πως το τελευταίο δεν ίσχυε, πως ο φίλος μου,  είχε ίσως τους λόγους του για να κρύψει κάτι τέτοιο, σχετικό με τον εαυτό του.
       Όλα αυτά θα τα μάθαινα από πρώτο χέρι, όταν επιτέλους εκείνος θα γυρνούσε πίσω και θα μου εξηγούσε. Θα γυρνούσαν πίσω, και οι τέσσερις! Όλοι τους! Ο Αρθούρος, ο Λάνσελοτ, ο Γκάγουειν, ο Έλυαν. Ήμουν σίγουρος πως θα ξαναγυρνούσαν πίσω στη ζωή. Τώρα όλοι μας είχαμε κάτι να προσδοκάμε, κάτι να ελπίζουμε, να περιμένουμε. Ο νους μου 'πέταξε' και πάλι στο όραμα μου, στην άφιξη εκείνων των τεσσάρων κοριτσιών. Πάνω-κάτω πρέπει να ήταν στην ίδια ηλικία με μένα κι ίσως να ήταν κι εκείνες σαν κι εμένα, δηλαδή οι πιο πανίσχυρες μάγισσες που έζησαν ποτέ και περπάτησαν σε αυτή τη γη. Αυτό που με ανακούφιζε περισσότερο και καθησύχαζε την αναμονή αλλά και την φοβερή ανησυχία μου ήταν ότι ο νυν βασιλιάς που βρισκόταν αυτή τη στιγμή στο θρόνο, ο άρχοντας του Κάμελοτ και πρωτότοκος γιος του Λοτ, ο Άγκραβέιν ήταν ενήμερος για το συγκεκριμένο γεγονός, το όραμα που είχα δει. Λίγες μέρες μετά την εξομολόγηση του ονείρου μου στον Γάιο , εκείνος δεν έχασε καιρό και το είπε στον βασιλιά. Ο Αγκραβέιν μπορεί να μην υποστήριζε την μαγεία δεν έκανε κακό όμως σε όσους την ασκούσαν. Μπορεί να μας έλεγε ότι ήταν κατά των προλήψεων κι αυτών των μέτρων αλλά όσες φορές αναγκάστηκε να καταφύγει σε εκείνη στάθηκε τυχερός, εκείνη είχε φανεί ευνοϊκή μαζί του.
      Γι'αυτό και τώρα, όπως και με την Γκουίνεβιρ, εγώ κι ο Γάιος στεκόμαστε πάντα στο πλευρό του, υπηρέτες και σύμβουλοί του ταυτόχρονα βοηθώντας τον και παίρνοντας τις αποφάσεις του ανάλογα. Ο Άγκραβέιν είχε χάσει εδώ και λίγο καιρό τον πατέρα του, κι έναν απ'τους αδελφούς του, ο Γκάχερις είχε πέσει αμαχητί σε έναν απ'τους πολέμους που είχε δώσει πολλά χρόνια πριν. Ο Γκάγουειν κι ο Γκάρεθ ήταν τα μοναδικά αδέλφια, η μόνη οικογένεια που του είχε μείνει στον κόσμο, κι αν υπήρχε κάποιος τρόπος να γυρίσει ο μικρότερος αδελφός του πίσω ζωντανός με την βοήθεια της μαγείας, δεδομένου ότι εκείνη ήταν υπαίτια για την απώλεια της ζωής του, ο Άγκραβέιν δεν μπορούσε παρά να το αποδεχτεί όλο αυτό. Δεν είχε άλλη επιλογή, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Όπως κι όλοι μας δυστυχώς ή ευτυχώς. Μονάχα να περιμένουμε.
      Εκείνο όμως που με ανησυχούσε, με τρομοκρατούσε και με φόβιζε όσο τίποτα ήταν η ταυτότητα κι η μορφή αυτών των κοριτσιών που θα εμφανίζονταν από στιγμή σε στιγμή στο Κάμελοτ. Καθώς επίσης κι η εμπιστοσύνη μου, η πίστη μου σε αυτές. Υποτίθεται πως εκείνες θα με βοηθούσαν να φέρω πίσω στη ζωή τον βασιλιά και τους ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης ούτως ώστε να συνεχίσουν να υπηρετούν και να προστατεύουν το Κάμελοτ. Αλλά τι εντύπωση θα έκαναν στην αυλή του παλατιού και στον Άγκραβέιν, θα τις αποδέχονταν οι κάτοικοι της πόλης; Θα κατάφερναν να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους; Μπορούσαμε να τις εμπιστευτούμε; Και πως θα γυρνούσαν ξανά πίσω, εκεί που ανήκαν πραγματικά.
      Η ώρα σιγά σιγά περνούσε. Σε λίγο θα έφτανε ο Γάιος για να μου πει να εμφανιστώ στην αίθουσα του θρόνου, ούτως ώστε να ανακοίνωνα περισσότερα στοιχεία σχετικά με το όραμα μου.  Πραγματικά έτρεμα για την στιγμή εκείνη, δεν είχα όμως άλλη επιλογή. Θέλοντας να δώσω ένα τέλος σε αυτό το βαρύ φορτίο και μην αντέχοντας την αναμονή του μέντορα και δεύτερου 'πατέρα' μου, να με ειδοποιήσει εκείνος, σηκώθηκα απ'το κρεβάτι και αφού περιποιήθηκα τον εαυτό μου και άλλαξα ρούχα κίνησα για την αίθουσα συγκεντρώσεως. Στην είσοδο συνάντησα τον Γάιο.
      "Ήρθες."μίλησε εκείνος παρατηρώντας με, εξετάζοντας με προσεκτικά όπως έκανε πάντα. Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. "Ετοιμαζόμουν να σε φωνάξω αλλά δεν χρειάστηκε τελικά. Έλα, οι φίλοι σου έχουν μαζευτεί μαζί με τον Άγκραβέιν και σε περιμένουν."
      "Θα είσαι κι εσύ παρών, έτσι;"ρώτησα νιώθοντας ένα κόμπο να έρχεται και να στέκεται στον λαιμό μου.
      "Μα φυσικά, πότε σε άφησα μόνο για να το κάνω τώρα;"μου αντιγύρισε εκείνος κλείνοντας μου το μάτι πονηρά, αφήνοντας ένα κρυφό γελάκι να εμφανιστεί στην άκρη των χειλιών του. Για λίγο η ψυχή μου γαλήνεψε κι άφησε πίσω την ταραχή της.
      Οι χτύποι όμως της καρδιάς μου άρχισαν να γίνονται όλο και πιο δυνατοί καθώς διέσχιζα την μεγάλη αίθουσα και πλησίαζα την θέση του βασιλιά για να καθίσω πλάι του. Η ματιά μου έπεσε ταυτόχρονα στους δυο πιο κοντινούς μου ανθρώπους μετά τον Γάιο, στον σερ Λάιονελ (που κατείχε εδώ και πολύ καιρό το αξίωμα του ιππότη, απ'την εποχή του Ούθερ) και στον σερ Πέρσιβαλ (που είχε χριστεί ιππότης και προστάτης του Κάμελοτ απ'την εποχή που ο Αρθούρος είχε αναδειχτεί βασιλιάς, δηλαδή εδώ και τέσσερα χρόνια.) Στάθηκα δίπλα στον Άγκραβέιν, αυτή τη φορά κοιτώντας τους όλους εξονυχιστικά, προσπαθώντας να διαβάσω τα πρόσωπά τους. Τι σκέφτονταν αυτή τη στιγμή, τι περισσότερο περίμεναν από μένα, απ'αυτά που θα τους έλεγα; Δεν ήξερα. Το μόνο που γνώριζα ήταν ότι φοβόμουν, φοβόμουν για το τι θα έβγαινε απ'τα χείλη μου τις επόμενες στιγμές. Όλοι οι ιππότες, φανατικοί οπαδοί του Αρθούρου που έμαθαν για την βασιλεία του, συγγενείς των υπόλοιπων ιπποτών, που είχαν δεχτεί να τον ακολουθήσουν, ήταν μαζεμένοι σε αυτόν τον κύκλο και άλλοι με κοιτούσαν είτε περίεργα, άλλοι 'κρεμόντουσαν' απ'τον λόγο μου. Ο Άγκλοβαλ, μεγαλύτερος αδελφός του Πέρσιβαλ, ο Γκάλαχαντ, μακρινός συγγενής κι ο μοναδικός ξάδελφος του Λάνσελοτ, ο Γκρίφλετ, ο Κέι, ο Λάμορακ, αδελφός κι εκείνος του Πέρσιβαλ, ο Λάιονελ, ο Λούκαν, ξάδελφος του Γκρίφλετ, ο Μπέτβιρ, ξάδελφος του Λούκαν και του Γκρίφλετ, ο Μπορς και τέλος ο Πέρσιβαλ, μαζί με τον βασιλιά τους, κι οι 11 ήταν εκεί και περίμεναν. Περίμεναν εμένα κι αυτά που θα τους έλεγα.
      "Μέρλιν σε παρακαλώ κάθισε, μην στέκεσαι όρθιος. "ακούστηκε από κάπου μακριά η φωνή του βασιλιά. Μόνο όταν ένιωσα την παλάμη του στον ώμο μου που με παρότρυνε να καθίσω, μόνο τότε λύγισα το σώμα μου κι βολεύτηκα στο αναπαυτικό κάθισμα ανάμεσα σε εκείνον και τον Γκάλαχαντ. Τα είχα χαμένα, βρισκόμουν σε σύγχυση κι αυτό γινόταν αντιληπτό. "Λοιπόν, ο Γάιος μου ανέφερε πως θες να μας μιλήσεις, έχεις κάποιες νέες πληροφορίες όσον αφορά το όραμα σου. Είναι αλήθεια; Γνωρίζεις πότε θα εμφανιστούν αυτές οι κοπέλες στο βασίλειο;"
      Πήρα μια βαθιά ανάσα, κι αφού έγειρα προς την μεριά του, κοιτώντας τον σοβαρά είπα ήρεμα: "Ναι... Μεγαλειότατε, το γνωρίζω."
      "Και; Πότε να περιμένουμε την άφιξη τους; Επίσης έχεις ιδέα για το που θα εμφανιστούν για πρώτη φορά;"
       "Αυτό άρχοντα μου δεν μπορώ να το προβλέψω, μπορεί να είναι έξω απ'τα τείχη της πόλης, στα δάση αν και θα ήθελα να  μην σκέφτομαι την πιθανότητα αυτή. Μπορεί ακόμα κι μέσα στην αυλή. Το σίγουρο είναι πως λίγο πριν ή μετά τα μεσάνυχτα αυτές οι γυναίκες θα βρίσκονται στο Κάμελοτ, ερχόμενες από μακριά, πολύ μα πάρα πολύ μακριά. "
       "Καλώς. Ο Γάιος όμως μου μίλησε πως στον ύπνο σου μπόρεσες να αναγνωρίσεις τις μορφές αυτών των γυναικών. Τι εννοούσε; Μπορείς να μας εξηγήσεις σε παρακαλώ."
        Η στιγμή που έτρεμα περισσότερο στον κόσμο είχε έρθει και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να την αποφύγω, δεν μπορούσα να λυγίσω τώρα, έπρεπε να φανώ δυνατός. Έριξα μια τελευταία ικετευτική ματιά στον Γάιο, ζητώντας του το κουράγιο και την δύναμη του. Κι εκείνος στη στιγμή με ένα του κι μοναδικό νεύμα μου δήλωσε πως ήταν εκεί μαζί μου. Σηκώθηκα όρθιος, ακουμπώντας τα χέρια μου στο τραπέζι, προσπαθώντας να τους κοιτάξω όλους αλλά την ίδια ώρα χαμηλώνοντας το βλέμμα. Άφησα έναν ακόμα στεναγμό πριν μιλήσω.
       "Βασιλιά μου προτιμώ να μιλήσω προς το παρόν μόνο για τις δυο μορφές που κατάφερα να αναγνωρίσω στο όνειρο μου. Όπως γνωρίζετε αυτές οι γυναίκες είναι τέσσερις. Θα ήθελα να ξαναδώ για ακόμα μια φορά το όραμα μου, ύστερα από αυτοσυγκέντρωση, για να διακρίνω και τις άλλες δυο. Μέχρι στιγμής μπορώ να σας ενημερώσω μόνο για τις δυο απ'τις τέσσερις."είπα και πάλι ήρεμα και συγκρατημένα, αυτή τη φορά ενώ ένιωθα το κορμί μου να τρέμει. Ότι έλεγα ήταν ψέματα, είχα δει πολύ καθαρά τις μορφές και των τεσσάρων αυτών κοριτσιών, η μία μάλιστα εξ αυτών έμοιαζε με την μοναδική κοπέλα που ερωτεύτηκα ποτέ σ'ολόκληρη τη ζωή μου, δεν υπήρχε άλλη, μόνο εκείνη. Ήταν η αγαπημένη μου, η Φρέγια μου, η Κυρά της Λίμνης, η φύλακας του σπαθιού του Αρθούρου, του Εξκάλιμπερ. Η μία απ'αυτές τις έμοιαζε τόσο πολύ, ήταν ίδια εκείνη. Γι αυτό και μόνο τον λόγο ανησυχούσα για τη στιγμή που θα ερχόμουν αντιμέτωπος με εκείνην. Για την άλλη κοπέλα ούτε λόγος, δεν ήθελα να αναφέρω πως μια απ'τις πιθανές σωτήρες του Κάμελοτ, μία από εκείνες που θα βοηθούσαν στην αναγέννηση του μοναδικού και μελλοντικού βασιλιά, ήταν η 'ίδια' η Μοργκόουζ, ετεροθαλής αδελφή της Μοργκάνα. Για την ώρα η αποκάλυψη των δυο μορφών που θα ξεστόμιζα από λεπτό σε λεπτό αρκούσε και θα ήταν αρκετό το σοκ για τους ιππότες, οι περισσότεροι απ'τους οποίους ήξεραν σχεδόν τα πάντα.
       "Ας είναι, πες μας λοιπόν ποιες είναι αυτές οι γυναίκες."είπε ο Άγκραβέιν κι αφού έκλεισα για λίγο τα μάτια μου, φέρνοντας ξανά τις εικόνες των κοριτσιών μπροστά μου του αποκρίθηκα.
       "Η μία εξ αυτών φέρει τη μορφή της βασίλισσας της καρδιάς, της βασίλισσας που έχασε τα πάντα αλλά και που κέρδισε τα πάντα ταυτόχρονα. Της μοναδικής, αληθινής και πραγματικής βασίλισσας του Κάμελοτ."
       "Η Λαίδη Γκουίνεβιρ!"κοίταξα το σημείο απ'όπου προήλθε ο απότομος ήχος της φωνής. Είδα τον Λάιονελ να με κοιτάζει έκπληκτος και συνοφρυωμένος. Συνέχισα, δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο, εκείνες θα έφταναν εδώ απόψε με κάποιο μαγικό τρόπο, έπρεπε να είμαστε προετοιμασμένοι.
       "Η επόμενη θηλυκή ύπαρξη φέρει τη μορφή της τελευταίας ιέρειας/μάγισσας της οποίας η μανία της μετατράπηκε σε βροχή και έπεσε απ'τους ουρανούς, καταστρέφοντας την ίδια στιγμή το Κάμελοτ."
       "Μοργκάνα!!"γρύλισε ένας απ'τους ιππότες, δεν χρειάστηκε καν να αναγνωρίσω την φωνή που είχε προφέρει αυτό το όνομα με τόση απέχθεια και μίσος. Η ματιά μου καρφώθηκε στον Πέρσιβαλ απ'όπου και δεν την ξαναπήρα από εκεί. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του είχαν σκληρύνει, οι μύες του πάλλονταν. Ο νεαρός φίλος μου χτύπησε με δύναμη το τραπέζι, έσπρωξε την καρέκλα με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος κι άρχισε να καταριέται θεούς και δαίμονες. Δεν χρειάστηκε να τον σταματήσει κανένας από εμάς, τον αφήσαμε να εκτονωθεί και να ξεθυμάνει με τον μόνο τρόπο που ήξερε εκείνος καλύτερα. Όλοι γνωρίζαμε τον λόγο που ο Πέρσιβαλ κυρίως μισούσε την κόρη του Ούθερ τόσο πολύ, πως να μην το έκανε άλλωστε. Αφού ήταν μπροστά σχεδόν την στιγμή που η Μοργκάνα έπαιρνε για πάντα απ'την ζωή τον κολλητό του φίλο και σύντροφο του, έναν απ'τους Πρίγκιπες του Essetir και γιο του Λοτ, κι έναν απ'τους πιο γενναίους ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης, τον Σερ Γκάγουειν.



    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:30 pm, 12 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Τετ Αυγ 28, 2013 11:21 pm

    Carlisle (The Great Border City), 6 June 2013, Jennifer's pov {3rd scene}



    Jennifer Heistings

      "Αν είναι δυνατόν;!"μουρμούριζα έξω φρενών από μέσα μου. "Μα ολόκληρο βιβλίο των Σκιών κι να μην έχει ούτε μία - έστω μαγική - αναφορά στον βασιλιά Αρθούρο." γκρίνιαξα αυτή τη φορά δυνατά ούτως ώστε να ακουστώ. Είχα δυσανασχετίσει. Απ'το πρωί που είχα φτάσει εδώ, είχα πέσει με τα μούτρα στο ψάξιμο. Σε λίγο κόντευε να νυχτώσει για τα καλά κι δεν είχα σημειώσει καμία πρόοδο. Τελικά αποφάσισα πως την επόμενη μέρα πρωί-πρωί έπρεπε να βγω στους δρόμους και να αναζητήσω πληροφορίες σε κανά ίντερνετ-καφέ ή σε καμιά βιβλιοθήκη. Ίσως να έκανα καμιά βόλτα και σε κανένα βιβλιοπωλείο. Δεν γινόταν αλλιώς. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να τελειώσω το πρότζεκτ που είχε ως θέμα τον Αρθουριανό κύκλο, ή αλλιώς την Στρογγυλή Τράπεζα: πραγματική ιστορία ή απλά ένας μύθος; Το πτυχίο μου, η αποφοίτησή μου εξαρτιόταν απ'αυτό το πρότζεκτ κι έπρεπε να το φέρω εις πέρας ο κόσμος να χαλούσε. Ακόμα κι αν χρειαζόταν να γράψω ή να συγκεντρώσω στοιχεία που δεν ευσταθούσαν. Και μετά... Bye, bye Winchester. Θα ερχόμουν να εγκατασταθώ εδώ, στο Carlisle  επ'αόριστον.
      Δεν είχα τίποτα που να με περίμενε εκεί, ούτε οικογένεια, ούτε προοπτικές για εργασία, κάποιο επάγγελμα, και καλύτερα να μην αναφέρουμε το θέμα: σχέση. Μόνο κάτι θετούς θείους και θείες στην τρίτη ηλικία, χαμένους μέσα στα ιδρύματα, στα χάπια και τις νοσοκόμες. "Όχι!"φώναζα με πείσμα από μέσα μου. Η οικογένεια μου βρισκόταν εδώ, οι ξαδέλφες μου ήταν οι μόνες που είχα στον κόσμο και που Δόξα τον Θεό η μαγεία δεν μου είχε στερήσει. Μακάρι να μην συνέβαινε το ίδιο όπως με την μητέρα και τον πατέρα μου, και τον αδελφό μου τον Έλιοτ αλλά φαίνεται πως οι δαίμονες είχαν διαφορετική άποψη και μου πήραν ότι πολυτιμότερο κι ωραιότερο είχα στη ζωή μου. Έκλεισα με δύναμη το βιβλίο των Σκιών και ξεφυσώντας κουρασμένα κινήθηκα προς τον καναπέ όπου υπήρχε λίγο πιο πέρα κι αφού σωριάστηκα με δύναμη πάνω του, πήρα ένα μαξιλαράκι και το έφερα μπροστά στην μούρη μου σαν να ήθελα να κάνω τον αέρα να πάψει να εισέρχεται απ'τα πνευμόνια μου. Για μια στιγμή ήθελα να σταματήσω να αναπνέω, να μην υπάρχω, να μην ζω γιατί πίστευα πως η ζωή μου δεν είχε αξία.
       Οι σκέψεις μου 'πέταξαν' αμέσως στις ξαδέλφες μου. Αμέσως έβγαλα την γλώσσα μου προς τα έξω, κοπάνησα το κεφάλι μου να δω αν λειτουργούσε ο εγκέφαλος μου κι άφησα έναν αναστεναγμό. 'Μα τι βλακείες κάθομαι και σκέφτομαι!'αναλογίστηκα. Οι ξαδέλφες μου είχαν περάσει σχεδόν τα ίδια και χειρότερα από μένα. Κυρίως εκείνες με καταλάβαιναν καλύτερα απ'τον καθένα. Μπορεί να ήμουν λίγο μικρότερη - με την Μόργκαν είχαμε γεννηθεί την ίδια χρονιά - αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία. Και οι τέσσερις είχαμε βιώσει εξωφρενικά, φριχτά πράγματα από τότε που ήμασταν παιδιά. Γεγονότα που κανένα άλλο κανονικό παιδί δεν θα μπορούσε να περάσει, κανένας γονιός δεν θα μπορούσε να φανταστεί, να βάλει με το μυαλό του. Αν υπήρχαν άνθρωποι που με καταλάβαιναν, κι με ένιωθαν αυτές ήταν οι ξαδέλφες μου. Κι αυτός ήταν ένας απ'τους χιλιάδες λόγους που ενίσχυε την απόφασή μου να έρθω να μείνω μαζί τους για τα καλά όταν επιτέλους ολοκλήρωνα τις σπουδές μου. Ευχόμουν μόνο να μην είχαν κάποιο πρόβλημα με τα νέα αυτά, θα τους το ανακοίνωνα με το τέλος του καλοκαιριού. Δεν ήθελα ακόμα να τις αναστατώσω, είχαν κι εκείνες τα δικά τους. Απλώς εκτός απ'τις καλές σχέσεις που είχαμε μεταξύ μας, εδώ μου ανοίγονταν κι νέοι ορίζοντες. Ίσως να έβρισκα και κάτι καλύτερο προς απασχόλησην, ποτέ δεν ξέρεις...
       Έφερα το μαξιλάρι κάτω απ'το κεφάλι μου κι έγειρα πάνω στον καναπέ για να ξαπλώσω. Είχα κουραστεί να σκέφτομαι αλλά πόσο μάλλον να βασανίζω το μυαλουδάκι μου με όλα αυτά. Ήμουν πλέον σίγουρη για το τι πορεία θα διέγραφε η ζωή μου, εγώ η ίδια είχα κάνει τις επιλογές μου και δεν θα το διαπραγματευόμουν περισσότερο. Πήρα στην αγκαλιά μου τον λούτρινο αρκούδο κι έκλεισα για λίγο τα μάτια μου. Μπορεί να είχα ταξιδέψει, αλλά με την κούραση που ένιωθα, αισθανόμουν λες κι είχα γυρίσει από οικοδομή, λες και βρισκόμουν σε κανά χωράφι κι έσκαβα. Ήμουν έτοιμη να με πάρει ο ύπνος όταν άκουσα βήματα στις σκάλες και το ξύλινο πάτωμα να τραντάζεται από  ψηλοτάκουνα -δεν έβαζα και το χέρι μου στη φωτιά. Άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου κι κοίταξα το πάτωμα, "...μπότες, ένα ζευγάρι μπεζ ψηλοτάκουνα μποτάκια..."μουρμούρισα από μέσα μου καθώς σήκωνα το βλέμμα μου προς τα πάνω κι είδα δυο μάτια αμυγδαλωτά να με επεξεργάζονται, κι ένα πρόσωπο γνώριμο αλλά και ταυτόχρονα τόσο τρυφερό να μου γελάει πονηρά ενώ την ίδια ώρα έπαιζε με τις δυο κατάμαυρες κοτσίδες της και φυσούσε τις αφέλειες απ'το μέτωπο της. Αμέσως αναγνώρισα την ξαδέλφη μου και πετάχτηκα απ΄τον καναπέ για να την προϋπαντήσω.



    Μorgan Heistings
       
         "Μόργκαν;!!"
        "Τζένιφερ;!!!"ούρλιαξε κι εκείνη αυτόματα με μένα απ'την χαρά της κι αφού αγκαλιάσαμε σφιχτά η μία την άλλη πέσαμε κι οι δυο με φόρα στον καναπέ. Αμέσως μας έπιασε νευρικό γέλιο. "Πότε ήρθες; Είχες καλό ταξίδι; Πόσο θα μείνεις; Η Άννα μου είπε πως θα περάσεις εδώ το καλοκαίρι σου, είναι αλήθεια;"
        "Ναι, αλήθεια είναι. Ελπίζω να έχετε το κουράγιο και τις αντοχές να με υποστείτε για λίγους μήνες."της αποκρίθηκα κοιτώντας την διερευνητικά, προετοιμάζοντας κατά κάποιον τρόπο το έδαφος.
        "Ανοησίες. Πάντα θα είσαι ευπρόσδεκτη εδώ, μην ξεχνάς πως εδώ είναι το σπίτι σου."μου υπενθύμισε εκείνη φέρνοντας τα δάχτυλα της μέσα απ'τις κατάξανθες τούφες των μαλλιών μου και ανακατεύοντας τες για λίγο. Στη συνέχεια μου χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο. "Δεν σου κρύβω κιόλας πως το καλύτερο θα ήταν μόλις τελειώσεις με την σχολή σου να έρθεις και να μείνεις μαζί μας."άρπαξα την ευκαιρία και 'πιάστηκα' απ'αυτά τα λόγια.
        "Αλήθεια, το πιστεύεις αυτό;"την ρώτησα με αβεβαιότητα. Εκείνη με κοίταξε παραξενεμένη. "Πως θα ήταν καλύτερο να μείνω μαζί σας;"συμπλήρωσα.
        "Ναι το πιστεύω και επιμένω."δήλωσε εκείνη για άλλη μια φορά χαμογελώντας και πλησιάζοντας με πήρε τα χέρια μου μέσα στα δικά της και τα έσφιξε, ακουμπώντας την ίδια ώρα το μέτωπό της πάνω στο δικό μου.
        Αμέσως αισθάνθηκα ασφάλεια, ήταν λες κι είχα ξαναγυρίσει πίσω στο σπίτι μου, στους γονείς μου. Στους πραγματικούς μου γονείς. 'Σε ευχαριστώ Μόργκαν.'ψιθύρισα σιγανά από μέσα μου, δεν είχα το κουράγιο να το προφέρω δυνατά, ήμουν τόσο συγκινημένη.
        "Λοιπόν;..."είπε εκείνη ύστερα από λίγο αλλάζοντας θέμα. "Τι γυρεύεις εδώ πάνω;"
        Έγειρα για λίγο το κεφάλι μου στο πλάι, δείχνοντας προς το βιβλίων των Σκιών. Άφησα έναν στεναγμό κι ξεφύσηξα για άλλη μια φορά πριν της εξηγήσω τον λόγο που με είχε φέρει στη σοφίτα. "Ήλπιζα να βρω πληροφορίες - έστω μαγικές - σχετικές με τον βασιλιά Αρθούρο και τους ιππότες του αλλά..."έκανα μια χειρονομία με το χέρι μου. "...Τίποτα, τζίφος!"
        Η Μόργκαν μου χαμογέλασε πονηρά, έγειρε πίσω στα μαξιλάρια κι έφερε τα χέρια της στον αέρα ενώ τεντωνόταν. "Μμμ... Ο βασιλιάς κι οι ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης ε;"μουρμούρισε κοιτώντας με με ένα ύφος προκλητικό και κλείνοντας μου το μάτι. "Θέλεις να σου πω ποιος ήταν ο αγαπημένος μου ιππότης;"
       "Άσε με να μαντέψω..."ξεκίνησα.
       "Όχι, να μην μαντέψεις, δεν θα το βρεις ποτέ."με διέκοψε απότομα εκείνη πριν προλάβω να ολοκληρώσω την φράση μου. Αφού βολεύτηκε καλύτερα αγκαλιάζοντας τα γόνατά της, γέρνοντας το κεφάλι της στο πλάι και συγκρατώντας το με το ένα της χέρι, πρόφερε σιγανά λες κι ήταν ένα επτασφράγιστο μυστικό: "Ο Gwaine."
       "Α μπα;!"έκανα εγώ. "Και πως προέκυψε αυτό;"την ρώτησα ενώ την ίδια ώρα αναρωτιόμουν το ίδιο πράγμα.
       "Δεν ξέρω γιατί... Ίσως απ'τις ιστορίες που έχω διαβάσει για εκείνον, για το πόσο γενναίος, δυνατός κι ευγενής ήταν, απ'τα ντοκυμαντέρ. Έχω σχηματίσει ένα άλφα προφίλ, μια εξιδανικευμένη εικόνα, ένα είδωλο για εκείνον κι ας μην τον γνωρίζω."
       "Αχά, ενδιαφέροντα όλα αυτά."είπα καθώς χασμουριόμουν. 'Γαμώτο,!' βλαστήμησα από μέσα μου, πραγματικά είχα ανάγκη από ύπνο ύστερα από μια τόσο 'μεγάλη' μέρα που είχα περάσει.
       "Εσένα;"ρώτησε η Μόργκαν στη συνέχεια κι έγειρα περίεργη προς το μέρος της.
       "Εμένα τι;"
       "Ποιος ήταν ο αγαπημένος σου ιππότης καλέ;"με ρώτησε για άλλη μια φορά, κι απ'το ύφος που είχε πάρει διέκρινα , παρ'όλη την κούραση της και τους μαύρους κύκλους που είχαν δημιουργηθεί κάτω απ'τα μάτια της, την ανυπομονησία της.  
       "Α ναι... Δεν ξέρω, τι να σου πω;"η αλήθεια ήταν πως δεν ήξερα, το σκέφτηκα για λίγο. "Μάλλον το πρότυπο ενός καλού, θαρραλέου και δίκαιου βασιλιά που το καθήκον του ήταν να προστατεύσει τον λαό του κι η φιλοδοξία του το όνομα του να γραφτεί στην ιστορία και να μείνει στις καρδιές όλων..."'τι κάθομαι και λέω;'συλλογίστηκα. "Μμμ... ναι, αυτό θα ήταν το ιδανικότερο πρότυπο για μένα."
       "Arthur λοιπόν..."διαπίστωσε η Μόργκαν με ένα αχνό χαμόγελο.
       "Προφανώς."συμφώνησα εγώ, κάτι έπρεπε να πω μήπως κι τελείωνε εδώ το όλο αστείο.
       "Και νομίζεις ότι θα παρέμενες πιστή σε εκείνον αν βρισκόσουν στη θέση της βασίλισσας του;"
       "Παρακαλώ;"ψιθύρισα κοιτώντας την ίδια ώρα την ξαδέλφη μου με τέτοιον τρόπο σαν να ήθελα να αποφύγω την ερώτηση, κάτι που το επιθυμούσα διακαώς.
       Ένας απότομος ήχος προερχόμενος απ'την είσοδο της σοφίτας, μας έκανε να γείρουμε το βλέμμα μας προς την Άννα που άφηνε μια στοίβα βιβλία σε μια μεριά. "Ουφ, πιάστηκε η μέση μου να τα κουβαλάω τόση ώρα. Ευτυχώς που υπάρχει κι η σοφίτα γιατί τα ράφια κι η βιβλιοθήκη έχουν γεμίσει από δαύτα."γκρίνιαξε εκείνη καθώς μας πλησίαζε.
       "Τι είναι αυτά;"ρώτησε η Μόργκαν κι από μέσα μου άφησα έναν αναστεναγμό. Επιτέλους είχαμε αλλάξει θέμα. Επίσης δεν έβλεπα την ώρα να πάω για ύπνο, ήμουν πτώμα.



    Anna~Anelyse Heistings
       
        "Μερικά απ'τα βιβλία της μαμάς και της γιαγιάς. Τα έφερα εδώ πάνω να βρίσκονται, σίγουρα θα μας χρειαστούν στο μέλλον. Έχουν σημαντικές σημειώσεις."είπε κι αφού κάθισε ανάμεσα μας , αγκαλιάζοντας μας και τις δυο, παίρνοντας μια συνωμοτική έκφραση, μας απήυθυνε και πάλι τον λόγο. "Τι λέγατε;"
        'Ωχ όχι Θεέ μου!'πολύ φοβόμουν ότι δεν θα πηγαίναμε για ύπνο απόψε, ακόμα χειρότερα φαινόταν πως είχαμε ξαναγυρίσει στο προηγούμενο θέμα. Δεν φτάνει που το είχα άγχος να ξεμπερδεύω όσο τον δυνατόν νωρίτερα με την εργασία, έπρεπε να το συζητάω κιόλας;!
        "Εσένα ποιος είναι ο αγαπημένος σου ιππότης;"η Μόργκαν έπιασε απ'την μέση την αδελφή της αγκαλιάζοντας την.
        "Ο Lancelot !"μας αποκρίθηκε εκείνη αμέσως με αποφασιστικότητα, χωρίς ούτε ένα ίχνος αμφιβολίας.
        Στην στιγμή εγώ κι η Μόργκαν βγάλαμε την γλώσσα μας έξω, πράξη η οποία με παραξένεψε για λίγο αλλά με εντυπωσίασε και με ξύπνησε για λίγο. Έβαλα τα γέλια, όπως έδειχναν τα πράγματα εγώ κι η ξαδέλφη μου συμμεριζόμασταν τις ίδιες απόψεις.
         "Μπλιαχ!"έκανε η Μόργκαν.
         "Δεν καταλαβαίνω, προς τι τέτοια αντίδραση; Γιατί μουγκρίζετε έτσι;"η Άννα φαινόταν κάπως θιγμένη.
         "Πλάκα μας κάνεις; Ο συγκεκριμένος ιππότης αποτελεί την αρχή του κακού, είναι υπεύθυνος για την πτώση της βασιλείας του Αρθούρου, την πτώση του ίδιου του Κάμελοτ."της εξήγησα εγώ που ήμουν κι γνώστης του θέματος.
         "Συμφωνώ με την Τζένιφερ."μίλησε η Μόργκαν.
         "Και τι να κάνουμε τώρα; Να τον καταδικάσουμε επειδή ερωτεύτηκε την γυναίκα του Αρθούρου;"γκρίνιαξε η Άννα σταυρώνοντας τα χέρια της. "Εξάλλου φέρει μερίδιο ευθύνης κι εκείνη που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του, δεν φταίει μόνο εκείνος."
         "Μ'αρέσει που τον υποστηρίζεις κιόλας."είπα εξακολουθώντας να γελάω. Όλο αυτό τελικά είχε πλάκα.
         "Αν ήταν πραγματικός ιππότης θα είχε μαζέψει το 'καπελάκι' του και το 'κουβαδάκι' του κι θα είχε πάει σε άλλη 'παραλία'. Δεν θα έμενε εκεί να απολαμβάνει ότι ανήκε δικαιωματικά και μόνο στο βασιλιά της Αλβιόνας. Γιατί στο κάτω κάτω κι η Γκουίνεβιρ αγαπούσε τον άντρα της. Ο Λάνσελοτ φταίει, εκείνος την παρέσυρε."
        "Μόργκαν;!"πρόφερα το όνομα της με έπληξη, η ξαδέλφη μου το είχε πάρει πατριωτικά το ζήτημα.
        "Δεν το λέω εγώ, τα  βιβλία και τα ντοκυμαντέρ το αναφέρουν."δικαιολογήθηκε εκείνη.
        "Εμένα αυτός μ'αρέσει, τι θες τώρα;!"γρύλισε η Άννα προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νεύρα της.
        "Εσύ είσαι μια συναισθηματικά ανόητη κι ερωτοχτυπημένη, δεν σκέφτεσαι ποτέ με τη λογική και το μυαλό αλλά μονάχα με την καρδιά. Πως θα προκόψεις στη ζωή σου ήθελα να'ξερα;!"η Μόργκαν είχε πεταχτεί όρθια απ'τον καναπέ φέρνοντας τα χέρια στη μέση της, κάνοντας κήρυγμα στην μεγαλύτερη της αδελφή.
         "Α! Για άκου να σου πω..."άρχισε κι η Άννα που σηκώθηκε κι εκείνη για να βρίσκεται στο ίδιο ύψος με εκείνη.
         "Αχ σταματήστε, σας παρακαλώ."αναστέναξα παρακαλώντας. Ήθελα τόσο πολύ να πάω για ύπνο, τόσα πολλά ζητούσα πια.
         "Έι έι τι γίνεται εδώ και χαλάτε τον κόσμο;!"έστρεψα την ματιά μου στην είσοδο της σοφίτας για να δω την Ελένα που ερχόταν προς το μέρος μου για να με χαιρετήσει. "Χαίρομαι που σε βλέπω, είσαι καλά;"μίλησε καθώς άπλωνε τα χέρια της για να με αγκαλιάσει.



    Elena Heistings
         
         "Προσπαθώ."απάντησα κατσουφιασμένη σφίγγοντας την πάνω μου κι καθώς κοιτούσα με ύφος δολοφονικό τις άλλες δυο.
         Η Ελένα αφήνοντας με έγειρε προς το μέρος της Άννας και της Μόργκαν κι πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα της, οι αδελφές της την είχαν σημαδέψει με τα δάχτυλά τους και την κοιτούσαν με ένα τρόπο λες κι ήταν έτοιμες να της επιτεθούν. Ή αλλιώς να εξαπολύσουν τις αχτίνες Χ τους.
        "Ποιος είναι ο αγαπημένος σου ιππότης;"ρώτησαν ταυτόχρονα κι οι δυο.
        "Εεε;!"έκανε η Ελένα ρίχνοντας μου μια ανήσυχη ματιά.
        "Απ'την Στρογγυλή Τράπεζα, ποιος ιππότης σου άρεσε περισσότερο."της εξήγησα κουρασμένα εγώ.
        "Α..."η Ελένα δεν άργησε να απαντήσει, παίρνοντας μια αδιάφορη έκφραση απάντησε ότι της ήρθε. Τουλάχιστον έτσι φάνηκε σε μένα. "Ο Μerlin."
        "Μα εκείνος δεν ήταν ιππότης."παραπονέθηκε η Μόργκαν.
        "Πολύ σωστά."συμφώνησε η Άννα.
        "Ακόμα καλύτερα."μίλησε η Ελένα. "Πίξαμε στους 'ιππότες' πια, προτιμώ τον Μέρλιν που είχε και την ειδικότητα μου, εκείνος τουλάχιστον ήταν ο πιο σοφός απ'όλους."
        "Κατάλαβα."σχολίασα εγώ ενώ την επεξεργαζόμουν. "Πως τα πέρασες απόψε;"την ρώτησα στη συνέχεια, κρίνοντας απ'το ντύσιμο της υπέθεσα πως είχε βγει άλλο ένα ραντεβού.
        "'Φανταστικά!' όπως πάντα."μου αποκρίθηκε εκείνη σταυρώνοντας τα χέρια της και γυρνώντας το πρόσωπο απ'την άλλη για να μην μας αντικρίζει. Όλα έδειχναν πως δεν είχε καμιά όρεξη να το συζητήσει.
        Ένας απότομος ήχος μας έκοψε την χολή κι γείραμε προς την μεριά του βιβλίου των Σκιών που τώρα είχε ανοίξει από μόνο του κι λαμπύριζε. Το πλησιάσαμε κι οι τέσσερις δισταχτικά και σταθήκαμε από πάνω του αγγίζοντας το. Άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου, το βιβλίο είχε ανοίξει στη σελίδα που έψαχνα λίγο πιο πριν. Μόνο που πριν οι σελίδες που είχα ξεφυλίσει ήταν κενές, δεν έγραφαν τίποτα σχετικό το οποίο θα με βοηθούσε. Τώρα μπροστά μας εικονιζόταν ένα κάστρο και δίπλα του γραφόταν με χρυσά γράμματα μια ολόκληρη ιστορία. Υπέθεσα πως το κάστρο αντιπροσώπευε το Κάμελοτ. Το βιβλίο γύρισε σελίδα ξανά από μόνο του και μπροστά στα μάτια μας είδαμε μια άλλη εικόνα να εμφανίζεται, εκείνης με τους ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης και ταυτόχρονα δίπλα της να γράφονται πάλι από μόνες τους όλες οι 'πηγές' που αναφέρονταν σε αυτόν τον κύκλο. Τον κύκλο του βασιλιά Αρθούρου, έναν κύκλο στον οποίο δεν γινόντουσαν εξαιρέσεις. Αντίθετα κυριαρχούσε η ισότητα.
        "Δεν είναι δυνατόν..."μουρμούρισα καθώς ακουμπούσα και χάιδευα την ίδια ώρα με τα δάχτυλα μου τα χρυσά γράμματα. "Είμαι σίγουρη πως το πρωί δεν υπήρχαν αυτά όταν το ξεφύλιζα."
        "Και βέβαια δεν υπήρχαν."είπε η Ελένα ατάραχη σαν να μην έτρεχε τίποτα. "Δεν το βλέπετε; Τώρα γράφονται, το θέμα είναι γιατί να συμβεί κάτι τέτοιο αυτή τη στιγμή;"
        "Τι σημαίνει αυτό;"ρώτησε η Μόργκαν με τρεμάμενη φωνή.
        "Μήπως επειδή ξαφνικά αναφερθήκαμε σε αυτούς κι είπε το βιβλίο να εμπλουτίσει τις γνώσεις μας; Που ξέρετε μπορεί να είναι κατόρθωμα της γιαγιάς. Τα κάνει κάτι τέτοια κατά καιρούς."έφερα για λίγο στο μυαλό μου τα λόγια της Άννας, μπορεί να είχε κάποιο δίκιο. Η γιαγιά Ιζαμπέλ μας συνήθιζε σε κάτι τέτοια, αλλά η παρέμβασή της πολλές φορές όπως και τώρα μας κατατρόμαζε.
        Το βιβλίο άλλαξε ξανά σελίδα. Αυτή φορά στα δεξιά εικονιζόταν ένας άντρας ντυμένος με μια χρυσή πανοπλία. Απ'τους ώμους του έπεφτε ένας φαρδύς πορφυρός χιτώνας με το σύμβολο του δράκου και στα χέρια του κρατούσε ένα ξίφος πάνω στο οποίο ήταν σημαδεμένα κάποια χρυσά γράμματα ή και σύμβολα, δεν μπορούσα να ξεχωρίσω, να τα δω καθαρά. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν κάπως σκληρά και σοβαρά και τα κατάξανθα κατσαρά μαλλιά του έφταναν μέχρι τους ώμους του. Ένιωθα τα καταγάλανα μάτια του να κοιτάζουν ευθεία αμέσως μέσα στα δικά μου. Κι ύστερα εκείνη η φωνή μέσα στο μυαλό μου... 'Guinevere...'
       "Το ακούσατε αυτό;!"φώναξα δυνατά στις άλλες νομίζοντας πως είμαι καμιά τρελή αλλά δεν ήμουν. Ήμουν σίγουρη πως είχα ακούσει κάποιον να με καλεί μέσα στο μυαλό μου.
       "Το όνομα μου σίγουρα δεν είναι Μοργκάνα λε Φέυ. Μόργκαν με ονόμασαν."η Μόργκαν τώρα έξινε το κεφάλι της μπερδεμένη.
       "Εμ συγγνώμη, ποια είναι η Μοργκόουζ;"η Άννα τώρα μας κοιτούσε με βλέμμα ανήσυχο.
       "Δεν ξέρω τι λέτε εσείς κορίτσια αλλά νομίζω ότι ένας Έμρυς μας καλεί και τις τέσσερις με κάποιον τρόπο, φαίνεται πως ζητάει την βοήθεια μας."εγώ , η Μόργκαν κι η Άννα κοιτάξαμε την Ελένα θορυβημένες. Εκείνη είχε φέρει τα χέρια της στον αέρα με ένα τρόπο σαν μας ρωτούσε για το τι θα κάναμε από δω και πέρα.
       Για λίγο η ματιά μου έπεσε ξανά στην μορφή του άντρα που βρισκόταν στο βιβλίο. Τα μάτια μου άνοιξαν και πάλι διάπλατα, ήταν σαν να ένιωθα εκστασιασμένη απ'την όψη, την κορμοστασιά και την ομορφιά του. Αισθανόμουν μαγεμένη. 'Guinevere...' Τα μάτια μου μισόκλεισαν ξανά, απ'τον ύπνο ήταν απ'την μαγεία , δεν μπορούσα να καταλάβω. 'Guinevere...'
      'Arthur Pendragon...' ούτε που κατάλαβα για πότε ξεχύθηκαν αυτές οι λέξεις απ'τα χείλη μου, ήταν σαν να εξαρτιόμουν απ'την επήρεια κάποιου μαγικού ξορκιού. Τα πόδια μου δεν πατούσαν στο έδαφος, ένιωθα σαν κάτι να με ρουφούσε μέσα του. Όταν έπαψε η φωνή να αντηχεί στα αυτιά μου κι τα χέρια μου πιάστηκαν απότομα από εκείνα της Μόργκαν και της Άννας τότε κατάλαβα τι συνέβαινε. Το βιβλίο των Σκιών μας είχε ρουφήξει μέσα του, μέσα απ'τις σελίδες που λαμπύριζαν και που τώρα βρισκόταν γραμμένη η ιστορία του Αρθούρου και των ιπποτών του. Βγάλαμε ένα ουρλιαχτό ταυτόχρονα κι οι τέσσερις, που ταξιδεύαμε άραγε, δεν ήθελα να το φανταστώ. Για το μόνο που ευχόμουν και ήλπιζα ήταν μια ασφαλής προσγείωση. Γιατί είχα μια αμυδρή υποψία πως αυτό ήταν ένα ταξίδι, αλλά πολύ διαφορετικό όχι όμως κι άγνωστο. Χωρίς αμφιβολία ταξιδεύαμε μέσα στο χρόνο. Το θέμα ήταν που θα φτάναμε στο τέλος. Έκλεισα τα μάτια μου κι προσευχήθηκα, προσευχήθηκα και για τις τέσσερις μας.



    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Πεμ Ιουν 12, 2014 12:57 am, 6 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Σαβ Αυγ 31, 2013 12:54 am

    Camelot~Citadel{Gaius' Chambers}, 7 June 496 AD, Elena's Pov {4rth scene}




    Το σώμα μου συνέχισε να αιωρείται για λίγο και κάποια στιγμή το ένιωσα να πέφτει με φόρα, φαρδύς πλατύς πάνω σε κάτι ξύλινο και να σπάει. Άφησα ένα αγκομαχητό πόνου και αυτόματα έφερα το ένα χέρι μου γύρω απ'τον αυχένα μου ενώ κουνούσα την ίδια ώρα το κορμί μου. Όταν διαπίστωσα με ανακούφιση ότι τα κόκαλα μου βρισκόντουσαν στη θέση τους έκανα να σηκωθώ όρθια απ'το ξύλινο έπιπλο όπου είχα πέσει κι εξέτασα το χώρο γύρω μου. Δεν χωρούσε αμφιβολία πως επρόκειτο για ένα δωμάτιο, η ακαταστασία βασίλευε μέσα σε αυτό, ρούχα, παπούτσια και μπότες πεταμένα από δω κι από εκεί. Ένα μικρό ντουλαπάκι ήταν εντοιχισμένο ακριβώς απέναντι μου και λίγο  πιο πέρα απ΄την ξύλινη πόρτα του δωματίου μια στοίβα με άπλυτα. Πλησίασα τα ρούχα που ήταν στοιβαγμένα άτσαλα το ένα πάνω στο άλλο, πορφυροί χιτώνες με το έμβλημα ενός χρυσού δράκου πάνω τους. 'Δεν είναι δυνατόν'μουρμούρισα αμέσως από μέσα μου. 'Μάλλον ονειρεύομαι , δεν εξηγείται αλλιώς'προσπάθησα να καθησυχάσω τον εαυτό μου, που τέτοια τύχη όμως. Αμέσως η ματιά μου στράφηκε στο μοναδικό μικρό παράθυρο που υπήρχε μέσα στο δωμάτιο. Ήταν κάπως ψηλά, δεν μπορούσα να το φτάσω. Πλησίασα τα ράφια με τα βιβλία που βρισκόντουσαν δίπλα απ'το κρεβάτι, έβαλα μερικά στο πάτωμα κι ανέβηκα πάνω τους, άγγιξα με τα δάχτυλα τα κάγκελα του παραθύρου κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό.
    Μπροστά μου απλωνόταν ένα ολόκληρο χωριό, θα μπορούσε να το πει κανείς κι μια κωμόπολη, που σίγουρα δεν ήταν αυτής της εποχής. Επιπλέον ήταν νύχτα, γεγονός που εμπόδιζε την όραση μου. Καθώς κατέβαινα απ'τα βιβλία το πόδι μου στραμπούληξε κάπου, γονάτισα και κοίταξα μερικά απ'τα εξώφυλλα των αναγνωσμάτων, διάβασα χαμηλόφωνα 'Τα μυστικά της Μαγείας', 'Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για την Μαγεία', 'Ξόρκια και Φίλτρα', 'Πως να αποφύγετε την Σκοτεινή Μαγεία'. Έκανα να σταθώ στα πόδια μου με δυσκολία. Ταυτόχρονα έβαλα το μυαλό μου να δουλέψει ενώ το βλέμμα μου είχε γείρει στο ταβάνι, εξετάζοντας το ενδεχόμενο μιας μαγικής πύλης που προφανώς να με είχε φέρει εδώ.  Λίγο πριν μας τραβήξει την προσοχή το βιβλίο των Σκιών εγώ κι οι αδελφές μου μαζί με την Τζέιν μιλούσαμε για τους ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης, μετά πάνω στο βιβλίο άρχισε να γράφεται η ιστορία τους, κι στο τέλος εκείνο μας ρούφηξε μέσα του. Εγώ είχα αναφέρει τον Μέρλιν , οπότε δεδομένου ότι υπήρχαν τέτοια βιβλία εδώ μέσα, μήπως βρισκόμουν στον προσωπικό του χώρο;
    Ανασκουμπώθηκα, ξερόβηξα προσπαθώντας να διώξω τον κόμπο που είχε σταθεί στο λαιμό μου κι άφησα μια βαθιά ανάσα τρίβοντας το μέτωπο μου. Άρχισα να βηματίζω πάνω-κάτω το δωμάτιο. Σε λίγο πιθανότατα να ερχόμουν αντιμέτωπη με μια 80χρονή φιγούρα με κάτασπρα μακριά μαλλιά, και γενιάδα , γαμψό καπέλο και χιτώνα σε γκρι απόχρωση κι με ένα ξύλινο μπαστούνι στο χέρι για ραβδί. 'Ακριβής απεικόνιση του Γκάνταλφ απ'τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών'σκέφτηκα κι αμέσως με έπιασε νευρικό γέλιο. Όταν λίγα λεπτά αργότερα ήρθα στα συγκαλά μου κι θυμήθηκα το χέρι της Τζέιν που κρατούσα σφιχτά καθόλη την διάρκεια της μεταφοράς μας εδώ, έβγαλα μια ξαφνική κραυγή. "Θεούλη μου, πρέπει να βρω τις αδελφές και την ξαδέλφη μου!" φώναξα απ'την τρομάρα μου κι κίνησα προς την πόρτα. Το δίχως άλλο είχαμε γυρίσει πίσω στο χρόνο, για ποιον λόγο δεν ήξερα αλλά έπρεπε να βρω τις αδελφές μου και την Τζέιν. Ενωμένες ήμασταν πιο δυνατές και τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα τότε. Η πόρτα έτριξε μπροστά μου κι άρχισε να ανοίγει σιγά σιγά. 'Λογικό'μουρμούρισα από μέσα μου, είχα φωνάξει τόσο δυνατά που σίγουρα με είχαν ακούσει. Πήρα ένα βιβλίο και κρύφτηκα πίσω απ'το άνοιγμα ενώ περίμενα αθόρυβα κι υπομονετικά. Ήμουν έτοιμη να βγάλω έναν ακόμα υπόκωφο ήχο και να φέρω τον βαρύ τόμο στο κεφάλι εκείνου που έμπαινε μέσα όταν ο άνθρωπος γύρισε τρομαγμένος - όπως κι εγώ άλλωστε - προς το μέρος μου με τα χέρια ψηλά λες και θα τον πυροβολούσαν, κοιτώντας με αποσβολωμένος.
    "Μέρλιν;!"μάντεψα με την βραχνή φωνή μου την οποία ούτε εγώ δεν αναγνώριζα πια.
     "Λαίδη Ελέιν;;!!"μου αποκρίθηκε εκείνος, που απ'την έκφραση του, φαινόταν να τα έχει χαμένα όπως κι εγω.
        Πέταξα τον τόμο κάτω χωρίς δεύτερη σκέψη, πως δεν το σκέφτηκα νωρίτερα η ηλίθια. Έφερα τα χέρια μου στον αέρα προς το μέρος του ηλικιωμένου , ο οποίος μέσα σε δευτερόλεπτα πάγωσε. Άρχισα να ξίνω το κεφάλι μου, 'Και τώρα Ελένα τι κάνουμε;'αναρωτήθηκα συνεχίζοντας να πασπατεύω τις καστανοκόκκινες μπούκλες των μαλλιών μου που έπεφταν λυτές στους ώμους μου. 'Μμμ... Λαίδη Ελέιν...'μουρμούρισα, δεν υπήρχε αμφιβολία πως είχα γυρίσει πίσω στο χρόνο, κατά 99.9% στην εποχή του Αρθούρου και των ιπποτών του. Επίσης τούτος εδώ ο γεράκος, την ταυτότητα του οποίου θα την μάθαινα εντός ολίγου, με περνούσε για άλλη το δίχως άλλο. Άπλωσα ξανά τα χέρια μου στον αέρα, η κατάσταση έπρεπε να ξεκαθαρίσει τώρα. Κι εγώ έπρεπε να παραμείνω ψύχραιμη, υπομονετική κι ήρεμη όπως τόσες άλλες φορές στο παρελθόν που μας είχε τύχει μια ανάλογη περίπτωση. Ο τύπος ξεπάγωσε και πριν προλάβει να ανοίξει ξανά το στόμα του πήρα φόρα εγώ.
    "Άκου εδώ γεράκο, δεν ξέρω σε ποια Λαίδη αναφέρεσαι. Εγώ λέγομαι Ελένα Χέιστινγκς και κατά λάθος προέρχομαι απ'το μέλλον, απ'το πολύ πολύ μακρινό μέλλον. Επίσης δεν έχω βρεθεί μόνη μου εδώ, οπότε αν δεν σε πειράζει, το καλύτερο θα ήταν να με αφήσεις να πάω να ψάξω τις αδελφές μου που αν δεν κάνω λάθος πρέπει να βρίσκονται κι αυτές κάπου εδώ γύρω."το σκέφτηκα καλύτερα ξίνοντας άλλη μια φορά το κεφάλι μου. "Ή μπορεί να έχουν 'προσγειωθεί' σε κάποια άλλη εποχή, αλλά αυτό θα ήταν το χειρότερο."κίνησα ταραγμένη προς την πόρτα νιώθοντας ξαφνικά το απότομο τράβηγμα του γεράκου στο χέρι μου.


       

    "Ηρέμησε παιδί μου, σου ορκίζομαι πως δεν θέλω να σε βλάψω. Γνωρίζω ποια ακριβώς είσαι {πάνω-κάτω} και τι ακριβώς αντιπροσωπεύεις. Ακόμα ξέρω και τον λόγο για τον οποίο εμφανίστηκες εδώ, αλλά αυτή η ομοιότητα..."η φράση του γεράκου έμεινε μισοτελειωμένη ρίχνοντας ακόμα μια ματιά προς εμένα, εξετάζοντας με εξονυχιστικά. Τράβηξα το χέρι μου απ΄την λαβή του και του ανταπέδωσα κι εγώ το βλέμμα μου κοιτώντας τον παραξενεμένη. Δεν έχασε καιρό κι μου άπλωσε το χέρι του ξανά. "Συγχώρεσε με για τους τρόπους μου, το όνομα μου είναι Γάιος κι είμαι ο θεραπευτής της αυλής του παλατιού. Ο Μέρλιν , τον οποίο ανέφερες είναι μαθητούδι μου, κι αυτή τη στιγμή θα έπρεπε να είναι εδώ αλλά φαίνεται πως έμπλεξε ξανά ως συνήθως."
    "Είχε δάσκαλο ο Μέρλιν;"αναρωτήθηκα και πάλι φωναχτά κουνώντας το κεφάλι μου. "Περίεργο, αλλιώς την ήξερα την ιστορία εγώ."
     "Παρακαλώ;"έκανε ο γεράκος κι στράφηκα ξανά σε εκείνον, άπλωσα το χέρι μου χαιρετώντας τον, μου φαινόταν ακίνδυνος ή τουλάχιστον έτσι ήθελα να πιστεύω.
     "Ε χάρηκα πολύ για την γνωριμία..."του αποκρίθηκα αμήχανα. "... Γάιε, αλλά φοβάμαι πως δεν έχω καιρό για χαιρετισμούς και γνωριμίες. Πρέπει να ψάξω να βρω τις αδελφές και την ξαδέλφη μου."
     "Δεν χρειάζεται να ανησυχείς για εκείνες, είμαι σίγουρος πως όπως είπες κι εσύ ότι κάπου εδώ γύρω θα βρίσκονται. Ας ευχηθούμε μόνο να μην είναι έξω απ'τα τείχη αυτής της πόλης."
     "Πόλης;"ξαφνικά ένιωσα το στομάχι μου να χτυπάει σαν ταμπούρλο. "Τι... τι ακριβώς εννοείς;"ο κόμπος απ'τον λαιμό μου δεν είχε φύγει ούτε στιγμή. "Και πριν από λίγο ανέφερες τον λόγο που βρεθήκαμε εδώ; Για πιο πράγμα μιλάς;"
      "Αγαπητή μου είμαι σε θέση να σε ενημερώσω πως βρίσκεσαι στο Κάμελοτ κι ο λόγος για τον οποίο εσύ κι η οικογένεια σου βρεθήκατε εδώ είναι επειδή αυτό το βασίλειο σας χρειάζεται. Και πολύ περισσότερο ο βασιλιάς και οι ιππότες του σας χρειάζονται."πήρε μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει κι είπε με ήρεμο τόνο στη φωνή του: "Πρέπει να φέρετε τον Βασιλιά Αρθούρο και τους χαμένους ιππότες του πίσω στη ζωή."
      "Τι έκανε λέει;!"μούγκρισα όπως έκανα πάντα όταν μου μιλούσαν για κάτι φυσικά αδύνατον. Θυμήθηκα για λίγο τα λόγια του προηγουμένως, είχε πει ότι ήξερε τι αντιπροσώπευα. Τον ρώτησα ευθέως δείχνοντας τον με το δάχτυλο μου. "Είσαι μάγος;"
      "Όχι απ'τους καλούς, αλλά ναι συνηθίζω να την ασκώ κάποιες φορές, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης."
      "Είσαι όμως και γιατρός;"πρόσθεσα έκπληκτη. Με κοίταξε περίεργα. "Θέλω να πω θεραπευτής."κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. 'Κουλ, 2 σε 1! Ο γεράκος είναι τυχερός' σκέφτηκα κι χωρίς δισταγμό προχώρησα σε επόμενη ερώτηση. "Ποια είναι η Λαίδη Ελέιν;"
      "Αδελφή της Μοργκόουζ και της Μοργκάνα, ετεροθαλής αδελφή του βασιλιά Αρθούρου. Έπασχε από μια ανίατη ασθένεια την οποία μόνο εγώ γνώριζα, αφού με είχε ορκίσει να μην πω τίποτα σε κανέναν. Ήταν ερωτευμένη με έναν απ'τους ιππότες της φρουράς, πολύ πριν δημιουργηθεί η Στρογγυλή Τράπεζα αλλά ο κηδεμόνας της ο Ούθερ ήθελε να την παντρέψει με τον Βασιλιά Νέντρες. Εκείνη όμως πέθανε απ'την στεναχώρια της κι λόγω του ότι η αρρώστια της είχε επιδεινωθεί πολύ απ'τον πόνο που ένιωθε. Ο Αρθούρος κι η Μοργκάνα την λάτρευαν, την αγαπούσαν πολύ. Η Μοργκόουζ δυστυχώς δεν την γνώρισε ποτέ. Αρκεί νομίζω να σημειωθεί, κι όπως θα πρεπε να ξέρεις, πως εκείνη κι φυσικά ο Αρθούρος δεν ασκούσαν μαγεία. Μόνο η Μοργκάνα κι η Μοργκόουζ είχαν αυτό το προνόμιο. Έφυγε απ'την ζωή πολύ καιρό πριν έρθει στο Κάμελοτ ο Μέρλιν κι γίνει μαθητής μου. Ήταν περίπου στην ηλικία σου." καθώς μιλούσε ο Γάιος μου έριξε άλλη μια εξεταστική ματιά. "Οφείλω να ομολογήσω ότι της μοιάζεις καταπληκτικά."στη συνέχεια έγειρε το βλέμμα του προς το έδαφος μουρμουρίζοντας. "Είμαι σίγουρος πως αυτό θα φέρει κάποια αναστάτωση."
      Δεν με ένοιαζε τίποτα απ'όλα αυτά, άλλο με έκαιγε αυτή τη στιγμή. "Γάιε σε ευχαριστώ για όλες... αυτές τις πληροφορίες αλλά ειλικρινά πρέπει να ψάξω να βρω..." έφερε την παλάμη του μπροστά μου κάνοντας με να σωπάσω και με έσπρωξε πίσω απ'το άνοιγμα της πόρτας.
      "Ήσυχα, κάποιος έρχεται."μου ψιθύρισε και μην μπορώντας να κάνω αλλιώς υπάκουσα.
      "Γάιε;! Γάιε;! Που είσαι;!"απ'τον ήχο της φωνής φάνηκε πως κάποιος νεαρός αναζητούσε τον γεράκο, εκτός αυτού ακουγόταν ανήσυχος. Τι να συνέβαινε άραγε; 'Μήπως ήταν οι αδελφές μου;'σκέφτηκα με μια λάμψη ελπίδας.
      "Τι συμβαίνει Πέρσιβαλ;"του αποκρίθηκε ο Γάιος. 'Πέρσιβαλ; Πέρσιβαλ; Ο γνωστός Πέρσιβαλ; Ένας απ'τους ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης δηλαδη;' Είδα τον γεράκο να απλώνει το χέρι του. Προφανώς με αυτόν τον τρόπο έλεγε στον Πέρσιβαλ να μην πλησιάσει περισσότερο το δωμάτιο.


       

    "Ο Μέρλιν βρίσκεται στην ταβέρνα όπου έχει προκληθεί ένας γερός καυγάς. Στα μπουντρούμια επίσης βρέθηκε μια κοπέλα αγνώστου ταυτότητος, οι φρουροί πρέπει να την κυνηγούν αυτή τη στιγμή που μιλάμε κι στην αίθουσα συγκεντρώσεως..."ο Πέρσιβαλ σταμάτησε απότομα, φαινόταν απ΄τον τόνο της φωνή του πόσο τρομαγμένος ήταν κι εκείνος με την όλη κατάσταση.
      "Μίλα Πέρσιβαλ για το Θεό!"τον πίεσε ο Γάιος που είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του αυτό μαρτυρούσαν τουλάχιστον.
      "Γάιε, είναι ολόιδια η Λαίδη Γκουίνεβιρ, είναι ίδια σου λέω, εκείνη..."άφησε μισοτελειωμένη ξανά την φράση του. Το μυαλό μου δούλευε πυρετωδώς. 'Αν εγώ μοιάζω με την Λαίδη Ελέιν, τότε μια απ'τις αδελφές μου ή η ξαδέλφη μου έχει την μορφή της Γκουίνεβιρ. Της Γκουίνεβιρ;;!!'ούρλιαξα από μέσα μου. Έριξα μια ανήσυχη ματιά στον Γάιο που το πρόσεξε κι εκείνος. Παρ'όλα αυτά έμεινε ήσυχος, ατάραχος κάτι που θα έπρεπε να κάνω κι εγώ αλλά δεν μπορούσα. Που να πάρει ο Διάβολος δεν μπορούσα! Άκουσα τον βαθύ αναστεναγμό που άφηνε ο Πέρσιβαλ πριν συνεχίσει. "Είναι εδώ Γάιε, αρχίζουν να φτάνουν, αν δεν το έχουν κάνει ήδη..."έλεγε εκείνος αγκομαχώντας.
      "Τι τρέχει Πέρσιβαλ;"τον ξαναρώτησε ο γεράκος, μου φάνηκε, κι ας μην ήμουν μπροστά για να τον δω πως ο ιππότης πάλευε με τον εαυτό του. "Δεν χαίρεσαι; Αυτές οι κοπέλες είναι η μοναδική μας σωτηρία."
     "Απλώς δεν ξέρω πως θα αντιδράσω αν δω εκείνη ξανά μπροστά μου. Γάιε θα κάνω καμιά τρέλα!"γρύλισε ο Πέρσιβαλ κι ένιωσα τα βαριά του βήματα να απομακρύνονται.
      "Πέρσιβαλ!"φώναξε ο Γάιος τόσο δυνατά, μάλλον για να τον προλάβει. "Μην ξεχνάς πως  μπορεί να έχει την μορφή της Μοργκάνα, ωστόσο ο χαρακτήρας της θα διαφέρει κι είμαι απόλυτα σίγουρος γι'αυτό. Εκείνη είναι μόνο εδώ για να βοηθήσει, δεν φέρει καμία ευθύνη για το κακό που προκάλεσε η σωσίας της."
     "Τότε καλά θα κάνει να φέρει πίσω τον Γκάγουέιν αλλιώς δεν ξέρω τι είμαι ικανός να κάνω."γρύλισε για ακόμα μια φορά εκείνος πριν χαθεί απ'τα μάτια του Γάιου κι ο γεράκος γυρίσει ξανά προς το μέρος μου. Δεν είχα χρόνο για χάσιμο. Κίνησα με γρήγορες δρασκελιές έξω απ'το δωμάτιο. Ο γεράκος με σταμάτησε και πάλι.
      "Στάσου αγαπητή μου! Θα σε αναγνωρίσουν, μπορεί η Λαίδη Ελέιν να είναι νεκρή αλλά θα πάθουν σοκ μόλις σε δουν."τον είδα να μου πετά κάτι και τα χέρια μου αντανακλαστικά το έπιασαν. "Ορίστε, φόρα αυτό."ήταν ένας μανδύας σε μια βαθιά πράσινη απόχρωση.
      "Εννοούσε την Μοργκάνα λε Φέυ;"ρώτησα τον Γάιο καθώς φορούσα τον χειτώνα.
     "Ναι."μου απάντησε εκείνος. "'Η αλλιώς Μοργκάνα Πεντράγκον, ετεροθαλής αδελφή κι αυτή του Αρθούρου, είναι πιο γνωστή έτσι."
     "Τι έχει κάνει;"συνέχισα φοβισμένη.
    "Πίστεψε με δεν θες να μάθεις αγαπητή μου."το ύφος του δεν μου άρεσε καθόλου. Έκανα τον συνειρμό αμέσως, 'Μοργκάνα λε Φέυ = Μόργκαν' "Ω Θεέ μου η αδελφή μου κινδυνεύει Γάιε! Τι θα της κάνουν;!"
    "Ελπίζω τίποτα εφόσον οι περισσότεροι από μας ξέρουν πολύ καλά πως βρίσκεται εδώ μόνο για να βοηθήσει κι όχι για να βλάψει κανέναν. Παρ'όλα αυτά να είσαι έτοιμη να χρησιμοποιήσεις τις μαγικές σου δυνάμεις όπως έκανες κι με μένα."είπε εκείνος φορώντας μια κάπα κι πλησιάζοντας την πόρτα του θεραπευτηρίου κάνοντας μου νόημα. "Και τώρα έλα μαζί μου."
    "Που πηγαίνουμε;"τον ρώτησα σα χαμένη - μήπως δεν ήμουν; - ακολουθώντας τον, φαινόταν να είναι ο μόνος που γνώριζε τον δρόμο, εγώ δεν είχα την παραμικρή ιδέα.
    "Στην ταβέρνα, θέλω να μάθω τι γυρεύει εκεί ο Μέρλιν. Που τον χάνεις που τον βρίσκεις , όλη την ώρα εκεί εμφανίζεται. Υποπτεύομαι όμως πως μπορεί και να γνωρίζω τον λόγο, ίσως μια απ΄τις αδελφές σου να βρέθηκε άθελα της εκεί και να προκάλεσε την οργή ή μπορεί και την έκπληξη πολλών."

    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Τετ Ιουλ 02, 2014 2:42 pm, 6 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Τρι Σεπ 03, 2013 12:52 am

    Camelot~The Rising Sun, 7 June 496 A.D, Merlin's Pov {5th scene}


     

       Μόλις ένιωσα την ξένη, μαγική παρουσία να έχει κάνει αισθητή την άφιξη της στην ταβέρνα "Ο ήλιος που ανατέλλει", έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα προς τα εκεί για να προλάβω τα χειρότερα. Είχα μια υποψία για το ποια - ακριβώς - είχε κάνει την εμφάνιση της εκεί κι όταν τελικά κατάφερα και μπήκα μέσα στο καπηλειό δεν έπεσα διόλου έξω. Όλοι οι θαμώνες είχαν περικυκλώσει την σωσία της Μοργκάνα με άγριες διαθέσεις κι έμοιαζαν έτοιμοι να της επιτεθούν - όχι έμοιαζαν, ήταν! - αδιαφορώντας για το αν διέθετε ή όχι μαγικές δυνάμεις. Κι εκείνη, το μόνο που έκανε ήταν να τους παρατηρεί προσεχτικά έναν έναν ζυγίζοντας τις αντιδράσεις τους, αλλά κοιτάζοντας τους και περίεργα κάπου κάπου. Μέσα σε δευτερόλεπτα βρέθηκα μπροστά της, καλύπτοντας την με το ένα μου χέρι, προστατεύοντας την απ'το έξαλλο 'σμήνος' που είχε μαζευτεί γύρω μας. Προσπάθησα να λογικέψω τον Γκαστόν, τον ιδιοκτήτη της ταβέρνας και αδελφό του Evoric, βλέποντας τον να έχει πάρει σβάρνα μια σκούπα και μαζί με όλο τον συρφερτό από άντρες αλλά κι από γυναικόπαιδα πιο πίσω του, να κρατάνε ξίφη, σουγιάδες αντίστοιχα, του απευθύνθηκα ήρεμα.
      "Ηρέμησε σε παρακαλώ Γκαστόν, δεν είναι αυτή που φαίνεται. Θα ήθελα τόσο πολύ να σου εξηγήσω αλλά δεν έχω τον απαιτούμενο χρόνο, πρέπει να την πάρω από εδώ."έγειρα για λίγο στο πλάι παρατηρώντας το κορίτσι που στεκόταν πίσω μου. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα σαν το κάρβουνο, το δέρμα της σταρένιο και τα μάτια της είχαν το χρώμα του αμύγδαλου. Καμία σχέση με την πραγματική αρχιέρεια, η Μοργκάνα ήταν μελαχρινή, η επιδερμίδα της ήταν λευκή σαν το χιόνι και τα μάτια της γκριζοπράσινα. Επίσης πρόσεξα ότι τα χαρακτηριστικά του προσώπου της είχαν συνοφρυωθεί και με κοιτούσε καχύποπτα. Δεν μου έκανε εντύπωση. 'Δεν με εμπιστεύεται'σκέφτηκα αμέσως.
       "Αδύνατον!"μουρμούρισε ο Γκαστόν τρομοκρατημένος, ενώ τα χέρια του έτρεμαν. Αναρωτήθηκα πως μπορούσε και έβρισκε το κουράγιο να κρατά ακόμα την σκούπα και να ηγείται όλου αυτού του 'όχλου' εδώ μέσα. 'Θα μου πεις οι περισσότεροι ήταν μεθυσμένοι, οπότε...' "Η μάγισσα είναι νεκρή!"βρυχήθηκε ξαφνικά ανακτώντας το κουράγιο του.
       "Πολύ σωστά είναι νεκρή, εγώ την σκότωσα αυτοπροσώπως. Τούτη εδώ ουδεμία σχέση έχει με την Μοργκάνα, γι'αυτό άσε την σκούπα κάτω σε παρακαλώ."τον παρότρυνα ευγενικά. Τα λόγια μου απ'ότι έβλεπα πήγαιναν χαμένα, ο ιδιοκτήτης πλησίασε την άγνωστη κοπέλα, λίγο ακόμα και θα κόλλαγε τη μούρη του πάνω της. Απ'το παρουσιαστικό της όμως διέκρινα πως δεν φαινόταν διατεθειμένη να τον αφήσει να το κάνει. 'Ωχ ωχ φασαρίες μυρίζομαι...'μουρμούρισα από μέσα μου. Δεν ήξερα αν ήθελα να το ξαναπεράσω κάτι τέτοιο, αναμνήσεις θα ανασύρονταν απ'το παρελθόν, δεν είχα το σθένος να τις ξαναζήσω.
       "Η μάγισσα δεν πέθανε..."γρύλισε ο Γκαστόν ξαφνικά. "...αλλά θα αφήσει την τελευταία της πνοή απόψε, δεν πρόκειται να βγει ζωντανή από εδώ μέσα."μου αποκρίθηκε κι στη συνέχεια στράφηκε ξανά στην κοπέλα. "Θα πληρώσει για όλο το κακό που προξένησε αλλά και για τις ανθρώπινες ζωές του Κάμελοτ που αφαίρεσε! Θα ομολογήσει για τον αφανισμό του Βασιλιά μας και των ιπποτών του!"ούρλιαξε πιο δυνατά σηκώνοντας την σκούπα ψηλά και ακολουθούμενος απ'το βρυχηθμό των υπολοίπων.
       Και τότε,  άκουσα το κορίτσι πίσω μου να μιλά για πρώτη φορά. Ανατρίχιασα, η φωνή της ήταν ολόιδια με εκείνη της Μοργκάνα, είχε τον ίδιο απειλητικό και μοχθηρό τόνο που είχα ακούσει κι είχα 'γευτεί' αμέτρητες φορές. "Τόλμα να απλώσεις τα 'κουλά' σου πάνω μου και θα σου ξεριζώσω τα μάτια, θα στα δώσω να τα φας. Δεν ξέρεις με ποια τα βάζεις 'ξένε' γι αυτό καλύτερα να το ξανασκεφτείς!"
       Μην δίνοντας σημασία στα λόγια της ο Γκαστόν όρμησε προς το μέρος της κι η μπουνιά που δέχτηκε ήταν τόσο ηχηρή που με άφησε εμβρόντητο! Λίγες στιγμές αργότερα κινούμουν όπως πάντα προς τον πάγκο της ταβέρνας για 'πολεμοφόδια' ενώ παρακολουθούσα την σωσία να πετά με όλη της την δύναμη έξω απ'το καπηλειό έναν άντρα που μόνο αρσενικό δεν θύμιζε, μάλλον με τροφαντό γουρούνι έμοιαζε. Τα γυναικόπαιδα είχαν μαζευτεί σε μια γωνιά, -βλέποντας κι αναγνωρίζοντας τις πολεμικές τέχνες της κοπέλας, η οποία κλωτσούσε, έριχνε μπουνιές κι βάραγε γέρους αλλά και νέους,- ή έβγαιναν τρομαγμένα απ'την ταβέρνα ή αποσύρονταν μαζί μου πίσω απ'τον πάγκο. Είχα μείνει αποσβολωμένος, νόμιζα πως είχα μπροστά μου την θηλυκή έκδοση του Γκάγουέιν υπό μορφή Μοργκάνα και δεν ήξερα αν έπρεπε να κλάψω ή να γελάσω. Τέτοια σύγχυση είχα υποστεί.
      Έσκυψα απότομα το κεφάλι μη μου'ρθει κανά πιάτο, οι περισσότεροι άντρες ήταν σωριασμένοι στα πατώματα ενώ μερικοί άλλοι βαστούσαν ακόμα. Όχι για πολύ όμως, εκείνη με κάποιον τρόπο τους είχε βγάλει νοκ-άουτ! Ταυτόχρονα από μέσα μου αναρωτιόμουν, 'Αν έχει μαγικές δυνάμεις γιατί δεν τις χρησιμοποιεί; Μήπως φοβόταν ότι θα αποκαλυφθεί;' Aλλά και πάλι αυτός ο φόβος είχε περάσει εδώ και μήνες στο Κάμελοτ και πλέον μάγοι και δρυίδες ήταν πλέον σε θέση όχι μόνο να ασκούν την μαγεία τους αλλά και να βρίσκουν ένα καταφύγιο στην πόλη ή αν πρόκειται για εξέχοντα πρόσωπα στην αυλή του παλατιού. Άρχισα να πετάω πιάτα, σερβίτσια, μαχαιροπίρουνα, δεν ξέρω ποιος την είχε μάθει να αμύνεται - πόσο μάλλον να βαράει τόσο καλά - αλλά με κάποιον τρόπο έπρεπε να την βοηθήσω εφόσον κάποια στιγμή το ίδιο θα έκανε και για μας. Η έκπληξη μου έγινε μεγαλύτερη όταν την είδα να πλησιάζει προς τον πάγκο λαχανιάζοντας και να μου απευθύνει τον λόγο. Ε εκεί τα 'είδα' όλα!
       "Μήπως σου βρίσκεται κανένα ξίφος;"με ρώτησε ενώ προσπαθούσε να πάρει βαθιές ανάσες, 'Ξίφος; Σπαθί;! Να το κάνει τι;'έμεινα να την κοιτώ ξαφνιασμένος.

       
       

        Δεν πρόλαβα να την ρωτήσω το οτιδήποτε, εκείνη την στιγμή ένα μικρό κορίτσι μου έδινε ένα σπαθί κι εγώ αυτόματα με την σειρά μου το εναπέθετα στο χέρι της σωσία. "Να'σαι καλά."μου αποκρίθηκε ενώ μου έκανε νόημα με το χέρι της. "Φέρε μου και την κανάτα από πίσω σου αν έχεις την καλοσύνη;"δεν έκανα καμία απολύτως κίνηση, είχα μείνει σαν στήλη άλατος με το στόμα ανοιχτό να την παρατηρώ. 'Γκάγουέιν;!...'σκεφτόμουν από μέσα μου. Δεν ήταν δυνατόν, μήπως το πνεύμα του φίλου μου βρισκόταν εδώ κοντά και δεν το είχα πάρει χαμπάρι;! Η μικρή κοκκινομάλλα έσπευσε να 'ικανοποιήσει' για άλλη μια φορά τη σωσία. "Σε ευχαριστώ γλυκιά μου."είπε εκείνη πίνοντας μια μεγάλη γουλιά απ'το κανάτι, αδυνατούσα να αντιδράσω, είχα μείνει ακίνητος σαν άγαλμα. "Χμ... ωραία γεύση, τι μάρκα είναι;!"ρώτησε με ένα πλατύ χαμόγελο.
       "Πρόσεχε!!"της φώναξα απότομα καθώς ο Evoric,αδελφός του Γκαστόν ξεπεταγόταν απ'το πουθενά με ένα σουγιά και ταυτόχρονα έτρωγε την κανάτα στα μούτρα του καθώς εκείνη έσπαγε κι η μπύρα κυλούσε πάνω στο πρόσωπο του μουσκεύοντας τα γένια του.
       "Κρίμα..."γκρίνιαξε η κοπέλα απογοητευμένη. "Πήγε χαμένη τόση απόλαυση." Δεν πίστευα στα αυτιά μου, τα είχα χάσει τελείως. Μιλούσε, έπραττε κι κινούνταν όπως εκείνος, ο Γκάγουέιν;! Την είδα ξαφνικά να πηδάει πάνω στο τραπέζι και να ξιφομαχεί με κάποιον μεγαλύτερο στο σωματότυπο από εκείνην που βρισκόταν από κάτω της. Σε κλάσματα δευτερολέπτου το ξίφος του στριφογύρισε στα χέρια του, πετιόταν στον αέρα κι η σωσίας το έπιανε. Τώρα κρατούσε δυο σπαθιά στα χέρια της. 'Αδύνατον , ένα πρόσωπο ήξερα μονάχα που μπορούσε να το κάνει αυτό, κι αυτό το πρόσωπο ήταν νεκρό. Εκτός...'το μυαλό μου τώρα δούλευε πυρετωδώς. '...εκτός κι αν αυτό το πρόσωπο με κάποιον τρόπο επανερχόταν στη ζωή.'συλλογιζόμουν από μέσα μου. Εκείνη με μία περιστρεφόμενη κίνηση που έκανε στον αέρα πήδηξε απ'το τραπέζι και έτρεξε ξανά προς τον πάγκο.
       "Και για να έχουμε καλό ερώτημα σε αυτόν τον τόπο και χρόνο πως λέγεσαι;" με ρώτησε στα γρήγορα.
       "Τόπο και χρόνο; Δεν καταλαβαίνω... τι εννοείς;"της αποκρίθηκα. Πραγματικά δεν καταλάβαινα τι εννοούσε.
       "Τέλος πάντων, πως λέγεσαι;"
       "Μέρλιν."μουρμούρισα ταραγμένος μέσα απ'τα δόντια μου, όπως ακριβώς είχα κάνει κι εκείνο το απόγευμα.
       "Μόργκαν Χέιστινγκς, χάρηκα για την γνωριμία."είπε εκείνη κι άπλωσε το χέρι της. Ενστικτωδώς άγγιξα κι εγώ το δικό της.
       "Παρομοίως Μόργκαν... Μόργκαν;!"μάλλον κάποιος μου έκανε πλάκα εδώ πέρα. Άλλο ένα ογκώδες γαϊδούρι ερχόταν κατά πάνω μας καθώς ξεφώνιζε, κρατώντας σφιχτά στο χέρι ένα τεράστιο τσεκούρι που όμως δεν πρόλαβε να το χρησιμοποιήσει. Η κλωτσιά της Μόργκαν τον βρήκε στα αχαμνά κι εκείνος σωριάστηκε μονομιάς στο έδαφος , ενώ σφάδαζε απ'τον πόνο. Όταν πια όλοι κείτονταν στα πατώματα του καπηλειού, η Μόργκαν άπλωσε προς το μέρος τους και τα δυο σπαθιά της και ψιθύρισε αδύναμα:"Ελπίζω κύριοι να μείνατε ευχαριστημένοι, αν θέλετε κοπιάστε για περισσότερο. Να μην αμφιβάλλετε για τις αντοχές μου."
      Την έπιασα απότομα απ'το χέρι και την παρέσυρα έξω απ'την ταβέρνα. "Πρέπει να φύγουμε από εδώ."είπα ενώ κατευθυνόμασταν προς την αυλή του παλατιού. Εκείνη την στιγμή σήμανε κι ο συναγερμός, οι καμπάνες χτυπούσαν δυνατά. Κάτι δεν πήγαινε καλά, στα μπουντρούμια, στο θεραπευτήριο, στην αίθουσα συγκεντρώσεως αισθανόμουν κι τις άλλες μαγικές παρουσίες.

     
       

       "Στάσου!"η Μόργκαν με σταμάτησε απότομα τραβώντας με απ'τα μανίκια. "Θύμισε μου ξανά για ποιον λόγο βρίσκομαι εδώ;"
      "Το βασίλειο σε χρειάζεται."της απάντησα μην έχοντας το χρόνο και το κουράγιο να βάλω σε μια σειρά τα λόγια μου. Με κοίταξε παραξενεμένη. "Το Κάμελοτ χρειάζεται την βοήθεια την δική σου και της οικογένειας σου."
      "Πως μπορώ να φανώ εγώ χρήσιμη και με ποιον τρόπο;"με ρώτησε ευθέως.
       Δεν πρόλαβα να της αποκριθώ, φρουροί είχαν εμφανιστεί απ'όλες τις μεριές και έτρεχαν προς το μέρος μας. Την τράβηξα απότομα σε ένα σοκάκι και αρχίσαμε να τρέχουμε μέσα σε αυτό ενώ ταυτόχρονα της εξηγούσα εν ολίγης πως είχε η κατάσταση. Τόσες αναμνήσεις, ένιωθα λες και ξαναζούσα την στιγμή στην ταβέρνα, τότε στο Γκάμπλινγκ.
       "Ο Αρθούρος κι οι ιππότες του Μόργκαν, είναι νεκροί!"
       "Νεκροί;! Είσαι σίγουρος;"έσκουξε εκείνη εμβρόντητη. "Θες να πεις ότι έχει προηγηθεί η μάχη στο Κάμλαν;"
       Ήταν ενήμερη για όλα, συνειδητοποίησα πως από οποιαδήποτε εποχή κι αν προερχόταν, αυτή η ηρωϊκή κι άδοξη, άδικη μάχη πρέπει να είχε περάσει στην ιστορία. "Ναι. Κάτι τέτοιο."απάντησα.
       "Και τι πρέπει να κάνουμε εμείς;"ήταν η αμέσως επόμενη της ερώτηση. Χωρίς να το καταλάβουμε - άθελα μας - είχαμε κάνει τον κύκλο, κι είχαμε φτάσει ξανά απέξω απ'την ταβέρνα. Ανεβήκαμε την στριφογυριστή σκάλα και βρεθήκαμε πάνω στη στέγη.
       "Μόργκαν... "ανάσανα βαθιά, πως θα έλεγα κάτι τέτοιο; "Είστε μάγισσες, ίσως πιο πανίσχυρες από μένα, μπορεί πιθανόν και απ'την Μοργκάνα την ίδια. Οι πιο δυνατές μάλλον που υπήρξαν ποτέ."είχαμε σταματήσει το τρέξιμο, τώρα της μιλούσα δίχως να λογαριάζω το λαχάνιασμα μου. "Πρέπει να τους κάνετε να ζωντανέψουν, να γυρίσουν πίσω στη ζωή. Και για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο χρειάζεται... μαγεία!"
       "Θα πρέπει να αστειεύεσαι."αποκρίθηκε εκείνη μην πιστεύοντας στα αυτιά της.
       "Εκεί πάνω είναι!"φώναξε κάποιος κι αμέσως αντιλήφθηκα τα βαριά βήματα που έρχονταν απ'την σκάλα.
        Έτρεξα πάνω στην στέγη φτάνοντας στην άκρη της, απ'το πίσω μέρος της ταβέρνας με την Μόργκαν κατά πόδας. Δεν μας έμενε άλλος τρόπος, έπρεπε να πηδήξουμε. Το θέμα ήταν πως το μόνο που υπήρχε από κάτω μας ήταν ένα άλογο. Έπρεπε να χρησιμοποιήσω μαγεία, δεν γινόταν αλλιώς.
       "Τι περιμένεις; Το άλογο είναι ακριβώς από κάτω μας, πήδα επιτέλους!"έσκουξε η Μόργκαν και τότε γύρισα προς το μέρος της παρατηρώντας την καλύτερα. Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα, η ματιά μου ήταν καρφωμένη στην αλυσίδα που κοσμούσε τον λαιμό της. Ένα χρυσό δαχτυλίδι με το οικόσημο ενός ασημένιου δράκου δίπλα του. Τα λόγια μου ξεχύθηκαν απ'το στόμα μου χωρίς να το καταλάβω.
       "Ποιανού είναι αυτή η αλυσίδα Μόργκαν; Ποιος σου την έδωσε;"την ρώτησα περίεργος αλλά κι ανυπόμονος την ίδια ώρα. Εκείνη μου 'χάρισε' ένα ακόμα ύποπτο βλέμμα. Το προσπέρασα, δεν με ένοιαζε, έπρεπε, ήθελα να μάθω. "Ποιος σε έμαθε να μονομαχείς τόσο καλά;"συνέχισα με πείσμα εγώ.
       "Φαίνεται , 'μεγάλε' και τρανέ μάγε της γενιάς σου, πως κάτι τέτοιο δεν είναι της παρούσης. Γι αυτό καλύτερα βιάσου."μούγκρισε εκείνη κάνοντας μου μια χαρακτηριστική γκριμάτσα και τραβώντας με απ'τον γιακά με πέταξε στον αέρα, όπως ακριβώς είχε κάνει ο φίλος μου στην ταβέρνα πριν από 5 χρόνια περίπου, και προσγειώθηκα πάνω στην σέλα του αλόγου.
       Ένα λεπτό αργότερα η Μόργκαν έπεφτε ακριβώς από πίσω μου - αφήνοντας μια χαρούμενη κραυγή~'ουρλιαχτό' - φαινόταν να το απολαμβάνει,  και κρατιόταν γερά από μένα. Χτύπησα με δύναμη τα γκέμια κι το άτι κάλπασε με τροχασμό. Αυτή τη φορά έπρεπε να φτάσουμε στο παλάτι ακόμα κι αν τραβούσαμε την προσοχή των φρουρών, δεν θα μας εμπόδιζαν. Έπρεπε να φτάσουμε στην Στρογγυλή Τράπεζα, ο κόσμος να χαλούσε!




    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Πεμ Ιουλ 03, 2014 12:25 am, 6 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Πεμ Σεπ 05, 2013 12:24 am

    Camelot~The Lower Town, 7 June 496 A.D, Morgan's Pov {6th scene}


       
       Σταματώντας απότομα το άλογο ο Μέρλιν - ή αλλιώς η προηγούμενη ζωή του Μάγκνους Τέιλορ - κατάλαβα πως εκείνη τη στιγμή έπρεπε να κατέβω απ'την σέλα. Όμως δεν μπορούσα, τέντωσα τα ρουθούνια μου προσπαθώντας να πιάσω την οσμή στον αέρα, κλείνοντας τα μάτια μου κι απολαμβάνοντας την μυρωδιά του φαγητού απ'όπου κι αν ερχόταν. Άφησα ένα παραπονιάρικο λυγμό καθώς ο Μέρλιν μου έτεινε το χέρι του για να κατέβω, αφού έβλεπε πως εγώ ήμουν στον 'κόσμο' μου. 
      "Τι συμβαίνει;"με ρώτησε καθώς έπιανε στη συνέχεια τα γκέμια του αλόγου. 
      "Φαγητό, αυτό συμβαίνει!"γκρίνιαξα. "Είμαι θεονήστικη απ'το πρωί, πρέπει να βάλω κάτι στο στόμα μου, δεν αντέχω άλλο. Κι αυτό το ταξίδι, έπρεπε να τύχει τώρα στα ξαφνικά;!"πρόσθεσα απηυδισμένη φέρνοντας τα χέρια στη μέση, προκαλώντας το γέλιο του πανίσχυρου δρυίδη - όπως με είχαν μάθει οι μύθοι της ιστορίας - κοιτώντας προς το μέρος του και κατσουφιάζοντας. "Που είναι το αστείο;"έσκουξα. 
      "Τίποτα. Απλώς μου θυμίζεις πολύ έναν φίλο μου, έχω την αίσθηση πως το πνεύμα του είναι εδώ γύρω, σαν να μην έφυγε ποτέ."μου εξήγησε εκείνος ενώ χαμογελούσε. Μου έδωσε την εντύπωση πως το είχε μεγάλη ανάγκη. Αμέσως ανέλαβα δράση, ήθελα να μάθω όσον το δυνατόν περισσότερα. 
       "Αυτός ο φίλος σου ήταν ιππότης;"ρώτησα δισταχτικά διαλέγοντας προσεχτικά τα λόγια μου, καθώς τα δάχτυλά μου έπαιζαν με την αλυσίδα στο λαιμό μου. 
       "Ναι."μου απάντησε εκείνος. 
        "Κι εγώ, δηλαδή, οι αδελφές μου κι εγώ πρέπει να τον φέρουμε πίσω;"
        "Ο βασιλιάς Αρθούρος, ο Λάνσελοτ, ο Γκάγουείν κι ο Έλυαν. Ναι Μόργκαν, χρειάζονται την βοήθεια σας. Πρέπει να τους φέρετε πίσω, μόνο έτσι ο Αρθούρος θα συνεχίσει το έργο του όσον αφορά την ένωση των 7 βασιλείων και την ειρήνη που πρέπει να επικρατήσει στη χώρα της Αλβιόνας. Πρέπει να είναι κοντά στο γιο του επίσης, ακόμα και χωρίς την καθοδήγηση της βασίλισσας, της γυναίκας του. Το παιδί έχει χάσει ήδη ένα γονιό, είναι κρίμα να χάσει και τον άλλον. Αν υπάρχει έστω κι ένας τρόπος να γυρίσει ο βασιλιάς πίσω, αυτός είναι ο μαγικός και κανένας άλλος."
        "Τι εννοείς χωρίς την γυναίκα του;"ρώτησα με τρεμάμενη φωνή έχοντας σταυρώσει τα χέρια μου και παίζοντας ακόμα νευρικά με την αλυσίδα μου. Ο συλλογισμός μου όμως την ίδια ώρα έτρεχε και σε ένα όνομα που είχε αναφέρει ο νεαρός μάγος. 'Γκάγουέιν...' θα συναντούσα τελικά τον ιππότη των ονείρων μου από κοντά; 'Μόνο αν κατάφερνα να τον σώσω.'συμπλήρωσα την σκέψη μου. 
        "Η βασίλισσα Γκουίνεβιρ είναι νεκρή."έφερε τα χέρια μου στο στόμα μου αφήνοντας έναν ακόμα λυγμό στο άκουσμα αυτών των λόγων. "Λίγο μετά τον άδικο χαμό του Αρθούρου, κι ενώ εκείνη είχε μείνει έγκυος, αποσύρθηκε σε ένα μοναστήρι για να γεννήσει τον διάδοχο του θρόνου κι δυο μέρες αργότερα... απεβίωσε."
       "Λυπάμαι πολύ..."ψέλλισα χαμηλώνοντας το βλέμμα στο έδαφος, μην έχοντας κάτι άλλο να πω. "Φαντάζομαι ποιος μπορεί να ευθύνεται για όλες αυτές τις συμφορές που έχουν βρει το βασίλειο."μίλησα λίγες στιγμές αργότερα. 
       "Αν σε έχει διδάξει σωστά η ιστορία βρίσκεις εύκολα την απάντηση."μουρμούρισε ο Μέρλιν καθιστώντας μου ξεκάθαρο πως δεν του άρεσε να μιλά γι'αυτό το θέμα. 
       "Μόντρεντ..."ψιθύρισα χαμηλόφωνα, σηκώνοντας το βλέμμα μου προς το μέρος του.
       "Με λίγη καλή βοήθεια βέβαια."με διέκοψε εκείνος. 
        "Μοργκάνα..."ο Μέρλιν ανασήκωσε τους ώμους προς απάντησιν. Προς στιγμήν μπερδεύτηκα, έφερα τη σκηνή απ'την ταβέρνα στο νου μου. "Νωρίτερα εκεί μέσα..;" άπλωσα τα χέρια προς την κατεύθυνση της πόλης, έξω απ'την πύλη της αυλής του παλατιού, εκεί που πιθανόν να βρισκόταν η ταβέρνα. 
        "Ναι, κοίταξε να δεις πρόκειται περί διαβολικής συμπτώσεως."προσπάθησε να μου εξηγήσει ο Μέρλιν με ύφος απολογητικό. Δεν χρειαζόταν να ακούσω τίποτα περισσότερο, καταλάβαινα πολύ καλά. 
        "Θες να πεις ότι ήμουν τόσο σκύλα, οχιά στην προηγούμενη ζωή μου;"
        "Λυπάμαι πολύ Μόργκαν."ήταν η σειρά του δρυίδη να χαμηλώσει το βλέμμα του. Θέλησα να αλλάξω προς στιγμήν θέμα και να το πάω αλλού. 
        "Μέρλιν; Πιστεύεις στην μετενσάρκωση, επόμενη ζωή;"τον ρώτησα παίρνοντας ένα ύφος σαρκαστικό, μαζί με ένα αχνό χαμόγελο. 
        "Εννοείς δηλαδή να γεννηθείς με άλλη σάρκα; Γιατί με ρωτάς κάτι τέτοιο αφού έχω το ζωντανό παράδειγμα μπροστά μου, την σωσία της Μοργκάνα λε Φέυ, της πιο μοχθηρής αρχιέρειας που έζησε ποτέ κι η κακία της μας κατατρόπωσε όλους."μου αποκρίθηκε εκείνος με ανάλογο ειρωνικό ύφος. Δεν πτοήθηκα, αντιθέτως συνέχισα με περισσότερο πείσμα. 
       "Τότε μετά λύπης μου πρέπει να σε ενημερώσω πως εσύ στο μέλλον αποτελείς την μεγαλύτερη Πηγή όλου του Κακού."είπα κι ο αθώος νεαρός δρυίδης έμεινε να με κοιτά εκστασιασμένος με το στόμα ορθάνοιχτο. "Κλείσ'το , θα μπει καμιά μύγα."τον πείραξα και συμπλήρωσα. "Στην αρχή ήσουν ένας δαίμονας όπως και τόσοι άλλοι, ένας ανάμεσα στους πολλούς που οι 'μαγευτικές' ή αλλιώς πανίσχυρες μάγισσες όλων των εποχών έπρεπε να εξολοθρεύσουν. Σε είχε μηνύσει η Τριάδα του Κάτω Κόσμου να μας σκοτώσεις, αλλά δεν τα κατάφερες, ερωτεύτηκες, έκανες την ζωή 'πατίνι' της αδελφής μου πείθοντας την να σε ακολουθήσει στην κόλαση, έχοντας γίνει ο ίδιος η 'Πηγή' σκοτώνοντας την προηγούμενη και χάνοντας στο τέλος την ζωή σου. Ορίστε, τι κατάλαβες τώρα; Ακόμα και τώρα που μιλάμε στο μέλλον, αν και νεκρός, το πνεύμα σου περιφέρεται ανάμεσα σε δυο διαστάσεις δίχως να μπορεί να βρει γαλήνη."
       "Εγώ, εγώ... στο μέλλον... η αδελφή σου..."φαινόταν να τον είχα αποστομώσει για τα καλά. Τραύλιζε όλη την ώρα και αδυνατούσε να αρθρώσει μια λέξη της προκοπής, τον χτύπησα χαϊδευτικά στον ώμο. 
        "Φίλε μου κανείς δεν είναι τέλειος. Μπορεί εγώ εδώ να σας κατέστρεψα ολοσχερώς και δεν ξέρεις πόσο λυπάμαι γι'αυτό, αλλά κι εσύ στο μέλλον μας έβγαλες το λάδι."
        "Στ'αλήθεια γίνονται όλα αυτά στο μέλλον;"με ρώτησε στο τέλος με το ίχνος της αμφιβολίας να διακρίνεται στα χαρακτηριστικά του προσώπου του. 
        "Γιατί δεν ρωτάς καλύτερα εμένα;!"γυρίσαμε κι οι δυο άξαφνα τα κεφάλια μας  προς τη μεριά όπου προήλθε ο ήχος της φωνής της Ελένα. Η αδελφή μου ήταν σίγουρα αλλά λόγω του βαθύ πράσινου μανδύα που φορούσε δεν μπορούσα να διακρίνω το πρόσωπο της. Δίπλα της στεκόταν άναυδος ένας γέρος, του οποίου η έκφραση δεν διέφερε διόλου από εκείνη του Μέρλιν όταν του ανακοίνωσα πως στο μέλλον αντιπροσώπευε το μεγαλύτερο 'Κακό' όλων. Η Ελένα μας πλησίασε σηκώνοντας την κουκούλα της, αφήνοντας ελεύθερες τις κατακόκκινες μπούκλες των μαλλιών της, κι αποκαλύπτοντας το σκληρό βλέμμα που είχε πάρει. Έριξε μια περιφρονητική ματιά προς το Μέρλιν και στη συνέχεια με έσφιξε στην αγκαλιά της. "Εξάλλου εγώ ήμουν εκείνη που υπέφερε εξαιτίας σου για τουλάχιστον τρία χρόνια."γρύλισε καθώς με κρατούσε σφιχτά κι ένιωσα την βαθιά ανάσα που άφηνε μετά δυσκολίας. 
        "Δεν μπορεί να ήμουν τόσο κακός όσο η Μοργκάνα."αντέτεινε με θάρρος ο Μέρλιν υπερασπιζόμενος τον εαυτό του.
        "Αυτό άσε με να το κρίνω εγώ 'πανίσχυρε' δρυίδη."του 'πέταξε' ειρωνικά η Ελένα ελευθερώνοντας με απ'την ασφυκτική αγκαλιά της. Θέλησα να ελαφρύνω την ατμόσφαιρα. Άπλωσα το χέρι μου προς τον γέρο. 
        "Γεια σας, τι κάνετε; Μόργκαν Χέιστινγκς, χάρηκα!"του συστήθηκα χαμογελώντας.
        "Κι εγώ παιδί μου. Να με λες Γάιο, είμαι ο μέντορας του Μέρλιν."κατάφερε να μιλήσει ύστερα από λίγες στιγμές ο γέρος ανταποδίδοντας τον χαιρετισμό. Στράφηκε προς τον νεαρό μάγο. "Που ήσουν τόση ώρα; Τι συνέβη στη ταβέρνα;"φαινόταν σαν να τον κατσάδιαζε. 
        "Τα γνωστά. Μπορείς να φανταστείς..."μούγκρισε εκείνος ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά προς το μέρος του κι στη συνέχεια το βλέμμα του καρφώθηκε και πάλι στην Ελένα καθώς εκείνη του το ανταπέδιδε στο έπακρο. Η ατμόσφαιρα είχε γίνει πολύ ηλεκτρισμένη ξαφνικά αναμέσα τους. Αναρωτιόμουν γιατί κοιτούσαν ο ένας τον άλλον με τόσο μίσος, καλά η Ελένα αλλά ο Μέρλιν τι λόγο είχε; Μάλλον είχα χάσει επεισόδια. "Θα υπήρχαν σίγουρα και οι καλές στιγμές, πρέπει να σ'αγάπησα αληθινά για να μην βρήκα το κουράγιο να σε σκοτώσω! Σωστά;! Δεν μπορεί όλη την ώρα να σχεδίαζα τρόπους για να σε εξοντώσω."μίλησε ξανά απευθυνόμενος αυτή τη φορά στην αδελφή μου. 
        Η Ελένα φαινόταν εκτός ελέγχου, για μια στιγμή κάγχασε, τα μηνίγγια του προσώπου της πάλλονταν, πρόσεξα ότι τα δάχτυλά της είχαν βυθιστεί μέσα στη σάρκα της καθώς τα έσφιγγε με δύναμη. Άπλωσε τα χέρια της στον αέρα έτοιμη να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις της. Αμέσως έτρεξα και στάθηκα μπροστά απ'τον Μέρλιν φέρνοντας τα χέρια μου πάνω του, πιάνοντας τον απότομα. Δεν ήξερα πως θα αντιδρούσε ο νεαρός μάγος κι αν θα 'πάγωνε' αλλά εάν η Ελένα άθελα της τον ανατίναζε τότε σίγουρα την επομένη ή που θα μας οδηγούσαν στην κρεμάλα ή που θα μας έκαιγαν όπως έκαναν παλαιότερα με τις μάγισσες, σε αυτές τις περιπτώσεις. 
        "Και βέβαια υπήρχαν!"είπα γρήγορα κοιτώντας μία την Ελένα μία τον Μέρλιν, θέλοντας να καθησυχάσω και τους δυο και να κατευνάσω την ένταση που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους. "Για την ακρίβεια μετά τον θάνατο του αγαπημένου μου Γκάβιν και για ένα διάστημα ήσουν ο μοναδικός φίλος που είχα... Μέρλιν..."του εξομολογήθηκα κι ήταν αλήθεια. Ο Μάγκνους εκείνη την περίοδο και πριν τον κυριεύσει το πνεύμα της Πηγής μου είχε σταθεί καλύτερα κι από αδελφός, βοηθώντας με να ξεπεράσω τον χαμό του παιδικού μου έρωτα. Όχι όμως και να συνεχίσω την ζωή μου. 
        Τα χέρια μου δεν είχαν αφήσει εκείνα του Μέρλιν και τότε ήταν που άρχισα να ζαλίζομαι, αισθανόμουν να χάνω την γη κάτω απ'τα πόδια μου κι ένα ανατριχιαστικό ρίγος να πλημμυρίζει την ραχοκοκκαλιά μου, όλο μου το κορμί. Κρύος ιδρώτας άρχισε να πέφτει απ'το πρόσωπο μου. Ένιωσα το δυνατό κράτημα της αδελφής μου απ'την μια μεριά και του Μέρλιν απ'την άλλη που με βαστούσαν. 
        "Ελένα..."ψέλισσα τρομαγμένη. Κι άλλες φορές έβλεπα κάτι απ'το παρελθόν ή απ'το μέλλον, οραματιζόμουν κάτι αλλά αυτή τη φορά ότι κι να έβλεπα είχα την αίσθηση ότι θα μου προκαλούσε μια βαθιά λύπη, θλίψη... Κι εκτός απ'αυτό φοβόμουν, φοβόμουν τόσο πολύ. "Ελένα..."επανέλαβα τρομοκρατημένη. 
       "Εδώ είμαι. Ηρέμησε Mόργκαν και πες μας τι βλέπεις; Είναι κάτι απ'το μέλλον;"με ρώτησε υπομονετικά εκείνη. 
        "Προβλέπει τα μελλούμενα; Κατέχει τις δυνάμεις της αρχιέρειας;"από μακριά πολύ μακριά ερχόταν η φωνή του Μέρλιν, σε λίγο δεν θα ήμουν σε θέση να ακούσω τι έλεγαν. Ταξίδευα, αλλά όχι μπροστά, πίσω, λίγο πιο πίσω...
       "Καλύτερα να την πάμε στο θεραπευτήριο."μίλησε ο Γάιος.
        "Όχι αφήστε την πρώτα να δει το όραμα κι ύστερα αν δεν νιώθει καλά."τον συμβούλευσε η Ελένα κι ήταν η τελευταία φράση που αναγνώρισα από εκείνη. 



       
      Το οπτικό μου πεδίο είχε αλλάξει. Ένιωθα όπως πάντα να βρίσκομαι σε δυο μέρη ταυτόχρονα. Το ένα ήταν η κεντρική πύλη του παλατιού, όπου με υποβάσταζαν η Ελένα κι ο Μέρλιν καθώς βρισκόμουν υπό την επήρεια του οράματος. Το δεύτερο μέρος ήταν κάπου βαθιά μέσα στο δάσος, ήταν κατασκότεινα - προφανώς κι ήταν νύχτα - αναγνώριζα τον ήχο που έκαναν τα κοράκια κι οι κουκουβάγιες. Προσπάθησα να επιταχύνω το βήμα μου, τα χόρτα όμως, τα βρύα και γενικότερα η όλη θαμνώδη κατάσταση με εμπόδιζε. Αλλά δεν το έβαλα κάτω, θα έκανα τα πάντα να φτάσω μέχρι το σημείο απ'όπου προερχόταν το φως. 
       Πλησιάζοντας όλο και πιο κοντά ξεχώρισα δυο φιγούρες που καθόντουσαν μπροστά στη φωτιά που είχαν ανάψει. Ήταν κι οι δυο άντρες, ο ένας είχε απλώσει τα χέρια του για να ζεσταθεί κι ο άλλος πετούσε ξύλα. Αμέσως αναγνώρισα τον νεαρό μάγο. "Μέρλιν!"ξεφώνισα μες την καλή χαρά , σίγουρη πως δεν θα με πρόσεχε εφόσον βρισκόμουν μέσα σε ένα όραμα που είχε προηγηθεί στο παρελθόν. Έκανα να αναγνωρίσω και τον άλλον αλλά θεώρησα πως πιθανόν δεν θα τον ήξερα γι'αυτό και γονάτισα προς το μέρος τους. Τουλάχιστον να άκουγα τι θα έλεγαν. Κάτι στον τρόπο που φερόταν ο άλλος νεαρός που καθόταν δίπλα στον Μέρλιν, κάτι γνωστό, οικείο στις κινήσεις του με έκανε να συρθώ περισσότερο προς το μέρος του για να διακρίνω το πρόσωπό του ανάμεσα απ'τις φλόγες. Ένιωσα να χάνω τον κόσμο γύρω μου, τα καστανά του μαλλιά  ήταν λίγο πιο μακριά απ'το κανονικό και τα γένια του επίσης αλλά θα αναγνώριζα αυτό το βλέμμα, αυτό το πρόσωπο οπουδήποτε... "Γκάβιν..."ψιθύρισα μην μπορώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. 
       Τα ξαφνικά γρυλίσματα και ουρλιαχτά που προήλθαν από πολύ μακριά με έκαναν να τιναχτώ όρθια μπροστά του, πιάνοντας το στομάχι μου που είχε γίνει κόμπος και καταβάλλοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες να συνέλθω απ'το σοκ που είχα υποστεί. Κοίταξα πέρα στο βαθύ σκοτάδι, υπέθεσα πως αυτός ο ήχος ανήκε σε κάποιο μυθικό τέρας της εποχής, εάν όντως υπήρχαν κάτι τέτοια. 
       "Τι ήταν αυτό;"ακούστηκε ανήσυχη η φωνή του Μέρλιν μέσα στο σκοτάδι, σπάζοντας την σιωπή που υπήρχε ανάμεσα τους. 
       "Φασιανός."νόμιζα πως δεν θα άκουγα ποτέ ξανά αυτή τη γλυκιά φωνή κι όμως την στιγμή που άνοιξε το στόμα του και μίλησε, έκλεισα τα μάτια μου κι αφέθηκα ευτυχισμένη στον ήχο της. Ο Μέρλιν έγειρε τρομαγμένος προς τον σύντροφο του.
       "Φασιανός;"πρόφερε την λέξη με αβεβαιότητα ο νεαρός μάγος. 
       "Και μάλιστα τεράστιος."είδα την προηγούμενη ζωή του Γκάβιν να σέρνει απ'το χώμα το σπαθί και να το πέρνει στα χέρια του. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν τρελή, είχα προσέξει στο λαιμό του την αλυσίδα που φορούσε, ήταν ολόιδια με την δική μου. 'ΤΙ ΣΤΑ ΚΟΜΜΆΤΙΑ ΣΥΜΒΑΊΝΕΙ ΕΔΏ;'ούρλιαζα από μέσα μου. 
        Ο Μέρλιν έστρεψε το βλέμμα ξανά προς την μεριά απ'όπου είχε ακουστεί νωρίτερα το ουρλιαχτό. "Μπορείς να γυρίσεις πίσω εάν θέλεις."είπε. 
        Ο 'Γκάβιν' άφησε ένα κρυφό γελάκι και πρόσθεσε χαμογελώντας. "Δεν φοβάμαι τους φασιανούς."


     

     
       
       
       "Δεν ξέρω..."ο νεαρός μάγος φαινόταν προβληματισμένος. "Γιατί θες να το κάνεις αυτό;"τον ρώτησε στη συνέχεια. 
        "Για τον ίδιο λόγο που το κάνεις κι εσύ. Για να βοηθήσω ένα φίλο."τα πόδια μου δεν με βαστούσαν, γιατί μιλούσε έτσι; Γονάτησα ξανά κοντά του, ήθελα να τον ακούω καλύτερα. 
        "Ο Αρθούρος είναι τυχερός που μας έχει."μίλησε με καμάρι ο Μέρλιν. Υπέθεσα απ'τα λεγόμενα του ότι αυτή τη στιγμή ο νεαρός μάγος συνομιλούσε με έναν ιππότη, αν κι η ενδυμασία του δεν μαρτυρούσε κάτι τέτοιο. Ποιος ήταν όμως; Θα έσκαγα αν δεν μάθαινα. Πολύ περισσότερο γιατί είχε τη μορφή του παιδικού μου έρωτα, αποτελούσε την προηγούμενη ζωή του.
        "Όχι ο Αρθούρος..."πρόφερε εκείνος και κοίταξε με νόημα τον Μέρλιν κάνοντας τον να καταλάβει πως εννοούσε τον νεαρό δρυίδη. Αυτό το βλέμμα το ήξερα απέξω κι ανακατωτά, καταλάβαινα πάντα τι ήθελε να πει απ'τις εκφράσεις του στο μέλλον. Δεν μου ήταν δύσκολο να το 'αποκρυπτογραφήσω'  στο μακρινό παρελθόν. 
        "Θα έκανα το ίδιο για σένα."του αποκρίθηκε ο Μέρλιν.
        "Το ελπίζω, είσαι ο μοναδικός φίλος που έχω."αμέσως κατάλαβα, η ίδια φράση, η ίδια φράση που είχα χρησιμοποιήσει στον Μέρλιν, την είχε πει κι τούτος εδώ ο 'ιππότης' που είχε την μορφή του Γκάβιν. Ποιος ήταν όμως , πως τον έλεγαν;!
        "Δεν εκπλήσσομαι."είπε ο νεαρός μάγος χαμογελώντας αχνά. 
        Ο 'Γκάβιν' μιμήθηκε το γέλιο του και πριν προλάβω να απλώσω το χέρι μου και να τον αγγίξω , το ίδιο ουρλιαχτό που είχε ακουστεί προολίγου έκανε ξανά αισθητή την παρουσία του, αυτή τη φορά πιο δυνατό από πριν. 
       "Αυτό ακούγεται σαν να είναι τρεις φασιανοί."υπολόγισε ο Μέρλιν ατάραχος τώρα.
       "Τουλάχιστον."τόνισε ο 'Γκάβιν' βυθίζοντας το σπαθί του στο έδαφος. 
       Ξαφνικά τα πάντα γύρω μου σκοτείνιασαν.
     

       
       Την επόμενη στιγμή ανοιγόκλεινα τα μάτια μου που τα αισθανόμουν βαριά, συνερχόμουν σιγά σιγά αλλά ένιωθα να χάνομαι ως συνήθως όπως συμβαίνει μετά από ένα ισχυρό όραμα, ακόμα κι αν αυτό ανήκει στο παρελθόν. 
        "Μόργκαν;! Μόργκαν;! Γλυκιά μου είσαι καλά;!"η φωνή της αδελφής μου, μπορούσα να την ακούσω καθαρά. Η Ελένα ήταν κοντά μου. 
        "Δεν μπορεί να σταθεί όρθια, είναι έτοιμη να λιποθυμήσει. Γάιε μπορώ να την κουβαλήσω εγώ μέχρι το θεραπευτήριο."η νεαρή φωνή που ακούστηκε δεν μου ήταν γνωστή, φαίνεται πως καθ'όλη την διάρκεια του οράματος κάποιος μας είχε βρει κι είχε έρθει προς το μέρος μας. 
        "Αυτό θα ήταν μια καλή ιδέα Πέρσιβαλ."μίλησε ο Γάιος. 'Πέρσιβαλ; Αυτός σίγουρα ήταν ιππότης, δεν ήταν όμως η φωνή εκείνου που είχα δει κι είχα ακούσει στο όραμα μου.' Πιάστηκα γερά απ'το ρούχο του Μέρλιν, σφίγγοντας το μέσα στην παλάμη μου και ψιθύρισα λαχανιασμένη - λες κι είχα τρέξει έναν ολόκληρο μαραθώνιο - με όσες δυνάμεις μου είχαν απομείνει. Έγειρα το πρόσωπό μου προς εκείνον για να δει ότι του μιλούσα. 


       
       
       "Σου είχε... σου είχε πει πως ήσουν ο μοναδικός φίλος που είχε..."έσκουξα ανάμεσα στους λυγμούς και τα αναφιλητά μου. Ήταν ολοφάνερο πως δεν μπορούσα να συγκρατήσω άλλο τα δάκρυα μου, ξέσπασα σε κλάματα. "Ότι το έκανε μόνο για σένα Μέρλιν! Ποιος ήταν; Πες μου σε παρακαλώ ποιος ήταν;!"
        "Ο Γκάγουέιν Μόργκαν. Είδες στο όραμα σου τον Γκάγουέιν."μου απάντησε ο Μέρλιν ήρεμα και τότε το χέρι μου έπεσε απ'το μανίκι του κι έμεινε να αιωρείται στον αέρα λίγο πριν αγγίξει το έδαφος και νιώσω δυο δυνατά, στιβαρά χέρια να με παίρνουν αγκαλιά. 
        "Γκάβιν... Γκάγουέιν... "ψιθύρισα αδύναμα για ακόμα μια φορά λίγο πριν χάσω τελείως τις αισθήσεις μου κι αφήσω τα δάκρυα μου ελεύθερα να χυθούν στα μάγουλά μου και πλημμυρίσουν τα μάτια μου. 



    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:33 pm, 5 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Σαβ Σεπ 07, 2013 1:43 am

    Camelot~Citadel{Upper Corridor}/Morgana's Chambers, 7 June 496 A.D, Anna's Pov {7th scene}



       
       Ήμουν τρομοκρατημένη. Απ'την πρώτη στιγμή που βρέθηκα σε εκείνο το κελί, - κάποιοι το φώναζαν μπουντρούμι, - αισθάνθηκα αβοήθητη, παρόλο που είχα τις μαγικές μου δυνάμεις με τις οποίες 'μεταφέρθηκα' αμέσως έξω απ'αυτό κι άρχισα να αναζητώ πανικόβλητη τις αδελφές κι την ξαδέλφη μου. Συνειδητοποίησα αμέσως πως για άλλη μια φορά είχαμε 'ταξιδέψει' πίσω στο χρόνο, ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου αστραπιαία. Άρχισα να τρέχω προς άγνωστη κατεύθυνση περνώντας μέσα από δωμάτια, πόρτες, ανάμεσα από διαδρόμους ενός μεγαλόπρεπου κτηρίου ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Είχα λαχανιάσει, καμπάνες χτυπούσαν κι ένα παράξενο βουητό ερχόταν από κάθε γωνιά του χώρου απ'όπου είχα περάσει. Γρήγορα διαπίστωσα πως έκανα κύκλους και πως βρισκόμουν μέσα σε κάποιο φρούριο, τείχος, κάστρο, παλάτι, ... Ούτε κι εγώ ήξερα. Ένιωσα να τρελαίνομαι, δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Το μόνο που με ένοιαζε εκείνη την στιγμή ήταν να βρω την οικογένεια μου, γιατί δεν άντεχα μόνη. Δεν ήθελα να μείνω μόνη, φοβόμουν μονάχη μου. Από μικρό παιδί το είχα αυτό, δεν μπορούσα να διανοηθώ στη σκέψη, την πιθανότητα να έμενα ολομόναχη στον κόσμο χωρίς τα αγαπημένα μου πρόσωπα. Αν πάθαιναν κάτι εκείνες...
       Το βήμα μου έγινε ακόμα πιο ταχύ όταν από μακριά διέκρινα φρουρούς; στρατιώτες; να κινούνται απειλητικά προς το μέρος μου με τα σπαθιά τους ή τα δόρατα τους και οι περισσότεροι απ'αυτούς να φωνάζουν: "Πιάστε την!" ή "Μην την αφήσετε να σας ξεφύγει." Εκείνη την στιγμή η καρδιά μου ξεκίνησε να χτυπά τόσο γρήγορα που σίγουρα σε λίγο ήταν έτοιμη να ξεπηδήσει απ'το στήθος μου. Τι να έκανα; 'Τι μπορούσα να κάνω;!' αναρωτιόμουν φωναχτά από μέσα μου απελπισμένη. Έτρεχα μακριά τους, όσο πιο γρήγορα μπορούσα μα όσο κι αν προσπάθησα να τους ξεφύγω δεν τα κατάφερνα. Με είχαν περικυκλώσει. Ο μόνος τρόπος για να σωθώ ήταν η μαγεία μου αλλά δεν ήθελα να αποκαλυφθώ, ή πόσο μάλλον φοβόμουν να αποκαληφθώ. Ήμουν σίγουρη πως σε αυτήν την εποχή ή θα με κρεμούσαν ή που θα με έκαιγαν. Άρχισα να φωνάζω τα ονόματα των κοριτσιών, την Τζέιν, την Ελένα, την Μόργκαν δυνατά, πολύ δυνατά. Έκλεισα τα μάτια μου κι προσπάθησα να αυτοσυγκεντρωθώ, να τις αισθανθώ γύρω μου. 'Δεν μπορεί..' σκέφτηκα. Εφόσον βρισκόμουν εδώ κι εκείνες θα ήταν στο ίδιο μέρος μαζί μου. Τα γρυλίσματα και τα γιουχαρίσματα των στρατιωτών που βάδιζαν προς εμένα με τα ξίφη τους, απειλώντας με δεν είχαν τελειωμό αλλά δεν έδωσα σημασία. Συγκεντρώθηκα περισσότερο. Κάπου κάπου έπιασα να αναφέρεται το όνομα Μοργκόουζ αλλά το προσπέρασα. Είχα ακούσει αυτήν την ονομασία μέσα στο μυαλό μου πριν μας ρουφήξει το βιβλίο των Σκιών αλλά δεν ήθελα να εστιάσω εκεί εκείνη την στιγμή. Άλλο ήταν αυτό που με απασχολούσε. Έπρεπε να βρω τα κορίτσια.
       Μια φωνή ακούστηκε μέσα στο μυαλό μου, μαζί με μια φευγαλέα εικόνα που με προσπέρασε, κάτι σαν λάμψη. Αναγνώρισα αμέσως την φωνή, ήταν η Τζέιν. Μου έλεγε που βρισκόταν , ότι ήταν ασφαλής κι ότι έπρεπε να πάω σε εκείνη με τις δυνάμεις μου όσο πιο σύντομα γινόταν. Επίσης με συμβούλευε να παραμείνω ψύχραιμη και να μην πανικοβάλλομαι αλλά αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο για μένα. Ήταν στη φύση μου να ανησυχώ, να ταράζομαι με το οτιδήποτε, πόσο μάλλον τώρα.
       'Μεταφέρθηκα' αμέσως κοντά της αδιαφορώντας για τον συρφετό των φρουρών που είχαν μαζευτεί γύρω μου, 'περνώντας' με για εισβολέα κι επιθυμώντας προφανώς να με σκοτώσουν. Σε ελάχιστα δευτερόλεπτα βρέθηκα σε μια μεγάλη αίθουσα που αποτελούνταν από ένα θρόνο κι μια Στρογγυλή Τράπεζα στο κέντρο της. 'Δεν είναι δυνατόν.'μουρμούρισα από μέσα μου όντας ακόμα λαχανιασμένη και νιώθοντας την καρδιά μου έτοιμη να σπάσει. Ανέπνεα, έπαιρνα βαθιές ανάσες αλλά με δυσκολία. Αναζήτησα την παρουσία της ξαδέλφης μου , η οποία ύστερα από ένα λεπτό που είχα εμφανιστεί μπροστά της έπεσε με φόρα στην αγκαλιά μου.
       "Μην φοβάσαι."μου ψιθύρισε στο αυτί μου, καθησυχάζοντας με και σφίγγοντας με πάνω της λες κι ήμουν μωρό. Στην αρχή τα χέρια μου ήταν μετέωρα στον αέρα, αργότερα όμως ακόμα κι εγώ αναρωτιέμαι πως βρήκα το κουράγιο να την αγκαλιάσω.
       "Μοργκόουζ!"γρύλισε αμέσως ένας απ'τους παρεβρισκόμενους φρουρούς κι κινήθηκε προς το μέρος μας με άγριες διαθέσεις. Δεν έμοιαζε με εκείνους που με κυνηγούσαν στις φυλακές. Όχι, εκείνος φορούσε μια σιδερένια πανοπλία και κοσμούνταν από ένα πορφυρό χιτώνα με το σύμβολο ενός χρυσού δράκου πάνω του. Τράβηξε απότομα το σπαθί του. Ταυτόχρονα εγώ κρύφτηκα περισσότερο πίσω απ'το σώμα της ξαδέλφης μου.
       "Τόλμα να κάνεις ένα ακόμα βήμα προς το μέρος της κι ορκίζομαι πως θα το μετανιώσεις."μούγκρισε η Τζέιν με τέτοιον τρόπο που τρόμαξα να την γνωρίσω.
       "Λάιονελ!"φώναξε κάποιος και ξαφνικά πίσω απ'τον θρόνο είδα να εμφανίζεται άλλη μια αρσενική φιγούρα, λίγο πιο διαφορετική απ'την προηγούμενη. Εκείνος ήταν ντυμένος μεγαλόπρεπα λες και το ρούχο του προσέδιδε κύρος, εξουσία. Στραβοκατάπια. "Προσπάθησε να χαλιναγωγήσεις τα νεύρα σου επιτέλους! Κι εσύ κι ο Πέρσιβαλ! Δεν είναι εκείνες που νομίζουμε πως είναι. Μην ξεχνάς πως αυτές..."άπλωσε με ευγενικό τρόπο το χέρι προς εμάς. "...είναι εδώ για να βοηθήσουν κι όχι για να βλάψουν κάποιον." Ο φρουρός έριξε ένα διερευνητικό βλέμμα σε εμάς, λες κι μας επεξεργαζόταν κι στη συνέχεια κοίταξε με νόημα τον άλλον άντρα. Έβαλε ξανά το ξίφος στη θήκη του. "Και τώρα ειδοποίησε και τους υπόλοιπους σε παρακαλώ, κι πες στους στρατιώτες να μην ανησυχούν και να μην πουν τίποτα στους κατοίκους της πόλης για το τι είδαν να γίνεται στις φυλακές. Οποιοσδήποτε μιλήσει ή αναφερθεί σε αυτό θα τιμωρηθεί αυστηρά. Έγινα κατανοητός;"
      Ο στρατιώτης δεν μίλησε, κούνησε το κεφάλι του κι έκανε να αποσυρθεί. Πριν χαθεί τελείως απ'τα μάτια μας τον είδα να γέρνει ξανά το κεφάλι προς την μεριά μας, αλλά φαινόταν σαν να αδιαφορούσε τελείως για την παρουσία της Τζέιν. Ένιωθα την ματιά του καρφωμένη πάνω μου, πλημμυρισμένη από οργή κι μίσος, αθεράπευτο μίσος. 'Τι είχα κάνει;'αναρωτήθηκα από μέσα μου. Έφυγε κι οι πόρτες πίσω του έτριξαν καθώς έκλειναν. Ο άλλος άντρας μας πλησίασε κι τότε ένιωσα την Τζέιν να με ελευθερώνει απ'τα δεσμά της.
      "Μεγαλειότατε σας είμαι ευγνώμων για την παρέμβαση σας."την άκουσα να λέει. 'Μεγαλειότατε;' κοίταξα προς τη μεριά του νεαρού που πρέπει να βρισκόταν περίπου στην ηλικία μας. Η Τζέιν που πρόσεξε το περίεργο ύφος μου έσπευσε να κάνει τις απαραίτητες συστάσεις. "Από δω η ξαδέλφη μου, η Ανελίζ Χέιστινγκς αλλά εμείς την φωνάζουμε Άννα."


     
       
       "Χαίρομαι για την γνωριμία λαίδη Ανελίζ."μίλησε εκείνος παίρνοντας τον καρπό μου στο χέρι του και φιλώντας τον κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση. Τα μάτια μου γούρλωσαν και το στόμα μου άνοιξε τόσο πολύ που το σαγόνι μου κόντεψε να βρεθεί στο πάτωμα, συνέχισα να κοιτώ την ξαδέλφη μου με ύφος αποχαυνωμένο. "Λαίδη Τζένιφερ, ποτέ μου δεν γνώρισα από κοντά τις θυγατέρες του Γκορλουά, πόσο μάλλον την γυναίκα του Αρθούρου..."έριξε μια ματιά όλο νόημα στην Τζέιν. "... αλλά εάν εκείνες είχαν την ίδια μορφή με σας τότε λυπάμαι που η κακία τους, η μανία τους να αφανίσουν αυτόν τον κόσμο τις κυρίευσε και στο τέλος τις κατέστρεψε."συνέχισε να μιλά εστιάζοντας προς εμένα αυτή τη φορά. "Δεν κινδυνεύετε από μένα, ακόμα κι αν γνώριζα τις προηγούμενες ζωές σας όπως ο πιστός μου 'φίλος' , δεν θα σας έβλαπτα. Εξάλλου σας χρειαζόμαστε." Όλη αυτήν την ώρα κρατούσε το χέρι μου, κοίταξα τον καρπό μου κι εκείνος τον άφησε αμήχανα. "Με συγχωρείτε δεσποσύνη, είμαι ο άρχοντας Άγκραβέιν, βασιλιάς του Όρκνευ και της Νορβηγίας και προσωρινός κυβερνήτης του Κάμελοτ."
      "Χαίρω... χαίρω πολύ..."τραύλισα ύστερα από πολλή ώρα κι καταφέρνοντας να μιλήσω επιτέλους. Έγειρα προς την ξαδέλφη μου ανήσυχη όπως πάντα. "Τι συμβαίνει ; Μπορείς να μου εξηγήσεις; Τι γυρεύουμε εδώ;!"έπεσαν βροχή οι ερωτήσεις μου. Πριν προλάβει η Τζέιν να ανοίξει το στόμα της για να μου μιλήσει, άγγιξα με την παλάμη μου το μέτωπο μου κι έγειρα στο πλάι. Θα λιποθυμούσα σίγουρα αν δεν με υποβάσταζε εκείνη αλλά προς μεγάλη μου έκπληξη κι ο άρχοντας ... Άγκραβέιν;
      "Άννα είσαι καλά;"με ρώτησε η Τζέιν, η φωνή της παρέμενε σταθερή κι ήρεμη. Ωστόσο διέκρινα τον τρόμο στα μάτια της. "Μπορείς να σταθείς όρθια;"
      "Δεν είναι τίποτα... τίποτα..."ανάσανα βαθιά εγώ ενώ ένιωθα το κεφάλι μου έτοιμο να σπάσει. "Μια ζάλη μόνο..."
      "Ελάτε μαζί  μου."άκουσα την απαλή φωνή του Άγκραβέιν να ηχεί στα αυτιά μου καθώς με έκλεινε στην προστατευτική αγκαλιά του κι με έβαζε να καθίσω σε μια απ'τις θέσεις της Στρογγυλής Τραπέζης. Γονάτισε μπροστά μου, τα μάτια μου ανοιγόκλειναν απ'την κούραση πιθανόν αλλά ήμουν σε θέση να τον αντικρίσω. Ένιωσα την Τζέιν να μου πιάνει τα χέρια. "Θέλετε να ζητήσω να σας φέρουν κάτι; Χρειάζεστε τίποτα;"μίλησε ξανά εκείνος. Τον κοίταξα παραξενεμένη, η αλήθεια ήταν πως ήταν πανέμορφος. Κι αυτός μάλλον να ήταν ο λόγος που δυσκολευόμουν να αρθρώσω και την παραμικρή λέξη. Χαμήλωσα το βλέμμα κι κούνησα αρνητικά το κεφάλι. "Είστε σίγουρη;"επέμεινε.


     
     
      Έγνεψα καταφατικά χαρίζοντας του ένα αχνό χαμόγελο το οποίο και μου ανταπέδωσε. 'Να πάρει ευχή είναι υπέροχος!'μούγκρισα αλλά αμέσως στράφηκα προς την ξαδέλφη μου. "Που είναι η Ελένα; Η Μόργκαν; Που βρίσκονται;"ρώτησα αδύναμα.
      Εκείνη την στιγμή οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα και μέσα όρμησε εκνευρισμένη κι εκτός εαυτού η Ελένα. Έτρεξε προς το μέρος της Τζέιν κι αγκαλιάζοντας η μία την άλλη, εγώ εκείνη την στιγμή βρήκα την ευκαιρία να μιλήσω στο 'βασιλιά' ...του Όρκνευ;
       "Γιατί βρισκόμαστε εδώ; Ποια είναι η Μοργκόουζ; Και γιατί όλοι μας κοιτάζετε περίεργα;"τον ρώτησα γρήγορα και χωρίς περιστροφές πιάνοντας τον απ'τον αγκώνα, αδυνατώντας να τον κοιτάξω κατάματα όμως. Δεν ήξερα τίποτα για τον μύθο του Αρθούρου, τα πρόσωπα/άτομα που τον περιτριγύριζαν, κι αν είχα ακούσει κάτι στην παιδική μου ηλικία γρήγορα το είχα ξεχάσει, δεν το συγκράτησα ποτέ. Όμως τώρα έπρεπε να μάθω κι ο άρχοντας - όπως έλεγε- που είχα μπρος μου ήταν η μοναδική μου ευκαιρία. Δεν είχα σταματήσει στιγμή να τρέμω κι πρέπει να το ένιωσε κι εκείνος, γι αυτό κι έσφιξε τα χέρια μου μέσα στα δικά του.
       "Υποθέτω πως με κάποιον μαγικό τρόπο γυρίσατε πίσω στο χρόνο."είπε εκείνος.
       "Πολύ σωστά."αποκρίθηκα εγώ.
       "Το μέρος απ'το οποίο προέρχεστε θα το μάθουμε σε λίγο, αυτό που πρέπει να γνωρίζετε προς το παρόν είναι πως ήρθατε στο Κάμελοτ..."σταμάτησε απότομα να μιλάει γιατί εκείνη την στιγμή σήκωσα το βλέμμα μου στο δικό του και οι ματιές μας κλείδωσαν η μία την άλλη. Συνέχισε αλλά του ήταν δύσκολο. 'Γιατί άραγε;' συλλογίστηκα. "... Φτάσατε εδώ για έναν λόγο, για έναν και μοναδικό σκοπό. Πρέπει να μας βοηθήσετε να φέρουμε πίσω στη ζωή τον Αρθούρο και τους ιππότες του."
       "Τι;!"έσκουξα μην μπορώντας να πιστέψω ότι είχαν ακούσει τα αυτιά μου.
       "Η ξαδέλφη σου μου είπε πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον, παρ'όλα αυτά με διαβεβαίωσε πως θα μας βοηθήσετε και πως υπάρχει τρόπος να σωθεί ο βασιλιάς κι οι σύντροφοί του."
       Αμέσως κατάλαβα, θα επιστρέφαμε ξανά πίσω στο χρόνο για να τους σώσουμε. Δεν γινόταν να τους φέρουμε στη ζωή με νεκρανάσταση ή να επικαλεστούμε τα πνεύματα τους, τα αποτελέσματα αυτών των διαδικασιών ήταν θανατηφόρα, μοιραία, κυρίως επικίνδυνα. Δεν θα είχαμε καλή κατάληξη. Αναστέναξα βαθιά σμίγοντας τα φρύδια μου.
       "Λαίδη Άννα;"πρόφερε ξανά εκείνος - ανήσυχος; δεν ήξερα- με την απαλή, βελούδινη φωνή του. Του έκανα νόημα να σωπάει.
       "Ποια είναι η Μοργκόουζ;"τον ρώτησα θέλοντας να μάθω.
       "Δεν την γνώρισα, δεν την είχα δει ποτέ από κοντά αλλά μάλλον πρόκειται για την προηγούμενη ζωή σου."απάντησε εκείνος.
       "Τι έχει κάνει;"έφερα ανήσυχη το χέρι στο στομάχι μου, ανακατευόμουν.
       "Πολλά αλλά δεν είναι της παρούσης."με σήκωσε όρθια. "Είσαι ταραγμένη, δεν μπορείς να μείνεις εδώ."
       "Όχι , πρέπει να μάθω..."πήγα να αντισταθώ αλλά εκείνος με διέκοψε φέρνοντας τα ακροδάχτυλα του στα χείλη μου. Πάγωσα!
       "Θα φροντίσω να μάθεις όλα όσα πρέπει να γνωρίζεις. Αλλά αυτή τη στιγμή θα οδηγηθείς σε ένα απ'τα διαμερίσματα του παλατιού."κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια του κι ένιωσα να 'χάνομαι' μέσα σε μία καταγάλανη λίμνη. Ευχήθηκα μόνο να ασκούσα κι εγώ την ίδια επίδραση σε εκείνον. Γιατί όσο αποσβολωμένη ήμουν εγώ, άλλο τόσο ήταν κι εκείνος. "Δεν χρειάζεται να ανησυχείς για την οικογένεια σου Άννα, θα είστε... είσαι ασφαλής, στο υπόσχομαι."πρόσθεσε κρατώντας με γερά πάνω του για να μην πέσω. Ακόμα ένιωθα την ζαλάδα να μην έχει υποχωρήσει ούτε στιγμή.
       Πλησιάσαμε την Τζέιν και την Ελένα. Λίγο πιο πίσω τους στεκόταν ένας νεαρός με μια πιο πρόχειρη ενδυμασία. Η ξαδέλη μου κι η αδελφή μου τον κοιτούσαν με ύφος βλοσυρό ενώ εγώ για ακόμα μια φορά είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό.
       "Μά...Μάγκνους;!"ψέλλισα έντρομη.
       "Όχι γλυκιά μου,"μίλησε η Ελένα απότομα γυρνώντας προς την μεριά του νεαρού και ρίχνοντας του ένα θανατηφόρο βλέμμα. "Για καλή του τύχη δεν είναι αυτός."
       "Μέρλιν, στις υπηρεσίες σας."αυτοσυστήθηκε εκείνος ανταποδίδοντας κι κοιτώντας κι εκείνος απηυδισμένος την Ελένα. Δεν είχα χρόνο για τέτοια.
       "Που είναι η Μόργκαν;"ρώτησα ξανά.
       "Μπορώ να σε οδηγήσω σε εκείνη."προσφέρθηκε ο άντρας που τον έλεγαν Μέρλιν.
        Η Τζέιν τον κοίταξε προσεχτικά. "Δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας..."την καθησύχασε η Ελένα. "Μπορούμε να τον εμπιστευτούμε."στη συνέχεια στράφηκε προς εμένα. "Πώς νιώθεις;"
        "Χάλια"έσκουξα ξανά μην έχοντας το κουράγιο να ελευθερωθώ απ'τα δεσμά του Άγκραβέιν , για κάποιον λόγο ένιωθα μια παράξενη προστασία μέσα σε εκείνα τα δεσμά. "Τι έχει η Μόργκαν ; Που την έχουν; Γιατί δεν είναι μαζί σας;"τα όρια μου είχαν εξαντληθεί.
        Κανείς δεν μου μιλούσε, μονάχα ο Μέρλιν ήρθε κοντά μου και νιώθοντας τον Άγκραβέιν να με δίνει σε εκείνον άθελα του κι με βαριά καρδιά, τότε είπε: "Είναι καλά, απλά σε χρειάζεται κοντά της. Μπορώ να σε πάω σε εκείνη, εμπιστεύσου με."
        Έγειρα προς την μεριά του Άγκραβέιν. "Πρόσεχε την Μέρλιν."τον άκουσα να λέει, αυτή τη φορά με σκληρό τόνο, ήταν κάτι σαν διαταγή;
        "Έχετε τον λόγο μου άρχοντα μου."αποκρίθηκε εκείνος.
        Κοίταξα την αδελφή και την ξαδέλφη μου. "Εμείς θα μείνουμε για λίγο εδώ και μετά θα έρθουμε να σας βρούμε, μην ανησυχείς."είπε η Τζέιν απλώνοντας το χέρι της και χαϊδεύοντας με στο μάγουλο.
       Τους προσπεράσαμε κι αρχίσαμε να κινούμαστε προς την έξοδο. "Δρυίδη!"φώναξε απότομα η Ελένα κι ένιωσα τον Μέρλιν να γέρνει ελαφρά συγκρατώντας το βάρος μου την ίδια ώρα προκειμένου να σταθώ όρθια. "Μην τυχόν και πάθει τίποτα...σε σκότωσα!" ένα κρυφό γελάκι έκανε την εμφάνιση του στα χείλη μου. 'Εντάξει αυτό κι αν ήταν 'καθαρή' απειλή.' σκέφτηκα καθώς ο νεαρός μάγος δίπλα μου άφηνε ένα ελαφρύ μουγκρητό.


       
       
        "Όπως διατάξατε Λαίδη μου!"την ειρωνεύτηκε εκείνος με τρόπο προκλητικό κι στη συνέχεια γύρισε προς το μέρος μου ψιθυρίζοντας μέσα στ'αυτί μου. "Πάντα έτσι κάνει;"
       "Και χειρότερα."του αποκρίθηκα κουρασμένα. "Είναι η πιο πεισματάρα απ'όλες μας, πιο πολύ όμως από τότε που πήγες με τον Κάτω κόσμο κι έγινες η Πηγή."ο Μέρλιν με κοίταξε ξαφνιασμένος. Βιάστηκα να του εξηγήσω. "Θέλω να πω από τότε που η επόμενη ζωή σου έγινε σατανική και τελικά στο τέλος σε εξοντώσαμε."
        Οι πύλες της τεράστιας αίθουσας έκλεισαν με πάταγο πίσω μας την στιγμή που το αυτί μου έπιανε την τελευταία λέξη της Ελένα: "Ανόητε!" Κατά πάσα πιθανότητα αναφερόταν στον Μέρλιν, το δίχως άλλο, δεδομένου ότι είχε την μορφή του Μάγκνους υπέθεσα πως αυτό την τρέλαινε όλο και περισσότερο. Ο Μέρλιν πέρασε το χέρι μου γύρω απ'τον σβέρκο του κι εγώ στηρίχτηκα καλύτερα πάνω του.
        "Με αγαπούσε;"με ρώτησε κάποια στιγμή κι ενώ περπατούσαμε ανάμεσα στους διαδρόμους με τους αναμμένους πυρσούς δεξιά κι αριστερά μας. Έγειρα προς εκείνον κοιτώντας τον περίεργα. "Εννοώ στο μέλλον..."συμπλήρωσε εκείνος.
       "Μόνο;! Σε λάτρευε, δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς εσένα αλλά..."
       "Την πλήγωσα."με διέκοψε απότομα προλαβαίνοντας με και τότε κι εγώ σώπασα. Απ'το ύφος που είχε πάρει δεν χρειαζόταν να ειπωθεί κάτι άλλο. Και για να είμαστε ειλικρινείς κι εγώ δεν ήθελα να μιλήσω γι αυτό, η μόνη μου ανησυχία αυτή τη στιγμή ήταν η Μόργκαν.
       Ξαφνικά μείναμε ακίνητοι, ο Μέρλιν μου έκανε νόημα να μην βγάλω άχνα κι αφουγκραστήκαμε κι οι δυο τις φωνές που ερχόντουσαν απ'το βάθος του διαδρόμου.
       "Μιλάς σοβαρά Πέρσιβαλ; Την πρόσεξες καλά;"αναγνώρισα αμέσως την φωνή του στρατιώτη που πήγε να μου επιτεθεί πριν από λίγο.
       "Τι σου λέω τόση ώρα;! Έχει το ίδιο πρόσωπο, τα χείλη, την μύτη, όλα τα χαρακτηριστικά της είναι ίδια. Ακόμα και τα μαλλιά της είναι μαύρα σαν την πίσσα. Μόνο το χρώμα των ματιών της διαφέρει και το δέρμα της... "η φωνή εκείνου που μιλούσε σταμάτησε για μια στιγμή - σαν να σκεφτόταν - και συνέχισε γρήγορα. "Τέλος πάντων Λάιονελ δεν είναι η ίδια. Εξάλλου η συμπεριφορά της μου θύμισε κάπως..."
       "Τι σου θύμισε;"
       Πέρασαν κάμποσες στιγμές μέχρι ο Πέρσιβαλ να του απαντήσει. "Άστο. Ξέχνα το!"
       "Καλύτερα να βιαστούμε. Στον Άγκραβέιν δεν του αρέσει να περιμένει."μίλησε κάποιος άλλος.
       Γείραμε τα κεφάλια μας ξανά πίσω απ'τον τοίχο, αισθάνθηκα στη στιγμή το χέρι του Μέρλιν μπροστά μου. Το είχε απλώσει για να με προστατεύσει; Γιατί;! Τα βήματά τους μας πλησίαζαν.
       "Θαύμα!"ψιθύρισε ο νεαρός μάγος "Πως θα περάσουμε από μπροστά τους χωρίς να μας αντιληφθούν;! Θεέ μου, γιατί τώρα;!"αναστέναξε απελπισμένος κοπανώντας το μέτωπό του.
       "Ποιοι είναι αυτοί που έρχονται και γιατί είναι μπουλούκι; Έρχονται όλοι μαζί;" ρώτησα εγώ εντελώς φυσιολογικά χωρίς να χάνω την ψυχραιμία μου.
       "Οι ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης κι αν σε δουν σίγουρα θα τρελαθούν κι η επόμενη κίνησή τους θα είναι να σε σκοτώσουν. Δεν πρόκειται να ακούσουν τα παρακάλια μου. Έστω κι αν είμαι φίλος τους."
       Έφερα στο νου μου ξανά τη σκηνή μέσα στη μεγάλη αίθουσα, εκείνος ο στρατιώτης με είχε περάσει για την Μοργκόουζ κι σίγουρα θα με σκότωνε αν δεν έμπαινε μπροστά μου η Τζέιν. Εκτός κι αν χρησιμοποιούσα τις δικές μου δυνάμεις, λύση έσχατη την οποία ούτε που ήθελα να φανταστώ. Αυτή τη στιγμή όμως δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Έκλεισα τα μάτια μου, προσπάθησα να διαισθανθώ την Μόργκαν, που την είχαν;! Όταν τελικά την ανακάλυψα έπιασα αγκαζέ τον Μέρλιν και του είπα: "Κρατήσου από μένα γερά, μην με αφήσεις σε καμία περίπτωση!"
       "Τι κάνεις;!"με ρώτησε τρομαγμένος και μέσα σε δευτερόλεπτα είχαμε διακτινιστεί.
       Αμέσως μετά την τηλεμεταφορά μας, δεν έχασα λεπτό. Δεν είχα χρόνο για να επεξεργαστώ το δωμάτιο στο οποίο είχαμε βρεθεί. Έτρεξα γρήγορα προς το κρεβάτι με τον ουρανό και τις κουρτίνες δεξιά κι αριστερά του, τις τράβηξα και έκατσα στο προσκεφάλι της αδελφής μου παίρνοντας το χέρι της μέσα στο δικό μου. Έφερα την παλάμη μου στο μέτωπο της, ήταν ζεστή, είχε πυρετό, παραμιλούσε. Φωνές ακούγονταν από πίσω μου, αλλά εγώ δεν έδινα σημασία, η Μόργκαν βρισκόταν στη γνωστή κατάσταση που την έπιανε συνήθως. Έστρεψα το βλέμμα στο πρώτο παράθυρο του δωματίου που αντίκρισα κι έγειρα ξανά προς το μέρος της. 'Προβλέπεται μια μακριά νύχτα' συλλογίστηκα κι ευχήθηκα από μέσα μου, το πρωί όταν θα ξυπνούσε η αδελφή μου, να ήταν καλύτερα. Ακούμπησα το χέρι μου πάνω της, παρατήρησα πως την είχαν αλλάξει, φορούσε ένα λευκό νυχτικό και τα μαλλιά της απλώνονταν λυτά πάνω στα μαξιλάρια.
       "Λάνσελοτ..."την άκουσα να μουρμουρίζει ξαφνικά και τρόμαξα.
       "Ορίστε! Σου είπα Γάιε πως είναι πανίσχυρες."ακούστηκε η φωνή του Μέρλιν αλλά εγώ πάλι δεν αποκρίθηκα.
       "Πάψε νεαρέ επιτέλους!"τον μάλωσε ο άλλος και τότε γύρισα διστακτικά προς την μεριά τους, με δάκρυα στα μάτια. Δεν άντεχα να βλέπω την Μόργκαν σε αυτή τη κατάσταση, δεν την είχα συνηθίσει κι ούτε προτίθεμαι ποτέ να το κάνω. "Ηρέμησε παιδί μου, πες μου το όνομα σου."ο γέρος έκατσε δίπλα μου κι μου απήυθυνε το λόγο ευγενικά. "Σου ορκίζομαι δεν πρόκειται να πάθεις κακό από μένα."
       Είδα τον Μέρλιν που έκοβε γύρους μέσα στο δωμάτιο. Στο τέλος ήρθε και στάθηκε στην άκρη του κρεβατιού ρίχνοντας μου μια καθησυχαστική ματιά. "Λέει την αλήθεια, μπορείς να τον εμπιστευτείς όπως και μένα."είπε και τότε έγειρα ξανά προς τον γέρο.
       "Με λένε Άννα κι όχι Μοργκόουζ, Άννα Χέιστιγκς."ψέλλισα ανάμεσα στα αναφιλητά μου.
       "Χάρηκα για την γνωριμία παιδί μου.  Ονομάζομαι Γάιος, είμαι ο δάσκαλος του Μέρλιν."μου συστήθηκε καθώς εγώ τον κοιτούσα αλλά δεν είχα όρεξη να επεξεργαστώ ότι μου έλεγε. Η ματιά μου ήταν καρφωμένη στην Μόργκαν. Ο Γάιος πρέπει να κατάλαβε την ανησυχία μου και τότε είπε:"Την εξέτασα, δεν έχει τίποτα μόνο που..."
       "Βλέπει μια σειρά οραμάτων απ'το παρελθόν, γεγονότα που έχουν συμβεί, έχουν λάβει μέρος και δεν μπορέσαμε να τα αποτρέψουμε."τον πρόλαβα εγώ κάνοντας πέρα τα δάκρυα μου με την αναστροφή του χεριού μου. "Ναι, το έχει ξαναπάθει. Έχει περάσει μια ολόκληρη μέρα και μια ολόκληρη νύχτα όντας σε αυτήν την κατάσταση."
       "Δηλαδή πόσο πίσω μπορεί να πάει ζώντας ξανά απ'την αρχή τα γεγονότα; Πόσα οράματα μπορεί να δει;" ρώτησε περίεργος ο Μέρλιν θέλοντας να μάθει περισσότερα. Πήγα να ανοίξω το στόμα μου για να του απαντήσω αλλά...
       "Μέρλιν... Φρέγια... "μουρμούρισε ξανά η Μόργκαν, αυτή τη φορά κυλούσαν δάκρυα στα μάγουλά της και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της είχαν αλλάξει. Φαινόταν σαν να υπέφερε, σα να πονούσε.
       "Δεν θέλω να ξέρω, μη μου δίνεις σημασία."μίλησε ύστερα από λίγο ο Μέρλιν απότομα τρομάζοντας εμένα και τον Γάιο, τον είδαμε να πλησιάζει το παράθυρο και να στέκεται εκεί χωρίς να μας ενοχλήσει ξανά.
       "Το κατάλαβα όταν ξεστόμισε το όνομα του πατέρα του Αρθούρου, του Ούθερ. Μην μπορώντας να βρω μια πληγή που να της προκαλούσε τόσο πόνο, βλέποντας την έτσι θεώρησα πως βλέπει κάποιο όραμα όπως συνέβη και πριν, όταν ήμασταν έξω."είπε ο Γάιος κι τον ακούμπησα στο μπράτσο.
       "Σας ευχαριστώ."με κοίταξε έκπληκτος. "Που την φροντίσατε."
       "Εμείς σας ευχαριστούμε που βρίσκεστε επιτέλους εδώ."είπε παίρνοντας το χέρι μου μέσα στο δικό του, χαμογελώντας μου και καθησυχάζοντας με.
        "Γκάγούειν..."η Μόργκαν αυτή τη φορά πρόφερε το όνομα τόσο καθαρά που προς στιγμήν νόμιζα πως είχε ξυπνήσει. Το πρόσωπό της μονομιάς φωτίστηκε και τώρα πια χαμογελούσε. Την χάιδεψα απαλά στα μαλλιά.
       "Πιθανόν να βλέπει κάτι ευχάριστο."σχολίασε ο Γάιος χαμογελώντας. "Τι λες κι εσύ Μέρλιν;"
       "Πάω στη μεγάλη αίθουσα!"μας ανακοίνωσε ξαφνικά αποφεύγοντας να απαντήσει. "Θέλω να είμαι εκεί, να ακούσω ότι ειπωθεί."είπε καθώς κινούνταν προς την πόρτα με  γρήγορα βήματα.


       
       
       "Μην τον παρεξηγείς, έχει περάσει πολλά γι αυτό φέρεται έτσι. Φοβάται για όλους, ακόμα κι για εσάς."μου είπε ο Γάιος όταν εκείνος είχε βγει απ'το δωμάτιο. "Έχει βιώσει πολλές απώλειες. Πόνεσε και πληγώθηκε πάρα πολύ. Δεν θέλει να χαθεί κανένας άλλος. "
       "Μπορώ να φανταστώ."μουρμούρισα κι έφερα στο μυαλό μου το όνομα που είχε προφέρει λίγο πριν η αδελφή μου. 'Φρέγια...'αυτό το όνομα ίσως να σήμαινε πολλά για τον Μέρλιν, σκέφτηκα.


       
       
       Η ξαφνική, απότομη κραυγή που έβγαλε η Μόργκαν έκανε και τους δυο μας να πεταχτούμε απ'το κρεβάτι. Γείραμε κι οι δυο ακριβώς από πάνω της προσπαθώντας να την συνεφέρουμε με όποιον τρόπο μπορούσαμε, μάταια όμως. Το κεφάλι της στριφογύριζε πέρα δώθε, χτυπιόταν, τα χέρια και τα πόδια της τινάζονταν πάνω κάτω. Κάποια στιγμή έφερε το χέρι στο λαιμό της. Μου έδωσε την εντύπωση πως πνιγόταν.
       "Μα τι έχει;! Τι μπορεί να βλέπει που να της προκαλεί τόση μεγάλη ταραχή;!"ρωτούσα εγώ αγανακτισμένη παλεύοντας με τους λυγμούς μου.
       "Μακάρι να ήξερα."απάντησε ο Γάιος το ίδιο αναστατωμένος.
       "Έιρα!... Όχι! ΌΧΙ! ΟΧΙ! Μην την σκοτώσετε! Γκάγούειν...όχι... !"φώναζε κι ούρλιαζε εκείνη ξανά και ξανά αλλά δεν καταλάβαινα τίποτα. Το μόνο που έκανα ήταν να πιάσω και τα δυο της χέρια, παίρνοντας την στην αγκαλιά μου, ηρεμώντας την, κουνώντας την πέρα δώθε όπως όταν ήταν μωρό κι είχε παρόμοια οράματα κι εφιάλτες. Είχε αποτέλεσμα, λίγο μετά την ένιωσα να χαλαρώνει και να βυθίζεται σε ένα ήρεμο και βαθύ ύπνο.
       "Ωωω Θεέ μου, δεν είναι δυνατόν..."μουρμούρισε ο Γάιος έντρομος. Θα έλεγε κανείς πως είχε αλλάξει το χρώμα του, είχε πανιάσει.
       "Τι συμβαίνει Γάιε; Τι είδε;"τον ρώτησα τρομοκρατημένη εγώ, όσο κι αν το προσπαθούσα να παραμείνω ατάραχη δεν τα κατάφερνα.
       "Ήταν παρών... ήταν παρών... η αδελφή σου μόλις είχε ένα όραμα από μια εκτέλεση."μου εξήγησε προσπαθώντας κι ο ίδιος να συγκρατήσει την ψυχραιμία του, πράγμα δύσκολο.
      "Εκτέλεση;!"έκανα εγώ σμίγοντας τα φρύδια μου.
      "Για την ακρίβεια έναν αποκεφαλισμό που πλήγωσε βαθύτατα τα αισθήματα του Γκάγούειν, ένιωσε προδομένος κι ίσως αυτός ο αποκεφαλισμός να στάθηκε αφορμή για την απώλεια της ζωής του."
      "Δεν καταλαβαίνω. Ποιος αποκεφαλίστηκε; Πότε; Εδώ στο Κάμελοτ; Τι σχέση έχει η Μόργκαν με αυτό; Γιατί τα βλέπει όλα αυτά;!"ξέσπασα μην αντέχοντας άλλο.
      "Μοργκάνα!"η αδελφή μου γρύλισε λες κι ήταν έτοιμη να δαγκώσει άνθρωπο κι εγώ την απελευθέρωσα απ'τα δεσμά μου αφήνοντας την να βολευτεί μόνη της ανάμεσα στα σκεπάσματα χωρίς την βοήθεια μου.
      "Νομίζω πως πρέπει να πάρουμε τα πράγματα απ'την αρχή. Εξάλλου έχουμε όλη την νύχτα μπροστά μας."μου είπε λίγες στιγμές αργότερα ο Γάιος κι ξεκίνησε να μου εξιστορεί με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα, ότι παράξενο και μαγικό συνέβη στο Κάμελοτ απ'την εποχή που ο Μέρλιν κατέφτασε εδώ.


    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:34 pm, 7 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Δευ Σεπ 09, 2013 1:17 am

    Camelot~Citadel{The Throne Room/The Round Table}, 7 June 496 A.D. Jennifer's Pov {8th scene}

     
     
      "Θα σοκαριστούν."μουρμούρισα στην Ελένα ενώ εκείνη κι εγώ ήμασταν κρυμμένες πίσω απ'τον θρόνο κι περιμέναμε υπομονετικά την άφιξη των ιπποτών στην μεγάλη αίθουσα.
      "Το σίγουρο είναι πως θα πάθουν 'έμφραγμα'."συμφώνησε μαζί μου κι μου έριξε μια ματιά όλο νόημα, κλείνοντας μου το μάτι και χαμογελώντας μου αχνά.
       Δεν έδωσα σημασία στην έκφρασή της, τα έπαιρνε όλα 'στην πλάκα'. Πως μπορούσε, σε μια στιγμή όπως αυτή;! Δεν μπορούσα να το διανοηθώ.
      "Θα φρικάρουν!"της υπενθύμισα τονίζοντας τα λόγια μου, κοιτώντας την τώρα σοβαρά, μήπως κι άλλαζε για λίγο κι σκεφτόταν πιο λογικά αυτή τη φορά.
      "Χωρίς αμφιβολία..."αναστέναξε κι έφερε τα χέρια της στη μέση γέρνοντας το κεφάλι της στο ταβάνι, "... θα τα 'κάνουν' πάνω τους ξαδελφούλα."με ειρωνεύτηκε για άλλη μια φορά εκείνη.


       
       
       Ξεφύσηξα, άδικα έχανα τον καιρό μου μαζί της. Άλλαξα θέμα μήπως κι ελαφρύνω την ατμόσφαιρα , παραήταν 'ηλεκτρισμένη', ποιος ξέρει τι θα γινόταν σε λίγο.
       "Ποια νομίζουν πως είσαι; Ξέρεις απ'το παρελθόν..."την ρώτησα και αμέσως εκείνη με κοίταξε παράξενα. Για λίγο - είμαι σίγουρη - πως της τράβηξα την προσοχή αλλά όποια ανησυχητική ματιά κι αν διέκρινα στο βλέμμα της είχε χαθεί. 'Τουλάχιστον προσπάθησα.'σκέφτηκα καθώς περίμενα την απάντηση της.
       "Λαίδη Ελέιν... Ο Γάιος μου είπε πως ήταν αδελφή της Μοργκόουζ και της Μοργκάνα και ετεροθαλής αδελφή του Αρθούρου."μου εξήγησε. Πριν προλάβω να τις κάνω περισσότερες ερωτήσεις εκείνη συνέχισε σκεφτική. "Αλλά δεν νομίζω να είναι μόνο αυτό, ο Μέρλιν με κοιτάζει περίεργα... Δεν ξέρω..."είχε σταυρώσει τα χέρια της, έδειχνε προβληματισμένη.
      "Ποιος είναι ο Γάιος;"ήταν η πρώτη μου απορία. "Και τι εννοείς πως ο Μέρλιν σε 'κοιτάζει περίεργα';"
      "Είναι ο θεραπευτής της αυλής του Κάμελοτ, της πόλης ολόκληρης, κάτι σαν γιατρός φαντάσου."μου αποκρίθηκε η Ελένα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και πρόσθεσε με το βλέμμα στο κενό. "Όσο για το δεύτερο δεν μπορώ να γνωρίζω, θα μάθω όμως σύντομα. Το σίγουρο είναι ότι αποτελεί την προηγούμενη ζωή του Μάγκνους, πολύ πιθανόν να είναι και πρόγονός του, κι όσο το σκέφτομαι αυτό μ'ρχεται να... να κόψω τις φλέβες μου, μ'ρχεται!"
      "Προσπάθησε να καλμάρεις τα νεύρα σου."την καθησύχασα φέρνοντας το χέρι μου στον αγκώνα της και τρίβοντας τον μαλακά. Είχα πετύχει μπίνγκο! Σε ότι είχε να κάνει με τον Μέρλιν/Μάγκνους, και στην αναφορά του ονόματος και μόνο, πόσο μάλλον όταν τον έβλεπε μπροστά της, γινόταν 'άλλος' άνθρωπος. Έπαυε να είναι ήρεμη, ψύχραιμη ή αστεία κι γινόταν κάτι 'άλλο', κάτι που για να πω την αλήθεια το ψιλοφοβόμουν. Υπενθύμισα τον εαυτό μου πως αυτός ήταν ο χαρακτήρας της ξαδέλφης μου και δεν μπορούσα να τον αλλάξω.
      "Εάν εγώ λοιπόν είμαι... Ήμουν!"διόρθωσε τον εαυτό της κι είπε:"Ήμουν η λαίδη Ελέιν στο παρελθόν, η Μόργκαν ήταν η Μοργκάνα Λε Φεύ, τότε εσύ κι η Άννα..."
      "Η Μοργκόουζ, η Άννα ήταν η Μοργκόουζ."την συμπλήρωσα εγώ.
      "Οπότε εσύ είσαι..."
      "Γκουίνεβιρ, λαίδη Γκουίνεβιρ."και μόνο που το ανέφερα μου σηκωνόταν η τρίχα κάγκελο. Ούτε να το φανταστώ δεν μπορούσα, μου ακουγόταν κάπως...
      "Μάλιστα. Πριγκίπισσα Γκουίνεβιρ λοιπόν, βασίλισσα του Κάμελοτ..."κάγχασε, έσκυψε προς το μέρος μου και ψιθύρισε στο αυτί μου παιχνιδιάρικα. "... γυναίκα του βασιλιά Αρθούρου και πιθανότατα ερωμένη του Λάνσελοτ."
      "Πάψε Ελένα!"γρύλισα όσο πιο σιγά μου το επέτρεπε η φωνή μου. "Και λάθος σου τα είπανε, καμιά πριγκίπισσα, κόρη σιδηρουργού ήμουν, της οποίας απ'ότι έμαθα πρέπει να πάμε πίσω στο χρόνο και να σώσουμε τον αδελφό της."είπα ενώ τα μηνίγγια μου πάλλονταν, με είχε εξαγριώσει.
      "Αποκλείεται."έκανε εκείνη, με τρόπο σαν να μην το πίστευε. 'Σάμπως το πίστευα εγώ;'αναρωτήθηκα. "Δεν ήξερα πως η Γκουίνεβιρ είχε αδελφό. Κι εσύ γνωρίζεις πολύ καλά πως σίγουρα δεν ήταν κόρη σιδηρουργού."μου είπε με έμφαση.
      "Κι εγώ αυτό νόμιζα! Πως ήταν κόρη του βασιλιά Λεόντεγκρανς, άρχοντας του Καμέρλιαντ, ενός βασιλείου στην νότια Αγγλία. Η ιστορία μάλιστα με είχε πληροφορήσει πως την είχε μεγαλώσει ο δούκας Καντόρ της Κορνουάλλης. Ωστόσο σήμερα το βράδυ, μαθαίνω απ'τον άρχοντα Άγκραβέιν πως ήταν η κόρη ενός ξυλουργού!"είχα κοκκινίσει απ'το άγχος και την ταραχή μου, δεν πίστευα πλέον ότι έλεγα, είχα βγει κι εγώ εκτός εαυτού. Επίσης πόσο ρατσίστρια έπαιζε να ήμουν;! Ακόμα κι εγώ η ίδια αναρωτιόμουν.
      "Σιδηρουργού."με διόρθωσε η Ελένα , μόνο και μόνο για να μου σπάσει περισσότερο τα νεύρα.
      "Ναι , εκεί θα κολλήσουμε τώρα!"μούγκρισα αυτή τη φορά αδιαφορώντας για το αν θα με άκουγαν ή όχι.
      "Ηρέμησε, "με παρότρυνε. "Μετά λες εμένα ότι κάνω σαν υστερική."έβαλε τα γέλια κι εγώ ξεφύσηξα ξανά. Η κατάσταση στην οποία είχαμε μπλεχτεί άθελα μας ήταν απελπιστική. "Εσύ ήξερες πως η Ελέιν δεν είχε μαγικές δυνάμεις;"με ρώτησε λίγο αργότερα σπάζοντας την σιωπή που είχε δημιουργηθεί μεταξύ μας.
      "Ήξερα πως ήταν αδελφή της Μοργκάνα και της Μοργκόουζ, αλλά μονάχα οι άλλες δυο είχαν μαγικές ικανότητες, τις οποίες σύμφωνα με τον Αρθουριανό μύθο τις χρησιμοποίησαν με δόλιους τρόπους. Δεν αναφέρει πουθενά για την Ελέιν τίποτα σχετικό. Μόνο πως ήταν παντρεμένη με έναν βασιλιά Νέντρες κι ότι είχε κάνει οικογένεια."
      "Τζέιν..."μουρμούρισε ξανά η Ελένα, την περιεργάστηκα. Επιτέλους τώρα με κοιτούσε σοβαρά, μπορεί να ήταν και τρομοκρατημένη αλλά δεν έβαζα κι το χέρι μου στη φωτιά. "Ο Γάιος μου είπε ότι ήταν άρρωστη κι ότι ήταν ερωτευμένη με έναν απ'τους ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης. Πέθανε , δεν παντρεύτηκε ποτέ."μου είπε τρέμοντας.
      "Δηλαδή ο έρωτάς της παρέμεινε ανεκπλήρωτος;"ρώτησα δήθεν ανήσυχη εγώ.
      "Που θες να ξέρω;!"μούγκρισε εκείνη αυτή τη φορά.
      "Για να μάθεις να μου σπας τα νεύρα."την πείραξα με τη σειρά μου.
      Μην δίνοντας μου εκείνη σημασία συνέχισε ακάθεκτη. "Επίσης , υπάρχει και κάτι άλλο. Δεν σου κάνει εντύπωση;"
      "Τι;"ρώτησα ξανά. 'Που το πήγαινε;'συλλογίστηκα.
      "Τα ονόματα μας είναι παρόμοια με εκείνων, των προηγούμενων ζωών μας δηλαδή. Κι η συγγένεια που υπάρχει μεταξύ μας..."
       Αμέσως το μυαλό μου άρχισε να παίρνει στροφές, 'Γκουίνεβιρ = Τζένιφερ, Μοργκάνα Λε Φέυ = Μόργκαν, Ελέιν = Ελένα, αλλά Μοργκόουζ = Άννα... δεν κολλούσε.'σκεφτόμουν. Θυμήθηκα όμως αρκετές εγκυκλοπαίδειες και βιβλία που είχα ψάξει όπου η Μοργκόουζ αναφερόταν αλλιώς κι ως Άννα. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό παρατηρώντας την ξαδέλφη μου γεμάτη έκπληξη. 'Ναι αλλά και πάλι κάτι δεν κολλούσε!.'έσκουξα από μέσα μου.
      "Τι σχέση συγγενική όμως είχε η Γκουίνεβιρ με τις τρεις αδελφές;"μίλησα ύστερα από λίγο και προλαβαίνοντας την Ελένα είπα στα γρήγορα. "Ήταν κι οι τρεις τους αδελφές, όπως είσαστε κι εσείς αλλά η γυναίκα του Αρθούρου δεν είχε καμιά σχέση μαζί τους, ενώ εγώ είμαι ξαδέλφη σας, πως το εξηγείς αυτό;"
      "Που θες να ξέρω χριστιανή μου;;!!"επανέλαβε εκείνη ξανά, αυτή τη φορά ξεφωνίζοντας. "Δεν είμαι δα κι ο Άινστάιν!!"μούγκρισε στη συνέχεια με τέτοιον τρόπο που ήταν αδύνατον να μην μας αντιληφθεί ο άρχοντας Άγκραβέιν που έκανε γύρους γύρω απ'την Στρογγυλή Τράπεζα περιμένοντας κι εκείνος τους συντρόφους του.
      "Όλα καλά;"μας απήυθυνε τον λόγο πλησιάζοντας μας και ερχόμενος κι εκείνος πίσω απ'τον θρόνο.
      "Καλάμια..."μουρμούρισε η Ελένα κι αφήνοντας έναν βαθύ αναστεναγμό, γονάτισε στο πάτωμα πιάνοντας το κεφάλι της με τα δυο της χέρια. Μου έδωσε την εντύπωση πως ήθελε να το σπάσει.
      "Ελένα!"την επέπληξα εγώ. Στράφηκα προς τον Άγκραβέιν που μου φάνηκε το ίδιο αναστατωμένος. "Είμαστε απλώς ολίγον τσιτωμένες, αυτό είναι όλο."τον επεξεργάστηκα καλύτερα, χτυπούσε νευρικά τον καρπό του πάνω στην παλάμη του άλλου του χεριού. "Εσείς τι έχετε;"ρώτησα ευγενικά και καλοπροαίρετα χωρίς να φανώ αδιάκριτη.
      "Ανησυχώ για την ξαδέλφη σας."τα φρύδια μου έσμιξαν σε αυτήν απρόσμενη 'δήλωση'. "Την λαίδη Ανελίζ, νοιάζομαι για την υγεία της, δεν θα'θελα να πάθει τίποτα."
      "Όπα;! Να'τα, να'τα!!"έκανε η Ελένα που σηκώθηκε αμέσως όρθια απ'το πάτωμα φτιάχνοντας την στενή κοντή φούστα της και κοιτάζοντας όλο νόημα τον μεγαλύτερο γιο του Λοτ, κάνοντας τον να νιώθει αμήχανος. "Κανείς δεν την φωνάζει έτσι, είσαι ο πρώτος που την αποκαλεί με αυτόν τον τρόπο. Λέγε τι τρέχει;!"
      "Ελένα;! Αμάν! Για όνομα του Θεού!..."θα τρελαινόμουν δεν υπήρχε περίπτωση.
      "Σε παρακαλώ!"με σταμάτησε απότομα φέρνοντας το χέρι της μπροστά μου, γνέφοντας μου να σωπάσω. "Εδώ φως φανάρι κάτι συμβαίνει, αν είναι να λογοδοτήσει αυτός ο κύριος σε κάποιον , ας λογοδοτήσει σε μένα. Τι στο καλό; Έχουμε κάποια τιμή, αξιοπρέπεια , φήμη να διατηρήσουμε."
      "Ωχ Χριστέ μου..."αναστέναξα κοπανώντας το μέτωπο μου. 'Είχαμε γίνει ρεζίλι των σκυλιών χωρίς αμφιβολία.'
      Σε κλάσματα δευτερολέπτων, αντιλαμβανόμενη τον ήχο των ξύλινων πυλών που άνοιξαν με πάταγο και αναγνωρίζοντας την φωνή του ιππότη Λάιονελ - δεν ήμουν κι σίγουρη - άρπαξα τον καρπό της ξαδέλφης μου και τον έσφιξα δυνατά που κόντεψα να τις τον σπάσω απ'την τρομάρα μου.
       "Σιγά χριστιανή μου! Κουλή θες να με αφήσεις;!"γκρίνιαξε στη στιγμή εκείνη.
       "Άρχοντα Άγκραβέιν;!"επανέλαβε και πάλι ο Λάιονελ , ανιχνεύοντας τον χώρο προφανώς, ψάχνοντας για τον αφέντη του.
       "Ήρθανε!"μας ψιθύρισε σιγανά εκείνος. "Μην το κουνήσετε από εδώ αν δεν σας αναγγείλω πρώτα."και με τα λόγια αυτά έφυγε από κοντά μας πλησιάζοντας τους ιππότες, που απ'τον θόρυβο που έκαναν φαντάζομαι πως έπαιρναν τις γνωστές τους θέσεις.
       "Τι να μας κάνει;"ρώτησε η Ελένα.
       "Να μας αναγγείλει."της είπα αγανακτισμένα.
       "Γιατί λόγο θα βγάλουμε;"έσκουξε εκείνη ξανά. Αδιαφόρησα απλώς. Την στιγμή που ακούσαμε τον γιο του Λοτ να αναφέρει τα ονόματα μας , σκούντηξα την Ελένα ούτως ώστε να φύγει απ'τον θρόνο και να προχωρήσει μπροστά στη μεγάλη αίθουσα. "Σταμάτα να το κάνεις αυτό! Τι θες επιτέλους;!"γρύλισε νευριασμένη.
       "Κουνήσου!"γρύλισα κι εγώ με τη σειρά μου.
       "Α μπα! Και γιατί;"
       "Γιατί είσαι η μεγαλύτερη."της αποκρίθηκα εγώ, και βρίσκοντας ότι πιο κουφή δικαιολογία μου ήρθε εκείνη την ώρα.
       "Μπα, κι επειδή δηλαδή είμαι μεγαλύτερη σου κατά ένα χρόνο , θα φάω εγώ όλο το λούκι στη μάπα;!"γκρίνιαξε ξανά ε... και δεν άντεξα, την έσπρωξα.
       Φοβήθηκα για λίγο πως θα έχανε την ισορροπία της αλλά την τελευταία στιγμή στάθηκε όρθια. Δεν πτοήθηκε καθόλου. Ίσιωσε ξανά την κοντή φούστα του μαύρου στενού φορέματος της, τράβηξε τον γιακά του δερμάτινου εξίσου μαύρου και κοντού μπουφάν της, έριξε μια ματιά στο καλσόν και στις ψηλοτάκουνες μαύρες μπότες της που έφταναν μέχρι τους μηρούς της, έπαιξε για λίγο με τις χαλκοκάστανες μπούκλες των μαλλιών της και προχώρησε μπροστά σταυρώνοντας τα χέρια της. 'Θεέ μου βοήθα μας.'μουρμούρισα από μέσα μου κοιτάζοντας για άλλη μια φορά την εμφάνιση της. Πλησιάζοντας την Στρογγυλή Τράπεζα, εγώ ήρθα και στάθηκα ακριβώς από πίσω της. Μου θύμισε για λίγο την σκηνή πριν, τότε που η Άννα είχε σταθεί από πίσω μου προστατεύοντας την από τυχόν εισβολή. Αλλά εάν εγώ χρειαζόμουν ποτέ προστασία πάντα στηριζόμουν στην Ελένα, ανέκαθεν πίστευα πως η πιο δυνατή της οικογενείας ήταν η Μόργκαν μέχρι την στιγμή που ο Γκάβιν πέθανε κι κάτι μέσα της 'έσπασε'. Ενώ η Ελένα, την περίοδο που χάθηκε ο Μάγκνους παρέμεινε ακλόνητη, αναρωτιόμουν συχνά πιο ήταν το αδύνατο της σημείο. Τουλάχιστον είχα μάθει μέχρι στιγμής τι την τρέλαινε περισσότερο.
       Η ξαδέλφη μου ξερόβηξε μια-δυο φορές 'φτιάχνοντας' τον λαιμό της, ελέγχοντας τον τόνο της φωνής της κι μίλησε ενώπιον των ιπποτών, οι οποίοι μας παρατηρούσαν με το στόμα ανοιχτό και μάτια γουρλωμένα απ'την έκπληξη. "Κύριοι καλησπέρα σας, ονομάζομαι Ελένα Χέιστινγκς κι από δω είναι η ξαδέλφη μου, Τζένιφερ Χέιστινγκς. Πολύ θα το ήθελα να γνωριζόμασταν υπό ευνοικότερες συνθήκες. Ωστόσο δεν χαίρομαι καθόλου για την γνωριμία αυτή κύριοι, γιατί μετά λύπης μου έμαθα πως φτάνοντας εδώ με τις αδελφές μου, εσείς τους φερθήκατε με το χειρότερο τρόπο με αποτέλεσμα αυτήν την στιγμή να κρύβονται για να μην προκαλέσουν περισσότερο την οργή σας."κοίταξα την Ελένα για λίγο, 'Γαμώτο, το είχε πραγματικά με τον λόγο! Τα έλεγε πολύ όμορφα και σωστά. Έλεγε αυτά ακριβώς που ήθελα να πω κι εγώ αλλά μάλλον δεν είχα το θάρρος. Ή μήπως το είχα; Ούτε που γνώριζα.'συλλογίστηκα κι έγειρα ξανά προς την ξαδέλφη μου. "Παρ'όλα αυτά βρίσκομαι εδώ για κάποια αποστολή που μου έχει ανατεθεί, την οποία και πρέπει να φέρω εις πέρας αν θέλω να γυρίσω πίσω στην εποχή όπου ανήκω. Κι αν βέβαια θέλω να βοηθήσω ένα βασίλειο που βρίσκεται σε περίοδο παρακμής πρέπει να σας υποστηρίξω , τότε θα κάνω ότι περνά απ'το χέρι μου για να σταθώ στο πλευρό σας. Υπό έναν όρο όμως: Να φερθείτε στις αδελφές μου με τον σεβασμό που τους αρμόζει , όπως υποθέτω θα κάνετε και σε μένα."
       Για λίγα λεπτά επικράτησε άκρα του τάφου σιωπή, κανείς και τίποτα δεν ακουγόταν, δεν κουνιόταν μέσα στην αίθουσα ενώ οι ματιές των ιπποτών μας επεξεργάζονταν ακόμα εξονυχιστικά δίχως να κρύβουν τον αιφνιδιασμό τους. Ξαφνικά μια καρέκλα σύρθηκε, ένας ιππότης σηκώθηκε όρθιος , αναγνώρισα αμέσως την μορφή του Λάιονελ που άρχισε να βηματίζει με κόπο προς το μέρος μας. Εγώ 'μαζεύτηκα' περισσότερο κοντά στην Ελένα, ενώ εκείνη παρέμενε ακίνητη σαν άγαλμα στην θέση της, με τα χέρια σταυρωμένα, περιμένοντας την απόκριση των ιπποτών. Δεν έδωσε σημασία ούτε καν στον Λάιονελ που ήρθε και γονάτισε μπροστά της. Η Ελένα το μόνο που έκανε ήταν να χαμηλώσει το βλέμμα της και να περιοριστεί σε μια βλοσυρή ματιά. Με αυτόν τον τρόπο έδειχνε πως δεν φοβόταν τίποτα και κανέναν, κι όντως αυτό ίσχυε στην περίπτωση της.


       
       
       "Ποτέ μου, ούτε για μια στιγμή δεν πίστεψα, πως... πως θα ερχόταν η μέρα που θα σε ξανάβλεπα..."πήρε μια βαθιά ανάσα και πρόφερε με δυσκολία. "... Λαίδη Ελέιν..."την αμέσως επόμενη στιγμή βλέπαμε τον ιππότη να σωριάζεται σε slow motion στο πάτωμα. Τόσο πολύ που νόμιζα πως κάποιος είχε πατήσει το replay σε κάποιο DVD κι έπαιζε ταινία. Ήταν φανερό πως είχε λιποθυμήσει, είχε χάσει τις αισθήσεις του, απ'την έκπληξη, τον ενθουσιασμό, ποιος ξέρει; Μονομιάς ξεχύθηκαν προς το μέρος του ο άρχοντας Άγκραβέιν κι οι δυο τρεις άλλοι ιππότες.
       "Σερ Λάιονελ;!"φώναξε αναστατωμένος ένας μπρατσωμένος νεαρός. Έτρεξε , στάθηκε στο προσκεφάλι του, τον πήρε στα χέρια σέρνοντας τον και τον απομάκρυνε από μας.
       "Ο ανεκπλήρωτος έρωτας;"αναρωτήθηκα εγώ ψιθυριστά, μιλώντας πάντα στην Ελένα η οποία δεν είχε κουνηθεί απ'την θέση της ούτε στο ελάχιστο. Αλλά ούτε κι εγώ εδώ που τα λέμε. Εκείνη μην δίνοντας σημασία στο 'καυστικό' μου σχόλιο, έγειρε για λίγο το κεφάλι της στο πλάι κι μου αποκρίθηκε.
       "Είδες; Στο είπα πως θα πάθαιναν 'έμφραγμα'."είπε κι ένα κρυφό γελάκι εμφανίστηκε στα χείλη της.



    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Πεμ Σεπ 04, 2014 11:57 pm, 5 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Τρι Σεπ 10, 2013 10:57 pm

    Camelot~Citadel{The Throne Room/The Round Table}, 7 June 496 A.D. , Sir Laionel's {Leon's} Pov {9th scene}



     
      Ένιωσα το κρύο νερό να κυλά στο πρόσωπο μου και τότε - φοβούμενος ότι μου παίρνουν τη ζωή από μέσα μου - άφησα μια κραυγή αγωνίας. Άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου κι τέντωσα τα χέρια μου μπροστά, ακουμπώντας τα πάνω στο τραπέζι. Άρχισα να παίρνω βαθιές ανάσες, αργά και σταθερά, ανακουφίστηκα νιώθοντας τον αέρα να ξαναγυρίζει στα πνευμόνια μου. Χρειάστηκαν κάποια λεπτά -δεν ξέρω πόσα- μέχρι να συνειδητοποιήσω που βρισκόμουν και να θυμηθώ τι είχε προηγηθεί. Ποιον είχα ενώπιον μου ή μάλλον ποια;! Και κυρίως τι είχε ειπωθεί από εκείνην... Με ανακούφιση διέκρινα ότι οι σύντροφοι μου δεν με είχαν πάρει απ'την μεγάλη αίθουσα. Ήμουν έτοιμος να την αναζητήσω όταν άκουσα κι πάλι την φωνή της και η ματιά μου ευθύς αμέσως γύρισε προς το μέρος της για να την αντικρίσει για άλλη μια φορά, μην πιστεύοντας πως ήταν αλήθεια όλο αυτό που ζούσα.
     "Σας τα'λεγα εγώ, δεν σας τα'λεγα; Ο άνθρωπος χρειαζόταν ένα κουβά νερό για να συνέλθει."μίλησε εκείνη κι έκανε μια χειρονομία με το δάχτυλο της αγγίζοντας το κεφάλι της. "Είναι κρίμα τέτοιο σοκ που υπέστη."
     "Ελένα..."της ψιθύρισε με τρόπο , αλλά αρκετά δυνατά για να ακουστεί, η λαίδη Τζένιφερ δίπλα της τραβώντας την απ'τον καρπό, τον οποίο δεν άφησε ούτε στιγμή, σφίγγοντας τον ακόμη περισσότερο. "Δεν νομίζεις πως το παράκανες; Τελείωνε επιτέλους!"
      Εκείνη όμως της χάρισε μια καθησυχαστική ματιά μαζί με ένα αχνό χαμόγελο - Θεέ μου πόσο λάτρευα κάποτε εκείνο το χαμόγελο - κι γύρισε ξανά προς το μέρος μου. "Σερ Λάιονελ , σωστά;"μου απήυθυνε τον λόγο, ήθελα να της αποκριθώ αλλά φοβόμουν πως ο κόμπος στο λαιμό μαζί με το σοκ που είχα υποστεί με καθιστούσαν ανίκανο. "Σωστά, λυπάμαι πολύ για ότι σας συνέβη κι ότι μπορεί να έχετε υποφέρει στο παρελθόν. Φαντάζομαι τον πόνο σας, τον έχω περάσει επομένως δεν είναι δύσκολο για μένα να σας καταλάβω."
       "Λαίδη μου..."πήγα να την διακόψω προφέροντας τις λέξεις με κόπο αλλά εκείνη δεν με άφησε, δεν μπορούσα να της αντισταθώ. Θα μπορούσα να κάθομαι και να την ακούω να μιλάει για όλη την υπόλοιπη ζωή μου γι αυτό και την άφησα να ολοκληρώσει.
       "Ελένα, σερ Λάιονελ, ονομάζομαι Ελένα!"είπε εκείνη τονίζοντας την κάθε λέξη με απόλυτη σοβαρότητα. "Ελένα κι όχι Λαίδη Ελέιν, εκείνη ανήκει στο παρελθόν κι εγώ προέρχομαι απ'το μέλλον, το πολύ μακρινό μέλλον. Όπως σας είπα συμμερίζομαι την απώλεια σας, αλλά..."η ματιά της τότε με 'εγκατέλειψε' κι για μια στιγμή αισθάνθηκα την καρδιά μου να χάνει τους χτύπους της. Τώρα μας κοιτούσε όλους ταυτόχρονα μέσα στη μεγάλη αίθουσα. "...ο λόγος της άφιξης μου εδώ είναι άλλος, πιο σημαντικός. Η νύχτα περνάει κύριοι κι για να σας επιστήσω την προσοχή, ξαναγυρνώντας στο προηγούμενο θέμα μας,  ακόμα δεν έχετε πει σε μένα και την ξαδέλφη μου ποιους πρέπει να σώσουμε και από ποιόν!"
       Ο άρχοντας Άγκραβέιν ήταν έτοιμος να την πληροφορήσει για την αποστολή που έπρεπε εκείνη κι η οικογένεια της να φέρουν εις πέρας αν δεν ήταν όμως οι πόρτες της αίθουσας συμβουλίου που άνοιξαν απότομα ξαφνικά. Ο Μέρλιν εισέβαλε με τέτοιον τρόπο μέσα στο χώρο χωρίς να ζητήσει την άδεια κανενός.



       
       
       "Θέλω να είμαι παρών σε ότι αποφασιστεί!"είπε μόνο χωρίς να σηκώνει αντιρρήσεις και μας πλησίασε με ταχύ βήμα.
       Καθώς κινούνταν προς την Στρογγυλή Τράπεζα, είδα την λαίδη Ελένα να αφήνει απ'το χέρι την ξαδέλφη της και τρέχει προς το μέρος του. Όταν αντιλήφθηκε κι εκείνος την ανυπομονησία της, την μιμήθηκε κι άρχισε να βηματίζει κι εκείνος πιο γρήγορα προς εκείνη. Στην αρχή νόμιζα πως μπορεί να επιτίθονταν ο ένας στον άλλον με τις μαγικές τους δυνάμεις, δεν ήμουν σίγουρος αν ήθελα να δω κάτι τέτοιο. Σαν είδα όμως να σταματάνε αιφνίδια με μια απόσταση να τους χωρίζει και να κοιτάνε ο ένας τον άλλον με λαχτάρα αλλά και συνάμα αμήχανα... Τότε δεν άντεξα, ούτε που το κατάλαβα πότε το χέρι μου έσφιξε το ξίφος κι έκανα να σηκωθώ απ'την θέση μου. Ο Πέρσιβαλ κατάλαβε τις προθέσεις μου και με συγκράτησε. "Είσαι τρελός;! Τι πας να κάνεις;! Δεν θέλεις να το κάνεις αυτό. Δεν είναι η ίδια που αγάπησες. Άσε την Ελένα ήσυχη, μην ξεχνάς την χρειαζόμαστε για να φέρει πίσω τους φίλους μας."
      Είχε δίκιο, δεν μπορούσα να ανακατευτώ σε υποθέσεις που δεν με αφορούσαν. Δεν μπορούσα να μπω ανάμεσα τους, έστω κι αν είχε αναπτυχθεί κάτι μεταξύ τους κατά την διάρκεια της άφιξης των γυναικών αυτών εδώ. Αλλά ήταν πάνω απ'τις δυνάμεις μου, όσο κοιτούσα εκείνη τόσο περισσότερο έχανα το μυαλό μου, την ψυχραιμία μου, την αυτοσυγκράτηση μου. Δεν άντεχα, αισθανόμουν να μη με χωράει ο τόπος.
      "Πως είναι οι αδελφές μου; Είναι καλά;"άκουσα εκείνη να τον ρωτά γρήγορα. Εγώ ήθελα να ήμουν εκείνος που θα εξευμένιζε τους φόβους και τις ανησυχίες της. Άλλος όμως είχε αυτή την ευκαιρία και της μιλούσε αυτή τη στιγμή. Ένιωσα μια δολοφονική τάση προς τον Μέρλιν και δεν μου άρεσε καθόλου αυτό, δεν ήθελα να βλάψω τον φίλο μου. Κυρίως δεν το 'ευχαριστιόμουν' που είχα τρελαθεί από ζήλια.
      "Είναι καλά κι οι δυο τους. Η Μόργκαν όμως..."πήγε να της πει εκείνος αλλά η Ελένα δεν τον άφησε, έφερε το χέρι της μπροστά του κάνοντας τον να σωπάσει.
      "Γνωρίζω."ανάσαινε εκείνη βαθιά, ήρεμα. "Σε ευχαριστώ."
      "Παρακαλώ."της αποκρίθηκε ο Μέρλιν στον ίδιο τόνο. Το θέμα όμως δεν φάνηκε να τελειώνει εκεί, φαινόταν πως εκείνος ήθελε να της μιλήσει περισσότερο. "Ελένα..."στην προσφώνηση του ονόματος της με αυτόν τον τρόπο από εκείνον, ένιωσα να 'φουντώνω' κι άλλο από θυμό.
      "Σε ευχαριστώ Μέρλιν."επανέλαβε εκείνη γυρνώντας του την πλάτη, σταυρώνοντας τα χέρια της και πλησιάζοντας ξανά την Τζένιφερ. Ανακουφίστηκα. Την έπιασε απ'το χέρι και στράφηκε προς τον Άγκραβέιν ενώ ο Μέρλιν έπαιρνε την γνωστή θέση ανάμεσα σε εκείνον και τον Γκάλαχαντ. Τα κορίτσια παρέμειναν όρθια περιμένοντας την απόκριση του γιου του Λοτ.
      "Για το μόνο που μπορώ να σας πληροφορήσω..."ο Άγκραβέιν σηκώθηκε όρθιος και στάθηκε απέναντί τους αντικρίζοντας τες. "... Ελένα, Τζένιφερ... Είναι ότι χρειάζεται να φέρετε πίσω στη ζωή τέσσερις απ'τους πιο τίμιους, ευγενείς, θαρραλέους και δυνατούς ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης, τον Σερ Λάνσελοτ, τον Σερ Έλυαν, τον Σερ Γκάγουέιν και βεβαίως τον έναν και μοναδικό βασιλιά του Κάμελοτ, τον Βασιλιά Αρθούρο. Απ'τους ιππότες μας κρίνεται η προστασία, η ασφάλεια του Κάμελοτ κι απ'τον βασιλιά μας το μέλλον ολόκληρης της Αλβιόνας."
      Πέρασαν ατελείωτες στιγμές μέχρι η λαίδη Τζένιφερ να αφήσει το χέρι της Ελένα και να αρχίσει να βηματίζει πάνω κάτω την μεγάλη αίθουσα. Μου φάνηκε προβληματισμένη. Στο τέλος έστρεψε το βλέμμα της προς τον άρχοντα Άγκραβέιν και στη συνέχεια σε εμάς. Πήρε μια βαθιά ανάσα προτού μιλήσει. "Όπως είπα και στον λόρδο Άγκραβέιν την στιγμή της αφίξεως μου εδώ, δεν γίνεται να τους επαναφέρουμε με νεκρανάσταση. Η νεκρομαντεία είναι η πιο επικίνδυνη απ'όλες τις μαγικές τέχνες. Επί ημερών της Παλαιάς Θρησκείας, την μαγεία αυτή την έβλεπαν με καχυποψία."
      "Οι παλαιοί θρύλοι μιλάνε για τέτοια πλάσματα."συνέχισε η λαίδη Ελένα κι τότε η προσοχή μου στράφηκε αστραπιαία σε εκείνη. "Εννοώ την ανάσταση νεκρών."μας εξήγησε και πρόσθεσε. "Τους αποκαλούν <Σκιές>. Βασανισμένες ψυχές που κλήθηκαν από την ανάπαυση τους με την νεκρομαντεία. Γι'αυτό το λόγο αγαπητοί μου κύριοι..."την είδα να κάνει μια βόλτα γύρω απ'τον θρόνο αγγίζοντας τον. Στάθηκε στο πλάι σταυρώνοντας τα χέρια της ξανά κοιτάζοντας μας με ένα ύφος τόσο έντονο που έκανε την καρδιά μου και πάλι να σκιρτήσει. "... Δεν θέλετε οι φίλοι σας, πόσο μάλλον ο βασιλιάς σας να πάρει αυτήν όψη, μορφή, πιστέψετε με."
       "Ποιος σας τα έμαθε αυτά;!"ο Μέρλιν 'τινάχτηκε' απ'την θέση του σαν ελατήριο. 'Τι τον έπιασε ξαφνικά;'αναρωτήθηκα.
      "Τι εννοείς;"τον προκάλεσε η Ελένα, θεώρησα πως με αυτόν τον τρόπο τον ειρωνευόταν.
      "Είπα ποιος σας μίλησε για κάτι τέτοιο;"επανέλαβε εκείνος φανερά νευριασμένος.
       Η λαίδη Ελένα τον πλησίασε καγχάζοντας, τον κορόιδευε ή ήταν ιδέα μου; 'Όχι μην πλησιάζεις ξανά κοντά του!'φώναζα από μέσα μου ευχόμενος πράγματι να μην το έκανε αλλά εκείνη δημιούργησε την απαιτούμενη απόσταση και πάλι μεταξύ τους και τον κοίταξε βλοσυρά. "Αν δεν κάνω λάθος Μέρλιν ο Γάιος είναι ο μέντορας σου , σωστά; Ξέρει πολλά για αρκετά πράγματα έτσι;"
       "Που θες να καταλήξεις; Ναι είναι, και λοιπόν;"της αντιγύρισε εκείνος.
       "Δεν το θεωρείς δίκαιο να έχουμε κι εμείς έναν στο μέλλον;"είπε η Ελένα.
       "Θα μπορούσα να μάθω παρακαλώ ποιος είναι αυτός;"ο Μέρλιν σταύρωσε κι εκείνος τα χέρια του μιμούμενος τους τρόπους της, τις κινήσεις της.
       "Ιζαμπέλ Οουέν Χέιστινγκς, ήταν η γιαγιά μου. Επίσης η μικρότερη αδελφή μου, η Μόργκαν την εποχή που έχασε τον παιδικό της έρωτα, προσπάθησε με την παρότρυνση της επόμενης ζωής σου φυσικά να τον αναστήσει ξαναφέρνοντας τον πίσω στην ζωή. Είδα κι έπαθα για να την μεταπείσω απ'την ηλιθιότητα που παραλίγο να φέρει εις πέρας. Και τώρα αν δεν σε πειράζει, τι λες να ξαναγυρνούσαμε πίσω στο θέμα μας και να σταματούσαμε να χρονοτριβούμε;!"του γύρισε για ακόμα μια φορά την πλάτη, μην αφήνοντας του το περιθώριο να απολογηθεί για κάτι, να αποκριθεί. Ο Μέρλιν όταν ξανακάθισε στην θέση του είχε μείνει αποσβολωμένος, την ίδια έκφραση που είχα πάρει κι εγώ όταν είχα αντικρίσει μπροστά μου για πρώτη φορά την Ελένα. Εκείνη στάθηκε ανάμεσα στους δυο θρόνους που κοσμούσαν την αίθουσα κι έκανε νόημα στην Τζένιφερ να συνεχίσει.
       "Παρ'όλα αυτά καθησύχασα τον άρχοντα λέγοντας του πως υπάρχει τρόπος να σώσουμε τους συντρόφους σας και τον βασιλιά κι γι αυτό υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να το κάνουμε: Να γυρίσουμε ξανά πίσω στο χρόνο με τον ίδιο, ανάλογο ή παρόμοιο τρόπο που γυρίσαμε κι εμείς και φτάσαμε σε αυτήν την εποχή, που αν δεν κάνω λάθος είναι... "
       " 7 Ιουνίου του 495 μ.Χ"είπα εγώ στα γρήγορα ενώ πεταγόμουν απ'την θέση μου.



       
       
       "Δηλαδή γυρίσαμε 1.500 χρόνια πίσω;"μίλησε ξανά η Ελένα και την κοίταξα παραξενεμένος. "Σε ευχαριστούμε πολύ Σερ Λάιονελ για την υπενθύμιση."είπε χαρίζοντας μου ένα πλατύ χαμόγελο κι έμεινα να την κοιτώ σαν χαζός ακόμα κι όταν έστρεψε την προσοχή της αλλού.
       "Με όλον τον σεβασμό..."ο Μέρλιν σηκώθηκε ξανά όρθιος , απευθυνόμενος αυτή τη φορά στη λαίδη Τζένιφερ. "Θα μπορούσαμε να μάθουμε εσείς από ποια εποχή και μέρος προέρχεστε;"
       " 7 Ιουνίου 2013 μ.Χ, απ'την πόλη Carlisle της Cumbria στη Νοτιοδυτική Αγγλία  ή αλλιώς την επονομαζόμενη πόλη με τα τείχη ολόγυρά της."απάντησε η Τζένιφερ κι έμεινα να την κοιτώ όπως κι όλοι μας περίεργα.
       "Τι;!"έκανε ο Μέρλιν και με το δίκιο του , όπως κι εκείνος έτσι κι εμείς δεν καταλαβαίναμε τίποτα απ'όσα έλεγε.
        "Τζένιφερ..."μούγκρισε η Ελένα κι τρόμαξα προς στιγμήν. "Πες καλύτερα γλυκιά μου πόλη της Μεγάλης Βρετανίας ή αλλιώς της Αλβιόνας να σε καταλάβουν οι άνθρωποι."είπε κατεβαίνοντας τα σκαλιά του θρόνου ένα-ένα και πλησιάζοντας την Στρογγυλή Τράπεζα. "Μην ανησυχείτε κύριοι, απ'το ίδιο νησί καταγόμαστε όλοι."
       "Α ναι, "έκανε η λαίδη Τζένιφερ με μία κίνηση του χεριού της. "Παράληψης μου. Επίσης καθ'όλη την διάρκεια της παραμονής μου εδώ συνειδητοποίησα πως η πιθανή τοποθεσία του Κάμελοτ στο μέλλον, εκτός απ΄το Winchester και το Caerleon στην Ουαλία, μπορεί να είναι και το Carlisle."
       "Τι σε κάνει να το πιστεύεις αυτό;"την ρώτησε η Ελένα πλησιάζοντας την.
       "Το γεγονός πως απ'την μια στιγμή στην άλλη είχα ανοιχτό το βιβλίο κι έψαχνα και μετά από λίγο βρέθηκα εδώ ενώ βρισκόμουν στο Carlisle, πολύ απλό. "
       Το διακριτικό βήξιμο του άρχοντα Άγκραβέιν φαίνεται να τους τράβηξε την προσοχή και τότε κοίταξαν κι οι δυο προς την μεριά μας ξανά περιμένοντας τον δικό μας λόγο αυτή τη φορά.
       "Φοβούμαστε αγαπητές δεσποσύνες πως δεν έχουμε ιδέα για πιο πράγμα μιλάτε αλλά μήπως να συζητούσαμε το θέμα της επιστροφής σας πίσω στο χρόνο και πάλι."
       "Αυτό είναι κάτι που αφορά εμάς τις τέσσερις άρχοντα Άγκραβέιν, Είναι μια διαδικασία που έχουμε περάσει πολλές φορές και την έχουμε συνηθίσει."είπε η Ελένα και το βλέμμα της καρφώθηκε σοβαρό στον Μέρλιν που εναντιώθηκε και πάλι.
       "Αφορά εσάς;! Αφορά εσάς;! Πως αφορά εσάς δηλαδή; Εμάς δεν μας αφορά; Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να αλλάξει ένα ολόκληρο μέλλον από μια τυχόν αναποδιά, από κάποιο ξαφνικό ατύχημα και εσείς μας λέτε ότι αφορά μόνο εσάς;! Μπορεί... μπορεί να χάσετε τις ζωές σας, μπορεί να συναντήσετε τις σωσίες σας κι αυτό δεν θα είναι ιδιαίτερα ευχάριστο, καθόλου ευχάριστο σας πληροφορώ. Μπορεί να σκοτωθούν περισσότεροι και να μην σώσετε τελικά αυτούς για τους οποίους έχετε γυρίσει πίσω. Μπορεί..."
      "Μέρλιν!"φώναξε δυνατά η Ελένα μην μπορώντας να συγκρατήσει τα νεύρα της. Τον πλησίασε ξανά, αυτή την φορά του έπιασε τα χέρια και τον κοίταξε ευθεία μέσα στα μάτια. Εκείνος δεν αντιστάθηκε ούτε στιγμή, αντίθετα την κοιτούσε με την ίδια ένταση που τον παρατηρούσε κι αυτή. Ένιωσα το αίμα να μου ανεβαίνει στο κεφάλι, Άγγιξα ξανά το σπαθί μου αλλά ο Πέρσιβαλ ήταν πιο δυνατός από μένα. Ήταν εκεί για να ημερεύσει το ξαφνικό κύμα οργής και μίσους που είχε αρχίσει να 'γεννιέται' μέσα μου. "Ανησυχείς υπερβολικά και ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω από που προέρχεται όλη αυτή η ανασφάλεια και το άγχος σου αλλά σε διαβεβαιώ ή μάλλον σου δίνω τον λόγο μου πως καμιά απ'τις τέσσερις μας δεν πρόκειται να πάθει κάτι. Κι οι φίλοι σου, ο αφέντης σου θα γυρίσουν πίσω σώοι. Εκτός αυτού υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος να προτείνεις για την διάσωση τους εκτός απ'αυτόν;"
      "Δεν έχεις το δικαίωμα να μου λες να μην ανησυχώ, δεν μπορείς να ξέρεις Ελένα τι έχω περάσει... Πόσες βάρκες έχω δει να καίγονται στην λίμνη προς το Άβαλον..."άφησε τα χέρια της απότομα, αυτή τη φορά εκείνος ήταν που της έστρεψε την πλάτη κι κάθισε ξανά ανάμεσα μας σκουπίζοντας τα τυχόν δάκρυα που είχαν εμφανιστεί στο πρόσωπό του. Δεν μπορούσα να τον κατηγορήσω γι αυτό, πονούσε το ίδιο όπως κι όλοι μας.
      Η Ελένα ξεφύσηξε, έγειρε προς την μεριά της Τζένιφερ που ήρθε και στάθηκε κοντά της παίρνοντας τον λόγο. "Το μόνο που ζητάμε και θέλουμε να μάθουμε είναι πότε και πως πέθαναν οι ιππότες; Κάτω από ποιες συνθήκες; Ούτως ώστε να ξέρουμε σε ποια εποχή θα γυρίσουμε πίσω να τους σώσουμε, να είμαστε προετοιμασμένες ούτως ώστε να ξέρουμε τι θα αντιμετωπίσουμε. Αυτό ζητάμε από εσάς, είναι η μόνη βοήθεια που μπορείτε να μας παρέχετε. Όλα τα άλλα είναι δική μας δουλειά. "
      Είδα τον Μέρλιν να σηκώνεται διστακτικά απ'την θέση του και να γέρνει με κόπο προς το μέρος τους. "Υποθέτω πως σε αυτό το κομμάτι ίσως και να μπορέσω να σας διαφωτίσω, ήμουν μπροστά όταν ο Σερ Λάνσελοτ θυσίασε την ζωή του κι σχεδόν ενώπιον όταν ο Σερ Έλυαν άφηνε την τελευταία του πνοή."ακολούθησε μία σύντομη παύση ενώ στη συνέχεια πρόφερε με δυσκολία. "Επίσης... ήμουν παρών όταν ο Αρθούρος... πέθανε."
      "Κι εγώ θα 'χαρώ' να συνεισφέρω σε αυτό το κομμάτι με όποιον τρόπο μπορώ."είπα καθώς σηκωνόμουν απ'την θέση μου και κοιτούσα ευγενικά την λαίδη Ελένα η οποία μου ανταπέδωσε το βλέμμα. "Αν βέβαια ο άρχοντας Άγκραβέιν το επιτρέπει."πρόσθεσα καθώς  ο Πέρσιβαλ στεκόταν δίπλα μου κι εκείνος όρθιος.
      "Ήμουν κοντά στον Γκάγουέιν την στιγμή που πρόφερε τις τελευταίες του λέξεις."είπε.
      "Παρακαλώ κύριοι,"μας παρότρυνε εκείνος. "Εσείς ήσασταν εκείνοι που πήρατε μέρος σε αυτές τις αποστολές, συνεπώς γνωρίζετε τις λεπτομέρειες."συμπλήρωσε δίνοντας μας το ελεύθερο κι έτσι ξεκινήσαμε να εξιστορούμε ενώπιον των δυο κοριτσιών απ'το μέλλον την πρώτη μας αποστολή, δηλαδή το ταξίδι μας στα Ευλογημένα Νησιά -για να αποκαταστήσουμε Το Σκισμένο Πέπλο αλλά και να σταματήσουμε την επιδρομή των  Dorocha- εκεί όπου ο Σερ Λάνσελοτ έδωσε την ζωή του για να προστατέψει τον Αρθούρο κι ο θάνατος του σόκαρε όλο το Κάμελοτ.


       



    ~~~***~~~***~~~


    End of the 1st episode...

    The adventure continues:




    ~"Let me die!... "DIE !!!"... "I want to die!"
    ~"No"
    ~"Why?"
    ~"Because I want you alive to bring him back!"

    ~~~***~~~

    ~"Do you see that?"
    ~"Where did you get that?"
    ~"He gave it to me in the feature... as he was dying in my arms..."

    ~~~***~~~

    ~"The girl Merlin ? What happened to the girl?"
    ~"She's dead..."
    ~"Where?

    ~"BECAUSE SHE WAS YOUR PREVIOUS LIFE TOO!"

    ~~~***~~~

    ~"Take me to my sisters."

    ~"I don't want to forget you, ... I won't , I promise"

    ~~~***~~~

    ~"Jane...? About Elyan..."
    ~"Yeah... what about him?"

    ~~~***~~~

    ~"I think I'm in love"
    ~"Me too.. for the second time,with the same person."
    ~"Ohh God i'm gonna be sick!"
    ~"Yeah , this is ridiculous!"

    ~~~***~~~

    ~"Only you can save them and bring them back."


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Κυρ Σεπ 07, 2014 10:30 pm, 5 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Σαβ Σεπ 14, 2013 12:45 am

    IN A LAND OF MYTH ... 

    ... AND A TIME OF MAGIC

    THE BBC PRESENTS

    MERLIN

    RICHARD MADDEN    ASHLEY GREEN 

    CHRIS HERMSWORTH  TAMSIN EGERTON

    ADELAIDE KANE   EOIN MACKEN

    TOM HOPPER   EMMY ROSSUM

    SANTIAGO CABRERA  JOSEPH MORGAN 

    RUPERT YOUNG  WITH RICHARD WILSON 

    AND JAKE GYLLENHALL 

    GUEST STAR: HENRY CAVIL

    Episode 2 : The time traveling girls

    Camelot~Citadel{Percival's Chambers/Morgana's Chambers}, 7 June 496 A.D., Percival's Pov {1st Scene}



     
      Στεκόμουν όρθιος κοντά σε ένα απ'τα παράθυρα του δωματίου μου που βρισκόταν στους κοιτώνες των ιπποτών. Με το ένα πόδι πάνω στο περβάζι το άλλο κάτω κι τα χέρια μου σταυρωμένα κοιτούσα απέξω την αυλή του παλατιού, το μάτι μου ανίχνευε την καστρόπολη του Τίνταγκελ μήπως κι έπεφτε κάτι στην αντίληψη μου, μην τυχόν και προκαλούνταν άλλες αναταραχές λόγω της αφίξεως αυτών των γυναικών αλλά φαινόταν προς το παρόν πως η μεγάλη 'μπόρα' είχε περάσει για την ώρα. Σε λίγο θα μπορούσα άνετα να θαυμάσω την ανατολή του ήλιου απ'το σημείο που καθόμουν. Η νύχτα, το σκοτάδι έφευγε σιγά σιγά κι έδινε την θέση της στο φως της μέρας. Δεν είχε περάσει πολλή ώρα αφότου είχαμε αποχωρήσει απ'την στρογγυλή αίθουσα. Για να είμαι ειλικρινής εγώ ο ίδιος είχα ζητήσει την άδεια να αποσυρθώ νωρίτερα αμέσως μόλις είχα τελειώσει την αφήγησή μου σχετικά με τον θάνατο του Γκάγουέιν.
      Δεν άντεχα άλλο εκεί μέσα. Από τη μια το γεγονός ότι η λαίδη Τζένιφερ έμοιαζε καταπληκτικά στην βασίλισσα Γκουίνεβιρ - την λαίδη Ελέιν δεν την γνώρισα ποτέ οπότε κι η παρουσία της λαίδη Ελένα δεν μου δημιουργούσε κάποιο πρόβλημα σε αντίθεση με τον Λάιονελ που είδα κι έπαθα απόψε να τον συγκρατήσω απ'την ξαφνική τρέλα που τον είχε κυριεύσει - απ'την άλλη ότι μέσα απ'τις περιγραφές μου αναγκάστηκα να ζήσω για άλλη μια φορά τον φριχτό εφιάλτη που είχα περάσει 14 μήνες πριν. Σαν να μην έφτανε μόνο αυτό, συνειδητοποίησα ξανά πόσο μου έλειπε ο κολλητός μου φίλος, ο σύντροφος μου, στα καλά κι στα άσχημα. Όλον αυτόν τον καιρό έφερνα τις τελευταίες του στιγμές στο νου μου, τις νύχτες με 'βασάνιζε' ο μαρτυρικός του θάνατος, τα λόγια του βούιζαν συνέχεια μέσα στο κεφάλι μου... 'Απέτυχα...' Πως ήταν δυνατόν, ενώ άφηνε την τελευταία του πνοή , να είχε τέτοια εικόνα για τον εαυτό του; Γιατί;! Κανείς δεν μπορούσε να γλυτώσει απ'τις βιαιοπραγίες και τα βασανιστήρια στα οποία υπέβαλλε τα θύματά της η Μοργκάνα, πόσο μάλλον εκείνος. Γιατί τουλάχιστον εκείνη την στιγμή δεν ανέφερε το φαί και το πιοτό, ή τις γυναίκες , πράγματα στα οποία είχε μεγάλη αδυναμία , όπως έκανε κι σκεφτόταν πάντα;! Γιατί εκείνη την στιγμή συγκεκριμένα 'έριξε' τόσο χαμηλά τον εαυτό του;! Δεν του άξιζε όλο αυτό, δεν του άξιζε να φύγει έτσι άδικα... Όχι. Όχι!
      Έφερα τα χέρια μου στους κροτάφους μου κι άρχισα να τρίβω τα άκρα μου. Για πρώτη φορά στην ζωή μου το κεφάλι μου κόντευε να σπάσει απ'τον πόνο. Λίγη ώρα αφού είχα αφήσει τους συντρόφους μου στην αίθουσα συμβουλίου μαζί με τον Άγκραβέιν, τον Μέρλιν κι εκείνες, ο Λάιονελ εμφανίστηκε μέσα στο δωμάτιο σε κακό χάλι. Δεν ήταν ο μόνος. Τον είδα να βγάζει την πανοπλία του, να βγάζει τον πορφυρό χιτώνα, να αλλάζει φορώντας κάτι πρόχειρο ξεφυσώντας κάθε τρεις και λίγο. Δεν τον ρώτησα τίποτα αλλά ούτε κι εκείνος μου ανέφερε κάτι. Ήταν σαν να σεβόταν ο ένας την σιωπή του άλλου. Μονάχα όταν στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας μου είπε πως θα πήγαινε στο χώρο προπόνησης να εξασκηθεί για λίγο κι ύστερα για ιππασία να πάρει λίγο αέρα. Δεν τον κατηγορούσα, είχε κι εκείνος τα δικά του. Του είπα ένα ξερό "Να προσέχεις" χωρίς να του ρίξω ούτε μία ματιά - στην πραγματικότητα ούτε εκείνος είχε το θάρρος να με αντικρίσει - κι συνέχισα να κοιτώ έξω απ'το παράθυρο.
      Οι ώρες περνούσαν, είχε ήδη ξημερώσει για τα καλά. Κάποια στιγμή, χωρίς να το θέλω κοπάνησα τον καρπό μου με δύναμη πάνω στον τοίχο. Δεν άντεχα να κάθομαι εδώ, μέσα στους τέσσερις τοίχους χωρίς να κάνω τίποτα, δεν άντεχα όλη αυτήν την αναμονή αλλά δεν μπορούσα να ξαναγυρίσω στην μεγάλη αίθουσα. Ήμουν σίγουρος πως δεν ήθελα να ακούσω ότι θα έλεγαν εκείνοι. Κάτι έπρεπε να κάνω, να δραστηριοποιηθώ, για να μην σκέφτομαι. Τότε όμως θα ήταν ακόμη χειρότερο γιατί είτε για προπόνηση να πήγαινα, είτε για ιππασία - όπως ο Λάιονελ - στο μυαλό μου θα μου'ρχονταν ξανά εικόνες μαζί με τον Γκάγουέιν κι αυτό ήταν κάτι που δεν θα μπορούσα με τίποτα να υποφέρω. Όρμισα προς την πόρτα σαν σίφουνας. 'Στον Γάιο' σκέφτηκα και κίνησα προς το θεραπευτήριο. Τι στην οργή; Ίσως και να διέθετε κάτι που θα μπορούσε να ηρεμήσει τα νεύρα μου γιατί αλλιώς θα τρελαινόμουν.
      Καθώς κατευθυνόμουν με γοργούς ρυθμούς στην αυλή, πέρασα φευγαλέα απέξω απ'το δωμάτιο που παλαιότερα ανήκε στην Μοργκάνα, όταν ακόμα ήταν υπό την κηδεμονία του Ούθερ. Η ματιά μου καρφώθηκε πάνω στην ξύλινη πόρτα και δεν την ξαναπήρα από εκεί. Αντιθέτως πλησίασα περισσότερο και κόλλησα το αυτί μου πάνω της. Χθες βράδυ ήταν που σε αυτό το δωμάτιο - το ίδιο μέρος το οποίο χρησιμοποιούσε η Μοργκάνα πριν 5 χρόνια περίπου - είχα φέρει κι είχα εναποθέσει πάνω στο κρεβάτι εκείνο το κορίτσι, την σωσία της, που της έμοιαζε τόσο πολύ... Την Μόργκαν... Πως γινόταν εξωτερικά να είναι ακριβώς ίδια με εκείνη το 'φίδι' κι όμως - αν και δεν πρόλαβα να την γνωρίσω, γιατί την στιγμή που βρέθηκα κοντά της εκείνη έχασε τις αισθήσεις της κι εγώ αυτόματα την πήρα στα χέρια μου για να μην πέσει κάτω - δεν φαινόταν για άνθρωπος που θα έβλαπτε κάποιον. Ίσως ο Γάιος να είχε δίκιο. Εξάλλου κάποια χαρακτηριστικά της δεν ήταν ίδια με της μάγισσας, τα μάτια της , το δέρμα της διέφεραν... Κι εκείνη η αθώα, τρομοκρατημένη έκφραση που είχε πάρει όταν άνοιξε τα βλέφαρά της, τα δάκρυα που έχυνε ακόμα κι όταν έπεσε στην αγκαλιά μου, 'Τα μάτια της...'συλλογίστηκα για ακόμα μια φορά.
      Πετάχτηκα σαν ελατήριο και απομακρύνθηκα αμέσως απ'την πόρτα μόλις κατάλαβα που έτρεχε ο λογισμός μου. 'Δεν την ξαναπαθαίνω, όπως τότε με την Λάμια, ΌΧΙ!'μουρμούρισα νευρικά από μέσα μου κι έκανα να φύγω για το θεραπευτήριο. Τα πόδια μου όμως δεν έλεγαν να κουνηθούν κι όταν ξαφνικά άκουσα να προέρχονται λυγμοί και κλάματα μέσα απ'το δωμάτιο το βλέμμα μου στράφηκε ξανά προς την πόρτα και αναστέξανα βαθιά. 'Δεν βαριέσαι...'σκέφτηκα. 'Τουλάχιστον αν πάθω κάτι θα συναντήσω ξανά τον φίλο μου στον άλλο κόσμο.'είπα από μέσα μου κι αυτό προς στιγμήν με παρηγόρησε καθώς χτυπούσα την πόρτα για να μπω μέσα. Δεν μου αποκρίθηκε κάποιος κι τότε νιώθοντας την ανησυχία μου να μεγαλώνει και τα νεύρα μου να χτυπάνε κόκκινο έσυρα προσεκτικά την πόρτα και κοίταξα διστακτικά απ'το άνοιγμα. Αντικρίζοντας την Μόργκαν να στέκεται όρθια στη μέση του δωματίου έχοντας φέρει τα χέρια της ψηλά, κρατώντας σφιχτά και στοχεύοντας τον εαυτό της με ένα μυτερό στιλέτο, έβγαλα μια κραυγή που συγκλόνισε και μένα τον ίδιο.


     
       
       "ΌΧΙ!"ούρλιαξα τόσο δυνατά κι έτρεξα προς το μέρος της για να την ακινητοποιήσω.
       Εκείνη , αντιλαμβανόμενη την παρουσία μου μέσα στο χώρο, γύρισε τρομαγμένη προς το μέρος μου πριν φέρει σε πέρας αυτήν την αποτρόπαια πράξη, ανοιγόκλεισε για λίγο τα μάτια της κι απλώνοντας το ένα χέρι της στον αέρα δημιούργησε ένα πύρινο κύκλο ολόγυρα της. 'Φυσικό...'σκέφτηκα. Ήταν μάγισσα όπως κι εκείνη, είχε τις ίδιες περίπου δυνάμεις με την αρχιέρεια. Αλλιώς δεν θα βρισκόταν εδώ. Η μόνη διαφορά ίσως προέκυπτε στον όρο πανίσχυρη, γιατί σίγουρα η Μόργκαν δεν μπορούσε να συγκριθεί με εκείνο το 'φίδι'. Τουλάχιστον όχι στον χαρακτήρα, έτσι ήθελα να πιστεύω, όπως κι όλοι μας, όχι μόνο εγώ. Άρχισα να γυροφέρνω τον κύκλο καθώς προσπαθούσα να πιάσω τη ματιά της Μόργκαν μέσα απ'τις φλόγες. Ευτυχώς η φωτιά δεν είχε υψωθεί πάρα πολύ, μπορούσα να την διαπεράσω, σίγουρα δεν θα μου στεκόταν εμπόδιο κάτι τέτοιο. Δεν ήταν κάτι που δεν είχα ξανακάνει. Είχα ξαναβρεθεί σε παρόμοια θέση. Πριν πηδήξω μέσα στον κύκλο, έπιασα την Μόργκαν να με παρατηρεί με δάκρυα στα μάτια. Όση ώρα προσπαθούσα να την πλησιάσω δεν είχε κάνει κακό στον εαυτό της. 'Δόξα το Θεό...'μουρμούρισα από μέσα μου και πήδηξα με φόρα ανάμεσα απ'τις φλόγες. Στην στιγμή βρέθηκα κοντά της, τόσο κοντά της που μπορούσα να την αγγίξω. Το βλέμμα μου έπεσε πάνω στο χέρι της που κρατούσε το στιλέτο κι ευθύς αμέσως της άρπαξα τον καρπό και την ανάγκασα να το πετάξει κάτω. Σαν αντίδραση εκείνη ούρλιαξε νιώθοντας τον πόνο που της προκαλούσα αλλά δεν έκανε τίποτα για να με σταματήσει. Αντίθετα τώρα ολόγυρα μας είχε υψωθεί ένας πύρινος τοίχος. Πήρα το στιλέτο και το πέταξα στην άκρη, ας καιγόταν, λίγο με ένοιαζε.



     
      "Γιατί;!"μου φώναξε εκείνη, ενώ τα δάκρυα έπεφταν ποτάμι απ'τα μάτια της. Η φωτιά που είχε δημιουργήσει μέσα στο δωμάτιο έκανε τόσο θόρυβο που χρειάστηκε να μου βγουν τα πνευμόνια για να της απαντήσω αλλά κι για να ακουστώ.
      "Γιατί σε θέλω ζωντανή ούτως ώστε να τον φέρεις πίσω."της αποκρίθηκα στον ίδιο τόνο. Την είδα να βαριανασαίνει, να αναστενάζει, να ξεφυσάει, να γέρνει το κεφάλι της στον αέρα και στη συνέχεια να με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα που δεν άντεχα.
      "Τον σκότωσα..."ψέλλισε. Οι φλόγες τώρα είχαν κοπάσει χωρίς όμως να εξαφανιστούν. Αυτό μου έδωσε να καταλάβω πως η Μόργκαν μπορούσε να ελέγχξει τα νεύρα της, άρα σχεδόν και τις δυνάμεις της. Για την ώρα μπορούσαμε να μιλήσουμε κανονικά. "Και τις δυο φορές πέθανε εξαιτίας μου."επανέλαβε εκείνη. 'Τι εννοούσε;'αναρωτιόμουν. "Στο μέλλον πέθανε επειδή δεν τον προστάτεψα, δεν ήμουν κοντά του όταν έπρεπε και στο παρελθόν... Στο παρελθόν τον σκότωσα, τον σκότωσα... εγώ!"
      "Μην κατηγορείς τον εαυτό σου για κάτι που δεν έκανες εσύ στο παρελθόν, δεν είναι το ίδιο."της είπα γρήγορα. 'Γιατί την δικαιολογούσα; Ούτε εγώ ήξερα, δεν είχα ιδέα.'
      "Είναι..."ψιθύρισε σιγανά που αν ήταν άλλος από τόσο μακριά δεν θα ήταν σε θέση να την ακούσει. Εγώ όμως κι εκείνη βρισκόμασταν σε απόσταση αναπνοής κι αυτό για λίγο με ενθουσίασε αλλά με τρόμαξε ταυτόχρονα. "Το βλέπεις αυτό;"μου είπε στη συνέχεια δείχνοντας μου την αλυσίδα που στόλιζε τον πανέμορφο λαιμό της. 'Πανέμορφο;' Τι είχα πάθει επιτέλους;! Αυτό ήταν χειρότερο κι απ'τη Λάμια. Αναρωτήθηκα ξανά για το πότε θα πέθαινα.
      Κοίταξα το κόσμημα που μου υπέδειξε. Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα απ΄την έκπληξη, τα φρύδια μου έσμιξαν στη συνέχεια, τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου συνοφρυώθηκαν. Πήρα στα χέρια μου την αλυσίδα προσέχοντας μην την τραβήξω απότομα και πονέσω την Μόργκαν. Τα δάχτυλά μου έτριψαν για λίγο το οικόσιμο του δράκου κι μετά περιεργάστηκαν το χρυσό δαχτυλίδι δίπλα του. Αυτό ήταν... ήταν... Αδυνατούσα να προφέρω το όνομα του μπροστά της.
      "Που...που το βρήκες αυτό;"την ρώτησα με τρεμάμενη φωνή.
      "Εκείνος μου το έδωσε, στο μέλλον λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή στην αγκαλιά μου."είπε φέρνοντας κι εκείνη τα δάχτυλα της πάνω στην αλυσίδα και ακουμπώντας προς στιγμήν τα δικά μου. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά, λίγο ακόμα και ίσως να έχανα τον αέρα που ανέπνεα. "Στο μέλλον λεγόταν Γκάβιν Σπένσερ, είναι απόγονος του, κι είναι υποκοριστικό του ονόματος του εδώ στο παρελθόν."μου εξήγησε.
      "Γκάγουέιν..."πρόφερα με κόπο.
      "Γκάβιν."συμπλήρωσε εκείνη σκουπίζοντας τα βλέφαρά της με την αναστροφή του χεριού της και χαρίζοντας μου για πρώτη φορά το αχνό της χαμόγελο.
      "Αυτό σημαίνει πως θα ζήσει! Θα ζήσει! Γιατί εσύ θα τον φέρεις πίσω!"είπα σχεδόν ξεφωνίζοντας μες την καλή χαρά. Αισθάνθηκα μια ανακούφιση.
      "Δεν καταλαβαίνεις;"έσκουξε η Μόργκαν χύνοντας περισσότερα δάκρυα τώρα. "Ακόμα κι αν ο Γκάγουέιν ζήσει, ο Γκάβιν θα πεθάνει στο μέλλον σε μια συμπλοκή δαιμόνων στην προσπάθεια του να με σώσει. Νόμιζε πως μπορούσε να με προστατέψει αλλά... αλλά..."δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει. Άφησε μια κραυγή απελπισίας κι στράφηκε προς τις φλόγες. Την άρπαξα απ'την μέση προτού κάνει έστω κι ένα βήμα προς την φωτιά. "Άφησέ με..."με παρακάλεσε.
      "Όχι."της είπα ξανά, αυτή φορά κατάφερα να ακουστώ ήρεμος.
      "Θέλω να πεθάνω."
      "Μην το λες αυτό."μίλησα καθώς κι οι δυο γονατίζαμε στο έδαφος. Το ένα μου χέρι ξέφυγε απ'την μέση της κι βρέθηκε βυθισμένο μέσα στις κατάμαυρες τούφες των μαλλιών της, την χάιδεψα απαλά.
       "Δεν μου αξίζει να ζω, όχι μετά απ'ότι έκανα, προκάλεσα αθεράπευτο πόνο. Υπέφεραν τόσοι πολλοί... Ακόμα κι εσύ."έγειρε το βλέμμα της στο πλάι για να με αντικρίσει αλλά εγώ έκρυψα το πρόσωπό μου μέσα στα μαλλιά της.
       "Σώπα. Δεν ήσουν εσύ."ήταν το μόνο που μπορούσα να της πω. Μετά όμως - δεν ξέρω - αλλά ξαφνικά ένιωσα την ανάγκη να μάθω. "Πως γνωρίζεις για μένα;"ρώτησα.
       "Είδα τα πάντα, ότι συνέβη στο Κάμελοτ στο παρελθόν τα τελευταία χρόνια, τις αποστολές στις οποίες βρεθήκατε εσείς κι ο Αρθούρος, τις μάχες που δώσατε, ακόμα και τις προσωπικές σας στιγμές. Όλη τη νύχτα έβλεπα μια σειρά από συνεχή οράματα. Δεν είναι η πρώτη φορά, το'χω ξαναπάθει."σταμάτησε για λίγο κι ύστερα συνέχισε. "Στις αρχές όταν μου συνέβη κόντεψα να τρελαθώ αλλά αργότερα άρχισα να προσαρμόζομαι με τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονταν οι δυνάμεις μου. Η αλήθεια είναι όμως πως δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα το αντέχω όλο αυτό. Είναι εξουθενωτικό. Έρχεται και φεύγει στα ξαφνικά. Δεν μπορώ να το ελέγχξω τις περισσότερες φορές."άλλη μια παύση. "Εσύ... η οικογένεια σου..."η φωνή της έσπασε.
       "Σςς... μη μιλάς."έκανα προσπαθώντας να την καθησυχάσω και τα χείλη μου βρέθηκαν να φιλούν την κορυφή του κεφαλιού της για λίγο, ανεπαίσθητα. Έγειρα για λίγο το βλέμμα μου κοιτάζοντας τριγύρω μας. Ο πύρινος κύκλος είχε εξαφανιστεί.
      "Πέρσιβαλ..."πάγωσα στο άκουσμα του ονόματος μου. Το να το προφέρει εκείνη, -βέβαια στο παρελθόν το είχα ακούσει και απ'την σωσία της πάντα όμως με τρόπο μοχθηρό - ενώ τώρα, τώρα ο ήχος της φωνής της μου φαινόταν τόσο διαφορετικός, οικείος αλλά και διαφορετικός. Έστρεψα την ματιά μου στην δική της και ταυτόχρονα εκείνες κλείδωσαν η μία την άλλη. "Συγγνώμη... για όλα."μου ψιθύρισε μην παίρνοντας ούτε στιγμή το βλέμμα της απ'το δικό μου.
      Τι μπορούσα να της αποκριθώ σε αυτό; Έμεινα σιωπηλός ενώ την ίδια ώρα παρακαλούσα από μέσα μου ο θάνατος μου να είναι γρήγορος και να πεθάνω εδώ ήσυχα, μέσα στα δεσμά της. Το χέρι μου δεν σταμάτησε να χαϊδεύει τα μαλλιά της ενώ το άλλο είχε ανέβει στο σημείο του λαιμού της κι τα δάχτυλά μου έτριβαν την αλυσίδα. Η Μόργκαν έφερε τα δικά της πάνω στον αγκώνα μου για να κρατηθεί από μένα, τον κράτησε γερά κι άρχισε κι εκείνη να σέρνει την παλάμη της πάνω του.
       "Ευχαριστώ."πρόσθεσε λίγο αργότερα ανάμεσα στους λυγμούς και τα αναφιλητά της.
       "Για ποιο πράγμα;"αναρωτήθηκα ξανά.
       "Για αυτό που έκανες κι επειδή στάθηκες πραγματικός φίλος για εκείνον."μου αποκρίθηκε εκείνη.
       "Παρακαλώ."της ψιθύρισα τρυφερά.
      Μείναμε για λίγο έτσι ακίνητοι, δεν ξέρω για πόσο όταν ξαφνικά την ένιωσα να τρέμει, να αγκομαχάει, να προσπαθεί να πάρει ανάσα αλλά να μην μπορεί. Την έφερα πιο ψηλά, στο ύψος μου κρατώντας την σφιχτά στην αγκαλιά μου καθώς εκείνη τώρα έπιανε όλο μου το χέρι και εναπέθετε το κεφάλι της στο δεξί μου ώμο. Ένιωσα τα καυτά της δάκρυα να πέφτουν πάνω στο δέρμα μου.
      "Τι συμβαίνει;"την ρώτησα αναστατωμένος. Είχα τρομάξει, αν πάθαινε τίποτα...
      "Τα βλέφαρά μου... Δεν μπορώ..."μου παραπονέθηκε εκείνη.
       "Κάποιο όραμα πάλι;"μάντεψα. Η Μόργκαν κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και τότε το μέτωπο μου συνάντησε το δικό της, η παλάμη μου βρέθηκε στο μάγουλό της. "Ηρέμησε, κλείσε τα μάτια σου και χαλάρωσε."την παρότρυνα.
       "Κράτα με..."με ικέτευσε. Δεν χρειαζόταν να μου το ζητήσει.
       "Είμαι εδώ, σε κρατάω, δεν φεύγω από κοντά σου. Όταν ανοίξεις τα μάτια σου θα'μαι δίπλα σου, στο υπόσχομαι."
       "Σε ευχαριστώ..."ψέλλισε καθώς έκλεινε σιγά σιγά τα μάτια της και βολευόταν ξανά πάνω στον ώμο μου.
       Μέσα σε δευτερόλεπτα η αγκαλιά μου έγινε περισσότερο σφιχτή, προστατευτική. Δεν θα έφευγα απ'το πλευρό της, μονάχα σηκωτό θα με έπαιρναν μακριά της. Έφερα ξανά τα χείλη μου στο μέτωπο της, φιλώντας την, ενώ περίμενα καρτερικά να ξυπνήσει απ'τον μαγικό λήθαργο της. Την ίδια ώρα 'ευχαριστούσα' εκείνη από μέσα μου. Νόμιζα ότι θα με σκότωνε , στην προσπάθεια μου όμως να την εμποδίσω απ'το να βάλει τέλος στη ζωή της είχε ηρεμήσει εμένα. Η προοπτική του να πάω αυτή τη στιγμή στο θεραπευτήριο φάνταζε τόσο μακρινή. Θα προτιμούσα να έμενα έτσι, μέσα στην αγκαλιά της κι εκείνη στη δική μου, για πάντα.



    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:36 pm, 5 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Δευ Σεπ 16, 2013 12:27 am

    Camelot~Citadel{Morgana's Chambers}, 7 June 496 A.D., Morgan's Pov {2nd Scene}


     
       Το ίδιο σκηνικό δέσποζε μπροστά μου καθώς απομακρυνόμουν όλο και πιο πολύ απ'τα ζεστά δεσμά του Πέρσιβαλ, οι πέτρινοι τοίχοι που με περιτριγύριζαν πριν λίγο έδιναν την θέση τους στα χαμόκλαδα απ'τα δέντρα, τους θάμνους, τα διάφορων ειδών φυτά, άλλα μικρά άλλα τεράστια που ξεπρόβαλαν μπροστά μου στα ξαφνικά όπως συνέβαινε και στα παραμύθια. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν νύχτα όπως και στο προηγούμενο όραμα μου, μπορούσα να καταλάβω απ΄τους ήχους των πουλιών πως ήταν γύρω στο μεσημέρι αν κι ο ήλιος δεν ήταν εκεί για να μου το επιβεβαιώσει. Καθώς βάδιζα με περισσότερη δυσκολία απ'ότι πριν ανάμεσα στα δέντρα που ξεφύτρωναν απ'το πουθενά, έγειρα το βλέμμα μου προς τον ουρανό και αναζητούσα τις ηλιαχτίδες μέσα απ'τις φυλλωσιές των δέντρων. Όμως τίποτα...
       Αυτή η έκφραση που είχε πάρει ο καιρός - σκοτάδι μέσα στη μέρα - μου θύμισε για λίγο τις Άγιες μέρες του Πάσχα. Τότε που την Μεγάλη Βδομάδα των Παθών καμιά φορά 'σκοτείνιαζε' μέσα στο καταμεσήμερο. Είχα ψάξει γι'αυτό κι υπέθεσα όπως και πολλοί πως αυτό συνέβαινε από τότε που ο Χρηστός θυσιάστηκε για την σωτηρία των ανθρώπων. Ο Θεός τότε έφερνε το σκοτάδι ως ένδειξη πένθους για το χαμό του Υιού Του, του Ιησού.
       Αυτή την εντύπωση είχα και τώρα ενώ παρατηρούσα τον ουρανό κι έψαχνα για ένα σημάδι, κάτι. Θεώρησα όλη αυτή τη ζοφερότης που επικρατούσε στην ατμόσφαιρα κακό οιωνό, αλλά δεν σταμάτησα ούτε στιγμή το βήμα μου. Παρ'όλο που τα αγκάθια των φυτών και των θάμνων εμπόδιζαν την πορεία μου - για να μην αναφέρω το νυχτικό που κάθε τρεις και λίγο πατούσα πάνω του και κόντεψα πολλές φορές να χάσω την ισορροπία μου ενώ εκείνο σερνόταν πέρα δώθε - δεν έχασα το κουράγιο μου και συνέχισα μέχρι έως ότου μάθαινα τον λόγο για τον οποίο στάλθηκα εδώ. Στο παρελθόν, πάλι! Που και που στηριζόμουν σε μια γωνιά, σε κάποιο κορμό για να γλείψω τις πληγές στα χέρια μου που είχαν προκληθεί απ'τα μυτερά αγκάθια. Πολύ γρήγορα όμως ξαναέβρισκα την δύναμη μου και συνέχιζα ακάθεκτη.
       Κάποια στιγμή αντίκρισα μπροστά μου μια μεγαλόσωμη γνώριμη φιγούρα, να περπατάει στο ίδιο σημείο που βρισκόμουν κι εγώ. Μόνο που εγώ ήμουν λίγο πιο πίσω απ'αυτόν. Κρύφτηκα για λίγο πίσω απ΄το γέρικο κορμό ενός δέντρου και σκύβοντας λίγο πιο κοντά αναγνώρισα την μορφή του Πέρσιβαλ που γονάτιζε μπροστά σε κάτι καλαμιές - δεν ήμουν και σίγουρη - κι έπαιρνε στα χέρια του κάποιον. Πλησίασα περισσότερο προς τη μεριά του, ούτως η άλλως δεν υπήρχε περίπτωση να με δουν. Ο κόμπος ήρθε και στάθηκε αστραπιαία στο λαιμό μου εμποδίζοντας την ίδια ώρα τον αέρα να εισέλθει στα πνευμόνια μου. Τα μάτια μου γούρλωσαν αμέσως στη θέα του πληγωμένου και βασανισμένου Γκάγουέιν λίγη ώρα μόνο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή και προφέρει τις ύστατες λέξεις του. Δεν μπορούσα να αρθρώσω ούτε μια λέξη, ούτε καν να κουνήσω τα μέλη του σώματος μου. Το μόνο που έκανα ήταν να κάθομαι εκεί βουβή - κανείς δεν θα ήταν σε θέση να με ακούσει- ακίνητη σαν άγαλμα καθώς ο αέρας φυσούσε κι έπαιρνε στο πέρασμα του τα φύλλα  και την ουρά του λευκού νυχτικού μου αλλά δεν με ένοιαζε. Χωρίς να το καταλάβω γονάτισα δίπλα στον Πέρσιβαλ , που τώρα είχε φέρει τις παλάμες του γύρω απ΄το πρόσωπο του συντρόφου του. Τα χέρια μου ακούμπησαν το έδαφος, βυθίστηκαν μέσα στην γη. Ήθελα να ουρλιάξω, να φωνάξω, να κλάψω αλλά την ίδια ώρα δεν ένιωθα ούτε δάκρυα ούτε την φωνή μου.


       

         

         
     
     
      "Εκείνη... οδεύει προς... το Άβαλον..."ψέλλισε εκείνος με κόπο καθώς πάλευε να πάρει ανάσα, μάταια όμως. Το τέλος ήταν πολύ κοντά.
      "Γκάγουέιν..."ψιθύρισε ο Πέρσιβαλ χαμηλόφωνα με ένα τρόπο σαν μην πίστευε πως όλο αυτό ήταν αλήθεια. Κι εγώ το ίδιο πίστευα, νόμιζα πως έβλεπα κάποιον εφιάλτη, πως κάποια στιγμή θα ξυπνούσα κι όλα αυτά θα ήταν ένα κακό όνειρο.
      "Απέτυχα..."πρόφερε ξανά εκείνος με οδύνη ανασαίνοντας με δυσκολία κι ενώ η φωνή του σιγά σιγά χανόταν. Μου φάνηκε πως είδα ένα δάκρυ να κυλάει στο πρόσωπο του κι έκανα να το πάρω από εκεί. Αμέσως όμως κατάλαβα πως ούτε κι εγώ ούτε κι εκείνος θα αισθανόμασταν την επαφή αυτή κι απομάκρυνα το χέρι μου με πόνο ψυχής.
      "Όχι δεν απέτυχες."τον διαβεβαίωσε αμέσως ο Πέρσιβαλ καθώς βλέπαμε κι οι δυο τις άμυνες του αγαπημένου μας προσώπου - εκείνου στο παρελθόν , εμένα στο μέλλον- να λιγοστεύουν και να μας αφήνουν. Είδα τα βλέφαρα της προηγούμενης ζωής του έρωτα μου να σφραγίζουν για πάντα ενώ ο φίλος και σύντροφος του, όλα αυτά τα χρόνια, τον καλούσε με το όνομα του παροτρύνοντας τον να αντέξει λίγο ακόμα αλλά αυτό ήταν αδύνατον.
       Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι, πριν γίνουν όλα σκόνη και θρύψαλα απ'τον αέρα που φυσούσε και προμήνυε την άφιξη μιας δυνατής καταιγίδας, ήταν τον Πέρσιβαλ να ξεφυσάει αγανακτισμένος, απελπισμένος, αφήνοντας τα δάκρυα του να πέσουν ελεύθερα για την απώλεια εκείνου. Είδα το μέτωπο του να ακουμπά πάνω στο δικό του θέλοντας να το νιώσει ζεστό κι ζωντανό κι όχι κρύο κι άψυχο. Στο τέλος όλα ήταν σκόνη στον άνεμο. Επικράτησε για άλλη μια φορά το σκοτάδι.


     
      Επανήλθα στην πραγματικότητα -'βγαίνοντας επιτέλους από εκείνον τον εφιάλτη'- ή για να ακριβολογώ καλύτερα... στο μέλλον, ανοίγοντας τα μάτια μου απότομα κι συνειδητοποιώντας πως ακόμα βρισκόμουν στην αγκαλιά του Πέρσιβαλ. Ανοιγόκλεισα για λίγο τα βλέφαρα μου. Ακόμα και τώρα συνέχιζα να ακούω το κελάηδημα των πουλιών με την διαφορά ότι τώρα το φως του ήλιου έμπαινε μέσα απ'τα παραθυρόφυλλα και φώτιζε το δωμάτιο. Έγειρα το κεφάλι μου προς το φως αντικρίζοντας το, θέλοντας να πάρω δύναμη από αυτό. Δεν μπορούσα. Άρχισα ξανά να κλαίω, οι λυγμοί και τα αναφιλητά μου δεν είχαν τελειωμό. Όπως και στο όραμα μου ήθελα να ουρλιάξω απ'το πόνο που ένιωθα λίγο λίγο να με κυριεύει, να θρηνήσω για δεύτερη φορά - αυτή τη φορά για το χαμό του στο παρελθόν - αλλά δεν μπορούσα.


     
     
      Όταν είχε πεθάνει ο Γκάβιν στα χέρια μου οι κραυγές κι τα ουρλιαχτά που είχα αφήσει τότε δεν είχαν προηγούμενο. Τα τζάμια του σπιτιού, των παραθύρων και της μπαλκονόπορτας έσπασαν μονομιάς στο άκουσμα της δυνατής φωνής μου ενώ όλο το σπίτι άρχισε να κουνιέται και να σείεται. Ρήγματα και σοβάδες έπεφταν ολόγυρα μας κι οι αδελφές μου φοβήθηκαν πως το κτίριο θα γκρεμιζόταν. Αν δεν μας διακτίνιζε η Άννα στη Μαγική Σχολή πιθανότατα ίσως κι να ήμασταν νεκρές. 'Καλύτερα' σκεφτόμουν λίγες μέρες μετά, 'τι σημασία είχε η ζωή χωρίς εκείνον'. Η οδύνη μου καταλάγιασε με τον καιρό από τότε. Ποτέ όμως δεν φανταζόμουν ότι θα ξαναζούσα τον ίδιο πόνο. Ένιωθα την ανάγκη να εκδηλωθώ με τον ίδιο τρόπο όπως εκείνη τη στιγμή. Φοβόμουν όμως πως ο Πέρσιβαλ θα τρομοκρατούνταν, θα με άφηνε μόνη και δεν το άντεχα αυτό. Αυτή τη στιγμή τον χρειαζόμουν περισσότερο απ'τον οποιονδήποτε.
     Έστρεψα για άλλη μια φορά το κεφάλι μου πάνω στον ώμο του, κι έσφιξα με όλη μου την δύναμη τα χέρια του μέσα στα δικά μου παρακαλώντας τον με αυτόν τον τρόπο να μείνει κοντά μου. Εκείνος αντιλαμβανόμενος την ταραχή μου, την λύπη που αισθανόμουν καθώς έχυνα τα δάκρυα μου, έφερε το χέρι του στο μέτωπο μου κάνοντας πέρα τα μαλλιά μου κι φίλησε αμέτρητες φορές την κορυφή του κεφαλιού μου. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου παίρνοντας βαθιές, ήρεμες ανάσες νιώθοντας την ίδια ώρα τα ζεστά χείλη του Πέρσιβαλ πάνω στα μαλλιά μου που με ακουμπούσαν απαλά. Χωρίς να το καταλάβω είχε περάσει τα χέρια μου γύρω απ'το λαιμό του, με είχε σηκώσει απ'το έδαφος κι με είχε εναποθέσει πάνω στο κρεβάτι. Έκανε να απομακρυνθεί αλλά δεν τον άφησα. Με ένα τρομαγμένο κούνημα του κεφαλιού μου του έδωσα να καταλάβει πόσο πολύ τον χρειαζόμουν. Εκείνος ξάπλωσε δίπλα μου, απλώνοντας το ένα χέρι στη μεριά μου και παίρνοντας με στην αγκαλιά του, έγειρα στο πλευρό του φέρνοντας πάνω στο στήθος του την παλάμη μου κι έκλεισα τα μάτια μου. Λαχταρούσα έναν ύπνο, γλυκό δίχως εφιάλτες, δίχως όνειρα , δίχως εκείνα τα οράματα που με στοίχειωναν, με 'ξεζούμιζαν' παίρνοντας όλη τη ζωή από μέσα μου.


     
       
       Εκείνος αναστέναξε κάποια στιγμή και τρόμαξα για το τι θα μου έλεγε. Δεν ήθελα να μιλήσω γι αυτό. "Μη με ρωτήσεις, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ."του έλεγα ξανά και ξανά με σπασμένη, τρεμάμενη φωνή.
      "Δεν θέλω να μου πεις."μου αποκρίθηκε ήρεμα εκείνος. Έτριψε την πλάτη και το χέρι μου καθησυχάζοντας με. "Σςς ηρέμησε, πάει, πέρασε."
      "Πέρσιβαλ..."πρόφερα με κόπο, έγειρα να τον κοιτάξω. "Μη, μη με φοβάσαι. Δεν πρόκειται να σε βλάψω. Δεν έχω καμιά πρόθεση να σου κάνω κακό. Δεν...δεν είμαι σαν εκείνη, τη Λάμια. Δεν θα το άντεχα αν..."κόμπιασα αλλά έπρεπε να συνεχίσω. Εκείνος είχε μείνει άναυδος να με παρατηρεί. "Δεν είμαι κάποιο τέρας, μη...μην με σκέφτεσαι έτσι. Δεν το αντέχω, με σκοτώνει. Σε παρακαλώ..."
      "Πως...πως ξέρεις τι σκέφτομαι αυτή τη στιγμή;"με ρώτησε εκείνος τρέμοντας.
      "Είμαι εμβιωτική."είπα και πρόσθεσα με δυσκολία. "Αισθάνομαι τα συναισθήματα αυτών που βρίσκονται πολύ κοντά μου, για το αν λένε την αλήθεια ή ψέματα, αν έχουν δόλιους σκοπούς. Στην αρχή ούτε αυτό δεν μπορούσα να το υπομείνω, το κεφάλι μου κόντευε να σπάσει. Με τον καιρό όμως έμαθα να το χειρίζομαι, είναι μία απ'τις 'κατάρες' μου κι αυτό. Ενοχλητική θα την χαρακτήριζα."
      "Ή μπορεί και χάρισμα."μίλησε εκείνος ύστερα από λίγο σέρνοντας τα δάχτυλα του στο μάγουλο μου.
      "Δεν θα το έλεγα."έσκουξα άθελα μου.
       Πέρασε λίγη ώρα μέχρις ότου μου αποκριθεί ξανά, άφησε έναν στεναγμό και μου ψιθύρισε χαμηλόφωνα. "Ακόμα κι αν με σκότωνες δεν με νοιάζει για το τι θα μου συμβεί Μόργκαν. Δεν με νοιάζει τίποτα τώρα πια."
       "Πως μπορείς να το λες αυτό; Εσύ πριν από λίγο με απέτρεψες απ'το να αυτοκτονήσω και τώρα μου μιλάς για θάνατο;! Αν χαθείς κι εσύ τι θα γίνει το Κάμελοτ, ποιος θα προστατέψει το βασίλειο, τούτη την πόλη, τις γυναίκες και τα παιδιά, ποιος θα τους σώσει, ποιος θα τους δώσει ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον;! Αν χαθείς κι εσύ..."δεν μπόρεσα να συνεχίσω, έφερε τα ακροδάχτυλα του στην άκρη των χειλιών μου.
       "Μακάρι να ήξερα τι νιώθεις εσύ αυτή τη στιγμή."ευχήθηκε, δεν θα του κρατούσα τίποτα κρυφό, θα του έλεγα την αλήθεια.
       "Φόβο Πέρσιβαλ, μόνο φόβο νιώθω. Οργή, πόνο, ενοχές, λύπη. Μόνο αυτά."είπα καθώς τον κοιτούσα ευθεία μέσα στα μάτια του κι εκείνος ανταπέδιδε το ίδιο έντονα στην ταραγμένη έκφραση μου. "Αλλά έχω πάρει τις αποφάσεις μου και ξέρω από δω και πέρα τι πρέπει να κάνω."συμπλήρωσα προσπαθώντας την ίδια ώρα να ακουστώ σίγουρη. "Το μόνο που ζητώ προς το παρόν είναι λίγος χρόνος να συνέλθω, και για να το κάνω έχω ανάγκη απ'την βοήθεια σου."
      Τον παρατηρούσα αβέβαιη, δεν ήξερα ποιες θα ήταν οι κινήσεις του, η αντίδραση του στο άκουσμα αυτής μου της παράκλησης. Το χέρι του μετακινήθηκε απ'το μάγουλο μου στο λαιμό μου τρίβοντας τον, μαλάζοντας τον απαλά. Έκανε πέρα άλλη μια τούφα απ΄τα μαλλιά μου προκειμένου να με κοιτάξει καλύτερα και για να μην πέφτουν μπροστά στο μέτωπο μου και τότε με έκπληξη διαπιστώσαμε - κι εκείνος όπως κι εγώ - πως ήταν βρεγμένα.
      "Είσαι ιδρωμένη."μου είπε ενώ συνέχισε να με χαϊδεύει.
      "Δεν είναι τίποτα, μάλλον θα είναι απ'τον πυρετό και τα συνεχή οράματα που έβλεπα την νύχτα."βιάστηκα να του εξηγήσω παίρνοντας την ίδια ώρα το χέρι του μέσα στο δικό μου, τρίβοντας το. Με αυτόν τον τρόπο τον ευχαριστούσα που με φρόντιζε. Του χαμογέλασα, το χαμόγελο μου ήταν χλωμό κι αδύναμο. Περίμενα κι από εκείνον το ίδιο. Αντίθετα ο Πέρσιβαλ χαμήλωσε το βλέμμα του, φαινόταν ξαφνικά διστακτικός. "Τι συμβαίνει;"τον ρώτησα μπερδεμένη. Η παλάμη μου άγγιξε αυθόρμητα το πρόσωπό του. Τρόμαξα προς στιγμήν γιατί εκείνος την πήρε μέσα στη δική του αμέσως και την φίλησε.
     "Είπες συνεχή οράματα... εννοούσες και την μάχη στο Κάμλαν;"μίλησε τελικά.
      Του έγνεψα καταφατικά χωρίς να τον κοιτώ, δεν άντεχα να μιλώ γι'αυτό, 'Όχι δεν άντεχα!'ούρλιαζα από μέσα μου.
      "Και το θάνατο του Αρθούρου;"συνέχισε εκείνος χωρίς να αντιλαμβάνεται την σουβλιά μέσα στην καρδιά μου. "Και τον θάνατο του Γκά..."
      Τα χέρια μου βρέθηκαν έξαφνα στο στόμα του κι σε λίγο τα αντικατέστησαν τα χείλη μου χαρίζοντας του ένα τρυφερό φιλί, ίσα για να αγγίξω τα χείλη του με τα δικά μου, να τον κάνω να σωπάσει, να μην προκαλεί άθελα του άλλο τον πόνο και των δυο μας.
      "Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ..."του ψιθύρισα ξανά ενώ απομακρυνόμουν. Είχαμε κι οι δυο κλειστά τα μάτια μας, όταν επιτέλους εκείνος τα άνοιξε ήταν σαν να έβγαινε από κάποιο όνειρο.
      "Δεν πέθανα;!"αναρωτήθηκε. Του χάρισα ένα πλατύ χαμόγελο.
      "Όχι."είπα ενώ χάιδευα το μάγουλό του. "Κι ούτε πρόκειται να πάθεις κάτι από μένα ιππότη, δεν θα το άντεχα αν σου συνέβαινε κάτι. Κι όποιος σε αγγίξει θα'χει να κάνει μαζί μου."
      Ξαφνικά με τράβηξε στην αγκαλιά του κι με έσφιξε τόσο πολύ μέσα σε αυτήν που για λίγο νόμιζα πως δεν θα μπορούσα να αναπνεύσω. Έσκουξα και του παραπονέθηκα κι πολύ γρήγορα εκείνος χαλάρωσε τα δεσμά του.
       "Συγχώρεσε με λαίδη μου, σου ζητώ συγγνώμη με συγχωρείς."μου αποκρίθηκε λίγες στιγμές αργότερα.
       "Όχι Πέρσιβαλ. Αν κάποιος χρειάζεται συγχώρεση εδώ αυτή είμαι εγώ."σήκωσα το βλέμμα μου για να τον συναντήσω. "Εμένα πρέπει να συγχωρήσεις, την δική σου συγχώρεση ζητώ ιππότη γιατί λυπάμαι... Δεν ξέρεις πόσο πολύ λυπάμαι."του έλεγα με ραγισμένη φωνή. Τα μάτια μου θόλωναν απ'τα δάκρυα.
      Έγειρε προς το μέρος μου αφήνοντας ένα φιλί στο μέτωπό μου κι στη συνέχεια το άγγιξε με το δικό του. "Την έχεις."πρόφερε αργά και σταθερά εκείνος φέρνοντας τις παλάμες του στα μάγουλά μου, όπως είχε κάνει και με εκείνον στο όραμα μου. "Και τώρα πες μου τι θέλεις να κάνω."
      "Δεν θέλω να κάνεις τίποτα, δεν θέλω να βάλεις κι εσύ σε κίνδυνο την ζωή σου. Το μόνο που επιθυμώ αυτή τη στιγμή είναι..."
       "Τι είναι;"
       "Να κοιμηθώ."του αποκρίθηκα χωρίς ίχνος ντροπής. Τον κοίταξα παίρνοντας ένα αθώο ύφος. "Όλο το βράδυ δεν μπόρεσα να..."
      "Καταλαβαίνω."με διέκοψε κι τότε ένιωσα το πρώτο κύμα ανακούφισης. "Ούτε εγώ κατάφερα να ξεκουραστώ. Όλη τη νύχτα βρισκόμασταν στην αίθουσα συμβουλίου μαζί με τις αδελφές σου. Δεν έχω κοιμηθεί... καθόλου."
      Εναπέθεσα ξανά το κεφάλι μου πάνω του φέρνοντας το χέρι μου στο στέρνο του, στο σημείο της καρδιάς του, κλείνοντας τα βλέφαρά μου, παροτρύνοντας τον την ίδια στιγμή να κάνει το ίδιο. Τα μπράτσα του βρέθηκαν ξαφνικά γύρω μου, τα χέρια του με έσφιξαν γερά και προστατευτικά μέσα στην αγκαλιά του. Η καρδιά μου ράγιζε και μόνο στην σκέψη αλλά δεν μπορούσα να αντισταθώ, έπρεπε, ήθελα να του το πω.
      "Πέρσιβαλ;"
      "Χμ...;"έκανε εκείνος κι απ'την απόκριση του κατάλαβα πόσο καταβεβλημένος ήταν.
       "Λίγο πριν πας κοντά του στο δάσος, όταν σας έπιασε η Μογκάνα..."άρχισα εγώ καθώς εκείνος με έφερνε στο ύψος των ματιών του, συναντώντας ξανά το βλέμμα μου, φέρνοντας το χέρι του στο πηγούνι μου. Ήξερε πως θα τον απέφευγα γι'αυτό και με κρατούσε τόσο κοντά του, δεν ήταν όμως η πρόθεσή μου αυτή. Συνέχισα προσπαθώντας να μην λυγίσω. "Ήσουν κρεμασμένος στο δέντρο, στην προσπάθεια σου να  ξεφύγεις για να τρέξεις να τον σώσεις άκουγες τις φωνές του ενώ εκείνη τον βασάνιζε..."η φωνή μου για άλλη μια φορά είχε 'σπάσει'.
       Σταμάτησα ξαφνικά να μιλάω νιώθοντας την αφή των δαχτύλων του πάνω στα χείλη μου. Χωρίς να το καταλάβω, είχε σκύψει προς το μέρος μου και με φιλούσε. Οι παλάμες μου 'αγκάλιασαν' στη στιγμή το πρόσωπό του, ήμουν πρόθυμη να τον καθοδηγήσω ενώ τον αισθανόμουν διστακτικό, απόμακρο. Ήταν ένα φιλί άπειρο. Ωστόσο καθώς περνούσαν τα λεπτά γινόταν όλο και πιο γλυκό, όλο και πιο τρυφερό. Χάιδεψε για λίγο ο ένας τα χείλη του άλλου και στη συνέχεια τον ένιωσα να αποτραβιέται.  
      "Μόργκαν..."πρόφερε τρυφερά εκείνος το όνομα μου καθώς άνοιγα τα βλέφαρά μου αργά αργά, χαμηλώνοντας το βλέμμα του, αδυνατώντας να με κοιτάξει. Προς στιγμήν νόμιζα πως το είχα ονειρευτεί όλο αυτό. "Παρασύρθηκα, με συγχωρείς δεν έπρεπε."
      "Όχι, όχι εγώ φταίω."τον διέκοψα αμέσως. "Εγώ φταίω που το ανέφερα. Εγώ..."
      "Καλύτερα να μη μιλάμε γι αυτό."πρότεινε.
      "Καλύτερα, ναι."συμφώνησα παλεύοντας να πάρω βαθιές ανάσες. Ζαλιζόμουν, τα χέρια μου βρέθηκαν στα μπράτσα του,  κρατήθηκα από εκείνον.
       "Τρέμεις."είπε και με ξάπλωσε ανάσκελα πάνω στα σκεπάσματα καθώς πάσχιζα να κρατήσω για λίγο ακόμα ανοιχτά τα βλέφαρά μου αλλά δεν άντεχα. Ανοιγόκλειναν συνεχώς. "Λαίδη μου κοιμήσου, σε ικετεύω."με παρακάλεσε. Τον ένιωσα να γέρνει πάνω μου, την ανάσα του να μπλέκεται με την δική μου. "Χρειάζεσαι ξεκούραση."το χέρι του βρέθηκε να χαϊδεύει το μέτωπό μου, άφησα ένα αχνό χαμόγελο ως ένδειξη ευγνωμοσύνης.    "Εσύ...;"αναρωτήθηκα. Δεν ήθελα να φύγει από κοντά μου. Θα φρόντιζα εγώ γι αυτό, ήξερα τον τρόπο.
      "Δεν πάω πουθενά. Θα είμαι όλη την ώρα εδώ, θα κλείσω τα μάτια μου μαζί σου. Όταν ξυπνήσεις θα βρίσκομαι στο πλευρό σου. Δεν σ'αφήνω, μην φοβάσαι."με διαβεβαίωσε εκείνος.
      "Θα στον φέρω πίσω."ψέλλισα ανάμεσα στους λυγμούς μου καθώς με έπαιρνε ο ύπνος σιγά σιγά, αυτή τη φορά χωρίς οράματα, ήσυχα, ήρεμα, απλώς θα κοιμόμουν. Επιτέλους για λίγη ώρα θα αναπαυόμουν, έστω για λίγο. "Στο ορκίζομαι, ακόμα κι αν χρειαστεί να πεθάνω προσπαθώντας."πρόσθεσα καθώς χανόμουν στον κόσμο των ονείρων, γλυκών, χαρούμενων κι ευτυχισμένων, ευχήθηκα αυτή τη φορά από μέσα μου.
      "Τον θέλω πίσω αλλά σε θέλω κι εσένα ζωντανή... Μόργκαν."ψιθύρισε ο Πέρσιβαλ κι ήταν τα μόνα λόγια που άκουσα μαζί με το απαλό ζεστό χάδι που αισθάνθηκα πάνω στα μαλλιά μου λίγο πριν αποκοιμηθώ για τα καλά. Ένα γαλήνιο χαμόγελο στόλιζε τώρα τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου.



    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:37 pm, 4 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Πεμ Σεπ 19, 2013 12:22 am

    Camelot~Citadel{Griffin Staircase(upstairs)}, 7 June 496 A.D., Elena's Pov {3rd scene part 1}


     
      Βάδιζα δίπλα στον Μέρλιν σιωπηλή προς το παρόν, με τα χέρια σταυρωμένα. Βρισκόμασταν λίγο πιο πέρα απ'την Στρογγυλή Τράπεζα ή αλλιώς την αίθουσα συμβουλίου όπως την ονόμαζαν. Κατευθυνόμασταν προς το δωμάτιο όπου βρισκόταν η Μόργκαν μαζί με την Άννα, ο Μέρλιν μου είπε πως κι οι δυο βρίσκονταν υπό την φροντίδα του Γάιου αλλά ακόμα κι εγώ - όπως κι εκείνος - δεν είχαμε ιδέα για το εάν η Μόργκαν είχε καταφέρει να ξυπνήσει. Έγειρα διακριτικά για λίγο το κεφάλι μου στο πλάι, ρίχνοντας μια ματιά στην ξαδέλφη μου που μιλούσε με τον Άγκραβέιν λίγο πιο πίσω. Την παρατήρησα προσεκτικά.
      Η Τζέιν φαινόταν αναστατωμένη. Απ'την στιγμή που ο Σερ Λάιονελ μαζί με τον Μέρλιν μας εξιστόρησαν την περιπέτεια τους και τον άδικο χαμό του Σερ Έλυαν στον 'Σκοτεινό Πύργο' , η ξαδέλφη μου δεν ξαναβρήκε ησυχία. Κατά την διάρκεια της εξιστόρησης άφηνε συνεχείς αναστεναγμούς κι έπαιρνε βαθιές ανάσες, έκανε πέρα δόθε γύρους μέσα στην αίθουσα και γενικότερα βρισκόταν 'σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.' Για να μην αναφέρω το σημείο όπου μάθαμε ότι τελικά ο Σερ Έλυαν άφησε την τελευταία του πνοή στα χέρια της πολυαγαπημένης του αδελφής στην προσπάθεια του να την σώσει απ'τα τρομερά μάγια της Μοργκάνα. Η Τζέιν τότε σωριάστηκε στον θρόνο κι άφησε ελεύθερα τα δάκρυα της να πέσουν. Αμέσως γονάτισα στο πλευρό της, είδα κι έπαθα να την συνεφέρω. Εκτός του ότι μας θύμιζε τον εξίσου άδικο χαμό του Έλλιοτ στο μέλλον, απ'την άλλη ήταν και το όνομα. 'Έλυαν=Έλλιοτ.'σκεφτόμουν. 'Τι στο καλό γινόταν εδώ πια;!'φώναζα εξαγριωμένη από μέσα μου. Είχαμε γυρίσει στο παρελθόν έχοντας μια αποστολή να φέρουμε εις πέρας. Αντί αυτού όμως ένιωθα σαν να ξαναζούσαμε το μέλλον σε άλλη διάσταση. Ο θάνατος του αδελφού της λαίδης Γκουίνεβιρ, η θυσία του Σερ Γκάγουέιν που δεν υπήρχε αμφιβολία - μετά την αφήγηση του ιππότη Πέρσιβαλ ήμουν πλέον σίγουρη πως ήταν ίδιος και απαράλλαχτος με τον Γκάβιν στο μέλλον. Η σκέψη μου πέταξε στην Μόργκαν,  θα αισθανόταν ένα ράκος όταν το μάθαινε. Πόσο μάλλον όταν γυρνούσε πίσω βλέποντας το σαν όραμα. Δεν ήθελα ούτε καν να το φανταστώ. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά το ειδύλλιο της Λαίδης Ελέιν με τον Λάιονελ. 'Γιατί Θεέ μου όλα σε μένα;!' έσκουξα από μέσα μου ξεφυσώντας κουρασμένα. Το γεγονός ότι ο πιο μεγάλος κι αξιόλογος μάγος που έζησε ποτέ είχε την μορφή ενός δαίμονα και ταυτόχρονα της ανερχόμενης Πηγής του Κάτω κόσμου και το κέντρο όλου του κακού, αυτό το προσπερνώ.
      Έριξα μια φευγαλέα ματιά στον Μέρλιν που περπατούσε αυτήν την φορά μπροστά από μένα οδηγώντας μας στο μέρος όπου βρίσκονταν οι αδελφές μου. Άρπαξα την ευκαιρία. Έπρεπε κάποια στιγμή να τελειώνει όλο αυτό το αστείο.
       "Αν δεν κάνω λάθος ήθελες να μου μιλήσεις για κάτι προηγουμένως."ξεκίνησα, στο λεπτό βρέθηκα ξανά δίπλα του. Δεν τον κοίταξα όμως, το βλέμμα μου ήταν προσηλωμένο ευθεία μπροστά, στο κενό.
       "Εμ... νομίζω πως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή."αποκρίθηκε εκείνος προβληματισμένος , γυρνώντας διστακτικά προς την μεριά του αφέντη του και της ξαδέλφης μου. Δεν είχα όλη τη μέρα για να την χαραμίσω.
       "Δεν θα υπάρξει άλλη στιγμή Έμρυς γι'αυτό ότι είναι να πεις πεσ'το τώρα!"γρύλισα μέσα στο μυαλό του Μέρλιν αναφέροντας το άλλο όνομα που υπέθεσα πως χρησιμοποιούσαν οι μάγοι της εποχής του. Εξακολουθούσα να μην τον κοιτώ. Στη στιγμή αισθάνθηκα τη ματιά του 'καρφωμένη' πάνω μου, σίγουρα θα τον είχα αφήσει άφωνο.
      "Μπορείς...μπορείς και μου μιλάς όπως..."άρχισε εκείνος λίγες στιγμές αργότερα ανακτώντας το κουράγιο του αλλά δεν τον άφησα να συνεχίσει. Σταμάτησα απότομα το βήμα μου ρίχνοντας του μια βλοσυρή ματιά.
      "Συμβαίνει κάτι;"μας ρώτησε ξαφνικά ο Άγκραβέιν βλέποντας μας να κοιτάμε ο ένας τον άλλον, ο Μέρλιν λες κι είχε χάσει την λιαλιά του κι εγώ έτοιμη να τον 'πνίξω'.
      "Απολύτως τίποτα."μούγκρισα συνεχίζοντας το βάδισμα μου. "Τελείωνε! Δεν έχω χρόνο για χάσιμο!"του απευθύνθηκα ξανά.
       "Όχι αν δεν μου πεις πως μπορείς και το κάνεις αυτό."μίλησε κι εκείνος επιτέλους στον ίδιο τόνο κι για λίγο μου πέρασε η ιδέα να αρχίσω να κοπανιέμαι στον τοίχο αλλά συγκρατήθηκα, δεν θα του έκανα την χάρη.
       "Για το Θεό Μέρλιν! Άκουσα την φωνή σου καθώς μας ρουφούσε το Βιβλίο των Σκιών και μας έφερνε εδώ. Επίσης μου συστήθηκες ως Έμρυς. Τι άλλο περιμένεις να σου πω;! Πως είμαι δρυίδης όπως κι εσύ, στην περίπτωση μου 'μάγισσα' είναι πιο σωστός αυτός ο όρος. Κι ίσως - όπως θεωρείς κι εσύ - πιο ισχυρή κι από σένα."
       "Ίσως να έχεις δίκιο."μου αποκρίθηκε κι ένιωσα ένα είδος ανακούφισης. Επιτέλους θα μου μιλούσε. Αντί αυτού όμως... "Εμ τι είναι το Βιβλίο των Σκιών;"αυτή τη φορά τον κατακεραύνωσα με το βλέμμα μου.
       "Μέρλιν..."γρύλισα ξανά. "Ή θα μιλήσεις ή θα σε ανατινάξω."τον απείλησα. Φυσικά και δεν θα έκανα κάτι τέτοιο, πως αλλιώς όμως θα τον πίεζα να ανοίξει το ρημάδι το στόμα του;!
       "Καλά καλά... Η Μόργκαν, η αδελφή σου, μου ανέφερε πως η επόμενη ζωή μου στο μέλλον είναι μοχθηρή σωστά; Επίσης εκείνος, ο Μάγκνους, είναι ολόιδιος με μένα."περίμενε κάποιου είδους επιβεβαίωση οπότε κι εγώ κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου, γνέφοντας του την ίδια ώρα να συνεχίσει. "Αντιλαμβάνεσαι λοιπόν πως το ίδιο συμβαίνει και σε σένα εδώ, στο παρελθόν έτσι;"
       "Δεν χρειάζεται εμπέδωση. Μοιάζω, αποτελώ τέλος πάντων την επόμενη ζωή της Λαίδη Ελέιν. Παρακάτω."
       "Ναι... Χμ δεν αναφερόμουν στην Λαίδη Ελείν."μίλησε ο Μέρλιν μέσα στο μυαλό μου κι αυτή τη φορά ένιωσα την φωνή του κάπως απόμακρη, σαν να απέφευγε κάτι. Τον κοίταξα συνοφρυωμένη. Περίμενα περισσότερα για να του αποκριθώ. "Ελένα... Γνωρίζεις, έχεις ακούσει για την Κυρά της Λίμνης στο μέλλον;"με ρώτησε τελικά ύστερα από πολλή ώρα.
       "Είναι αυτή που δίνει το Εξκάλιμπερ στον Αρθούρο; Τον μεταφέρει στο Άβαλον μετά τη μάχη στο Κάμλαν; Νομίζω κάτι παίχτηκε και μαζί σου, αλλά όχι την πραγματική ταυτότητα της κυρίας, το όνομα της, καθώς επίσης και τα προσωπικά της, δηλαδή δεν τα γνωρίζω."του είπα κι ήταν η αλήθεια, ήταν ότι είχα ακούσει κι ήξερα όλα κι όλα απ'την γιαγιά μου κι απ'αυτά που μας μάθαιναν στο σχολείο.
       "Φρέγια, την έλεγαν Φρέγια."έγειρα προς τον Μέρλιν κοιτώντας τον περίεργα, καχύποπτα. Είχε προφέρει το όνομα με τρυφερότητα ή ήταν η ιδέα μου; Ήμουν έτοιμη να τον ρωτήσω , αλλά εκείνος με αιφνιδίασε προσθέτοντας. "Ζούσε σε ένα όμορφο μέρος με βουνά, δέντρα, κι μια λίμνη μέχρι που η οικογένεια της πέθανε κι τότε με κάποιον τρόπο τέθηκε υπό την προστασία των δρυίδων. Ποτέ δεν έμαθα αν κατείχε η ίδια κάποια μαγική δύναμη." Δεν τον διέκοψα, τον άφησα να ολοκληρώσει ενώ περπατούσαμε κι οι δυο τώρα αμίλητοι στη μέση του διαδρόμου ακούγοντας πίσω μας τις φωνές της Τζέιν και του Άγκραβέιν αλλά μη δίνοντας σημασία σε ότι έλεγαν εκείνοι. Ήμασταν απορροφημένοι στη δική μας συζήτηση. Ξαφνικά η έκφραση μου είχε γίνει πολύ σοβαρή, δεν ήξερα γιατί. "Μια μέρα ένας άντρας της επιτέθηκε κι εκείνη τον σκότωσε στην προσπάθεια της να υπερασπιστεί τον εαυτό της." 'Καλά του έκανε' σκέφτηκα εγώ από μέσα μου ενώ ο Μέρλιν μιλούσε. 'Κι εγώ το ίδιο θα έκανα'. "Η οικογένεια όμως του άντρα που είχε σκοτώσει την καταράστηκε."η ματιά μου είχε γείρει έξαφνα σε εκείνη του Μέρλιν, μου την ανταπέδωσε καθώς τον άκουγα μέσα στο μυαλό μου. "Να μεταμορφώνεται σε ένα τεράστιο μαύρο πάνθηρα με φτερά νυχτερίδας, μετά τα μεσάνυχτα με μια ακόρεστη επιθυμία να σκοτώσει, χωρίς η ίδια να είναι σε θέση να το ελέγχξει." Άφησα τα χέρια μου ελεύθερα να ξεμουδιάσουν, πήρα μια βαθιά ανάσα. Έκλεισα για λίγο τα μάτια μου, 'Ψυχραιμία'.σκέφτηκα. "Ελένα;"ένιωσα τον Μέρλιν δίπλα μου να αγγίζει με αβεβαιότητα τα δάχτυλα μου. Τα άρπαξα και τα έσφιξα με δύναμη καθώς εκείνα μπλέκονταν με τα δικά μου.
       "Οι συγγραφείς αποκαλούν αυτό το πλάσμα Bastet, πρόκειται για ένα τέρας του εφιάλτη που κατοικεί στον κόσμο του λυκόφωτος μεταξύ των ζωντανών και τον νεκρών. Η προέλευση του έχει κι αιγυπτιακές ρίζες αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης."του εξήγησα, τον κοίταξα αμήχανα για λίγο κι αμέσως χαμήλωσα το κεφάλι μου.
       "Ακριβώς. Πως τα γνωρίζεις όλα αυτά;"με ρώτησε με τέτοιον τρόπο που μπορούσα να αισθανθώ το χαμόγελο του. 'Δεν θα σε κοιτάξω, όχι δεν θα σε κοιτάξω!'έλεγα κάθε τόσο από μέσα μου. Αυτή τη φορά δεν θα λύγιζα, σε καμία περίπτωση.
       "Δεν έχει σημασία αυτή τη στιγμή. Συνέχισε."τον παρακάλεσα και προς μεγάλη μου έκπληξη κι ανακούφιση βιάστηκε να ικανοποιήσει την επιθυμία μου.
       "Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Φρέγια να διωχθεί απ'την φυλή των δρυίδων, θεωρώντας την την ίδια ώρα επικίνδυνη για εκείνους, παρά το γεγονός ότι  εκείνοι δεν εγκατέλειπαν ποτέ κάποιον που χρειαζόταν την βοήθεια τους." 'Ηλίθιοι' μούγκρισα από μέσα μου αλλά όχι τόσο δυνατά , δεν ήθελα να με ακούσει ο Μέρλιν. "Η Φρέγια πιάστηκε και φυλακίστηκε σε ένα κλουβί από ένα κυνηγό τεράτων ο οποίος κάνοντας στάση στο Κάμελοτ μου έδωσε την ευκαιρία να την γνωρίσω, να την ελευθερώσω παρά τα παρακάλια και τις προειδοποιήσεις του Γάιου. Δεν το μετανιώνω όμως, ακόμα κι αν γνώριζα σε τι μεταμορφωνόταν - κάτι το οποίο τότε αγνοούσα - και πάλι θα την έσωζα. Έχω κάνει πολλά λάθη στη ζωή μου απ΄τη στιγμή που ήρθα εδώ, γι αυτό όμως δεν μετανιώνω." Στράφηκα ξανά προς το μέρος του, 'τι σήμαινε για εκείνον το κορίτσι άραγε;'αναρωτήθηκα. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο συνεχίσαμε να κρατιόμαστε απ'το χέρι. "Την έκρυψα στις κατακόμβες, ένιωθα τέτοια ανακούφιση που μπορούσα πλέον να μοιραστώ με κάποιον το μυστικό μου, αλλά κι εκείνη το ίδιο, επιτέλους είχε εμφανιστεί κάποιος στη ζωή της που την θεωρούσε κάτι ξεχωριστό και δεν την έβλεπε σαν κάποιο τέρας όπως όλοι οι άλλοι. Αυτός ο δεσμός, μεταξύ μας, τελικά εξελίχθηκε σε αγάπη."
       Κοντοστάθηκα σε μια γωνιά, τραβώντας τον Μέρλιν προς το μέρος μου, κρατώντας τα χέρια του. Η Τζέιν κι ο Άγκραβέιν κατάλαβαν την ξαφνική αδιαθεσία μου και με πλησίασαν. Ο Μέρλιν είχε γείρει από πάνω μου. "Ελένα;"τον άκουσα να λέει και τότε στράφηκα στην ξαδέλφη μου καθησυχάζοντας την.
       "Είμαι μία χαρά!"την διαβεβαίωσα δίνοντας έμφαση στα λόγια μου.
       "Είσαι σίγουρη;"με ρώτησε καχύποπτα εκείνη. Δεν της έδωσα σημασία. Αμέσως μίλησα στον γιο του Λοτ.
       "Άρχοντα Άγκραβέιν γνωρίζετε υποθέτω που βρίσκονται οι αδελφές μου."είπα κι εκείνος έγνεψε καταφατικά. "Θα σας παρακαλούσα να προπορευτείτε, θα είμαστε πίσω σας. Θα ήθελα να μιλήσω για λίγο με τον 'υπηρέτη' σας."κοίταξα αβέβαιη για μια στιγμή τον Μέρλιν.
       "Πολύ καλά."αποκρίθηκε εκείνος κι έκανε χώρο στην Τζέιν να περάσει. "Λαίδη Τζένιφερ..."άπλωσε το χέρι του και περίμενε απ'την ξαδέλφη μου να συνεχίσει αλλά εκείνη δεν το κουνούσε ρούπι.
       "Πήγαινε."την παρότρυνα. "Θα σου εξηγήσω αργότερα."της υποσχέθηκα. Λίγα λεπτά αργότερα έβλεπα εκείνη και τον βασιλιά να χάνονται στο βάθος του διαδρόμου. Τράβηξα απότομα τα χέρια μου από εκείνα του Μέρλιν. "Τι σχέση έχουν με μένα όλα αυτά; Γιατί μου τα λες;!"του 'πέταξα' απότομα για άλλη μια φορά έχοντας βγει στην κυριολεξία απ'τα ρούχα μου.
       "Ελένα..."προσπάθησε να με ηρεμήσει εκείνος αλλά εγώ δεν άκουγα τίποτα και κανέναν.
       "Το κορίτσι Μέρλιν; Πες μου τι απέγινε το κορίτσι!"επέμεινα.
       "Μετά από δυο βραδιές όλες κι όλες που έμεινε στο Κάμελοτ κι προκαλώντας τον θάνατο τεσσάρων αθώων ανθρώπων, οι ιππότες την καταδίωξαν και την πλήγωσαν θανάσιμα. Την πήρα μαζί μου κοντά στη λίμνη Άβαλον για να πεθάνει ειρηνικά, να φύγει γαλήνια. Την έβαλα σε μια βάρκα, την έσπρωξα μέσα στο νερό και της έβαλα φωτιά προσφέροντας της την ίδια ώρα αξιοπρεπή κηδεία , όμοια με εκείνη των Βίκινγκς. Η Φρέγια αυτομάτως, μετά το θάνατο της στην λίμνη Άβαλον, με κάποιον μαγικό τρόπο έγινε η Κυρά της Λίμνης!"
       "Πως είσαι σίγουρος πως είναι αυτή;!"τον ρώτησα σταυρώνοντας ξανά τα χέρια μου και κοιτώντας τον όπως πάντα βλοσυρά.
       "Δεν με πιστεύεις."διαπίστωσε εκείνος.
       "Θα'πρεπε;"τον ειρωνεύτηκα.
       "Μήπως θα ήθελες να σε πάω στην λίμνη να δεις την αντανάκλαση της από μέσα;"είχε πάρει ένα ύφος σκεφτικό σταυρώνοντας κι εκείνος τα χέρια του. Πόσο μου την 'έδινε' αυτή η έκφραση, μ'ρχόταν να τον σκοτώσω επιτόπου. "Μα τι λέω, αυτό είναι αδύνατον, θα σοκαριζόσουν στην προκειμένη περίπτωση."
       "Α μπα! Και για ποιον λόγο;!"έκανα προσποιούμενη ότι ανησυχούσα κι ότι με ένοιαζε.
       "Γιατί αποτελεί κι εκείνη την προηγούμενη ζωή σου! Ανόητη!"φώναξε ο Μέρλιν μέσα στο μυαλό μου με όλη του την δύναμη, κίνηση η οποία με έκανε να πιάσω το κεφάλι μου αυτόματα και με τα δυο μου χέρια φοβούμενη μη σπάσει. "Και σταμάτα να μου το 'παίζεις' έξυπνη γιατί δεν το'χω και σε πολύ να σε μεταμορφώσω σε βάτραχο. Με τρελαίνεις ήδη έχοντας αυτή την μορφή, μην δοκιμάζεις άλλο τις αντοχές μου. Δεν με έχεις δει αλλιώς."ψιθύρισε εκείνος χαμηλόφωνα μέσα στ'αυτί μου. Δεν πτοήθηκα.


     
     
      "Για κακή μου τύχη σε ξέρω πολύ καλά κι σε έχω δει κι αλλιώς...Έμρυς!"του αποκρίθηκα στον ίδιο τόνο, προσπαθώντας να επεξεργαστώ τι μου είχε πει πριν από λίγο.
      "Μην συγκρίνεις το παρελθόν με το μέλλον, δεν είμαι ο ίδιος. Ποτέ μου και σε καμία περίπτωση δεν θα σε έβλαπτα."είπε εκείνος κι έγειρα να τον κοιτάξω. Αυτή τη φορά είχα πάρει μια τρομοκρατημένη έκφραση.
     "Αυτό είναι αδύνατον."πρόφερα αδύναμα μέσα στο μυαλό του αναφερόμενη στο γεγονός πως είχα ζήσει δυο φορές  στο παρελθόν κι μάλιστα όχι σε διαφορετικές εποχές αλλά στην ίδια, τόσο κοντά η μία με την άλλη. Δεν έστεκε, δεν ευσταθούσε.



     
       "Όχι δεν είναι. Κι αν νομίζεις πως σου λέω ψέματα, πως δεν σου λέω την αλήθεια μπορούμε να πάμε όποτε θες στην λίμνη να το δεις κι εσύ, με τα ίδια σου τα μάτια."δεν το έβαζε κάτω. Είχα απελπιστεί, γονάτισα στο έδαφος, παίρνοντας αγκαλιά τα γόνατά μου, ξεφυσώντας νευρικά. Δεν ήθελα να αφήσω τα δάκρυα μου ελεύθερα αλλά πόσο ακόμα να άντεχα. Δεν ήμουν κι από πέτρα 'φτιαγμένη'. Αισθανόμουν την καρδιά μου που χτυπούσε σαν τρελή. Τον είδα να γονατίζει δίπλα μου, να παίρνει το πρόσωπο μου μέσα στα χέρια του. "Σ'αγαπούσα Ελένα, ακόμα σ'αγαπάω. Σε λατρεύω. Δεν υπήρξε ποτέ καμιά, κι ούτε θα υπάρξει ποτέ καμία άλλη στη ζωή μου. Μόνο εσύ, μόνο η μορφή σου. Όπως κι ας σε λένε, Φρέγια, Ελέιν, Ελένα. Εσύ, μόνο εσύ! Μπορεί να ήσουν καταδικασμένη αλλά σ'αγαπούσα."μου εκμυστηρεύτηκε εκείνος. Διέκρινα το αμυδρό του χαμόγελο καθώς σηκωνόμουν όρθια και στεκόμουν στα πόδια μου.
      "Πως γίνεται και τις δυο φορές στο παρελθόν να έζησα αλλά να πέθανα τόσο νέα δίχως να ευχαριστηθώ την αγάπη;"αναρωτήθηκα ενώ την ίδια ώρα του εξέφραζα το παράπονο μου. "Τίποτα δεν πρόλαβα να χαρώ. Ακόμα και στο μέλλον αυτό φοβάμαι, εσύ έχεις ήδη σκοτωθεί κι εγώ θα πεθάνω χωρίς να..."
       Δεν με άφησε να ολοκληρώσω την φράση μου, όρμησε πάνω μου κλείνοντας με σφιχτά μέσα στην αγκαλιά του. Για λίγο τα χέρια μου έμειναν μετέωρα στον αέρα δίχως να ξέρω τι να κάνω. Όταν ένιωσα όμως τα δάχτυλα και το πρόσωπο του Μέρλιν να βυθίζονται μέσα στα μαλλιά μου, λαχταρώντας την μυρωδιά μου, θυμήθηκα τον Μάγκνους να κάνει ακριβώς το ίδιο κάθε βράδυ όταν πέφταμε για ύπνο, με έκλεινε προστατευτικά μέσα στα δεσμά του, έπαιρνε μία μία τις τούφες μου και προσπαθούσε να αιχμαλωτίσει το άρωμα τους. Έφερα τα χέρια μου στην πλάτη του, θέλοντας κι εγώ να τον κρατήσω. 'Μέρλιν/Μάγκνους'.μουρμούρισα από μέσα μου. 'Δεν είχε σημασία, έπρεπε να του το πω.'
       "Κι εγώ!"του αποκρίθηκα. Ο Μέρλιν έγειρε να με κοιτάξει φέρνοντας ξανά τις παλάμες του στα μάγουλά μου και παίρνοντας μακριά με τον αντίχειρα του το δάκρυ που είχε κυλίσει απ'τα μάτια μου. "Μπορεί στο μέλλον να ήσουν καταδικασμένος, αλλά όσο ζούσες κι απ'την ημέρα που σε εξοντώσαμε κι ύστερα... Δεν σταμάτησα στιγμή να σε σκέφτομαι, ήσουν η πρώτη μου έγνοια πριν κοιμηθώ και τα πρωινά προτού ξυπνήσω, ποτέ μου δεν σε ξέχασα, η καρδιά μου δεν μπορούσε να σε ξεγράψει τόσο εύκολα, ακόμα κι τώρα που παλεύεις ανάμεσα σε δυο διαστάσεις. Ήσουν κι θα είσαι για πάντα κομμάτι μου, δικό μου. Ήσουν καταδικασμένος κι όμως... Μέρλιν... Σ'αγαπούσα." Άλλο ένα δάκρυ χύθηκε κι ο Μέρλιν το πήρε φιλώντας με στο μάγουλο. Έκλεισα τα μάτια μου κι εκείνος τα δικά του, τα μέτωπα μας συναντήθηκαν.


     
     
      "Ελένα... Μην κλαις σε παρακαλώ, δεν το αντέχω. Θεέ μου είμαι τόσο ευτυχισμένος, χαίρομαι τόσο που βρίσκεσαι επιτέλους εδώ."
      "Το είχες προβλέψει ότι θα φτάναμε;"τον ρώτησα ήρεμα προσπαθώντας να συνέλθω.
      "Εδώ και τρεις μήνες έβλεπα συνεχώς την μορφή σου στον ύπνο μου, δεν μπορούσα να κλείσω μάτι τις νύχτες, κόντεψα να τρελαθώ."είπε εκείνος χαμογελώντας μην παίρνοντας το μέτωπο του απ'το δικό μου.
      "Μέρλιν εγώ..."κόμπιασα, ένιωθα τον κόμπο στο λαιμό μου, πως θα του έλεγα κάτι τέτοιο. Προτίμησα τον πιο εύκολο τρόπο. "Δεν μπορεί να έζησα δυο φορές στο παρελθόν, την ίδια χρονική περίοδο. Δεν μπορώ να το πιστέψω! Δεν γίνεται!" Χωρίς αμφιβολία κι απ΄τον τρόπο που φερόμουν είχε αρχίσει να μου σαλεύει σιγά σιγά.
      "Ηρέμησε Ελένα, μη φοβάσαι, όλα θα πάνε καλά. Είμαι εδώ, τώρα πια είμαι εδώ. Και δεν πρόκειται να φύγω από κοντά σου για κανέναν λόγο. Ακόμα κι αν εσύ με διώξεις." με καθησύχασε χαϊδεύοντας τα μαλλιά μου και συμπλήρωσε. "Ούτε κι εγώ δεν μπορώ να το πιστέψω, δεν γνώρισα ποτέ την λαίδη Ελέιν αλλά μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως η Φρέγια είναι ολόιδια εσύ. Πρέπει να με πιστέψεις."
      "Σε πιστεύω..."ψέλλισα με κόπο κοιτάζοντας το γαλάζιο των ματιών του, θέλοντας να χαθώ μέσα σ'αυτό. "Ποτέ δεν θα μου έλεγες ψέματα, όχι εσύ."του χαμογέλασα αχνά. "Αν χρειαστεί να σε σώσω θα σε διώξω και τότε πρέπει να κάνεις ότι σου πω."του τόνισα μέσα στο μυαλό του.
       "Δεν ακούω ποτέ τι μου λένε οι άλλοι, κάνω πάντοτε του κεφαλιού μου."είπε εκείνος κι τότε είδα για πρώτη φορά το πλατύ του χαμόγελο.
       "Κι εγώ το ίδιο, είμαι πεισματάρα μέχρι το κόκκαλο. Ίσως γι'αυτό να τρωγόμαστε απ'την στιγμή που αντίκρισε ο ένας τον άλλον. Το κάναμε αυτό συχνά στο μέλλον." θέλησα να τον πληροφορήσω ανταποδίδοντας στο χαμόγελο του.
       "Δεν είχαμε το χρόνο να 'φαγωθούμε' ποτέ στο παρελθόν. Οι στιγμές που ζήσαμε μαζί ήταν ελάχιστες αλλά σου ορκίζομαι όμως πως ήταν οι ωραιότερες τις ζωής μου. Χαίρομαι όμως που το κάνουμε τώρα."
       Πλησιάσαμε περισσότερο ο ένας τον άλλον. Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό ήθελα να γευτώ αυτά τα χείλη όπως ακριβώς είχε γίνει και πριν από τρία χρόνια σχεδόν στο μέλλον όταν τον αποχαιρετούσα και λίγο μετά τον εξοντώναμε, όπως ακριβώς συνέβη και στο πρώτο μας ραντεβού όταν ακόμα αγνοούσα ότι ήταν δαίμονας κι ότι ήθελε να με σκοτώσει. Όπως συνέβαινε τις περισσότερες φορές όταν ο ένας παθιαζόταν με τον άλλον, γεγονός το οποίο συνέβαινε συχνά. Ένιωσα κι απ'την πλευρά του Μέρλιν τον ίδιο πόθο, την ίδια ακατανίκητη επιθυμία να με φιλήσει. Ήταν κάτι που ήθελα να το κάνω απ'την αρχή, απ'την πρώτη στιγμή που τον είδα σε αυτόν τον τόπο και χρόνο, δεν ήξερα αν κι εκείνος αισθανόταν το ίδιο αλλά ήθελα τόσο πολύ να είμαι κοντά του, να τον αγγίξω, να τον αγκαλιάσω όπως έκανα τώρα.
      "Ελένα... γλυκιά μου, μου έλειψες τόσο πολύ."ψιθύρισε τρυφερά μέσα στο μυαλό μου καθώς το χέρι του σερνόταν στο πηγούνι μου και με τραβούσε προς το μέρος του. "Σε περίμενα."
      "Μέρλιν..."δεν άντεχα να επικοινωνούμε έτσι, ήθελα να ακούσω τη φωνή του και να με ακούσει κι εκείνος εξίσου. "Κι εμένα μου έλειψες πάρα πολύ."πήρε τα χέρια μου και τα έφερε γύρω απ'το λαιμό του, οι ανάσες μας μπλέχτηκαν, έγιναν μία, λίγο ακόμα και...


    It will be continued, don't worry... Razz 

    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:38 pm, 4 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Σαβ Σεπ 21, 2013 1:55 am

    Camelot~Citadel{Griffin Staircase (upstairs)}/Morgana's Chambers, 7 June 496 A.D., Elena's Pov {3rd scene part 2}

    Previously on Merlin...

     
      "Ελένα... γλυκιά μου, μου έλειψες τόσο πολύ."ψιθύρισε τρυφερά μέσα στο μυαλό μου καθώς το χέρι του σερνόταν στο πηγούνι μου και με τραβούσε προς το μέρος του. "Σε περίμενα."
      "Μέρλιν..."δεν άντεχα να επικοινωνούμε έτσι, ήθελα να ακούσω τη φωνή του και να με ακούσει κι εκείνος εξίσου. "Κι εμένα μου έλειψες πάρα πολύ."πήρε τα χέρια μου και τα έφερε γύρω απ'το λαιμό του, οι ανάσες μας μπλέχτηκαν, έγιναν μία, λίγο ακόμα και...



    ~~~***~~~

     
       
       "ΕΛΈΝΑ;;;!!!!"αμέσως αναγνώρισα την φωνή της Τζέιν που με φώναζε από μακριά. Υπέθεσα μάλλον πως είχαν φτάσει στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η Μόργκαν κι η Άννα κι απ'τον τρόπο που με καλούσε φοβήθηκα μήπως είχε γίνει κάτι τρομερό. Στη σκέψη και μόνο απομακρύνθηκα αμέσως απ'τα δεσμά του Μέρλιν ελευθερώνοντας με την ίδια ώρα από εκείνον. Μείναμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλον τρομαγμένοι.
      "Τι συμβαίνει εδώ;"ακούστηκε μια γνώριμη φωνή απ'το βάθος του διαδρόμου. Γυρίσαμε κι είδαμε τον Σερ Λάιονελ να μας πλησιάζει. 'Πάνω στην ώρα.'συλλογίστηκα, λίγο ακόμα και θα μας έπιανε τσακωτούς. 'Πάλι καλά.'μουρμούρισα από μέσα μου γιατί δεν είχα όρεξη για 'τρίγωνα'.




     
     
      Χωρίς να δώσω σημασία σε κανέναν απ'τους δυο έτρεξα προς την κατεύθυνση απ'όπου είχε έρθει η φωνή της ξαδέλφης μου. Αφού έστριψα κανά δυο φορές στο τέλος αντίκρισα μπροστά μου μια πόρτα μισάνοιχτη, απέξω απ'την οποία έκανε γύρους ο Άγκραβέιν. Απ'την έκφραση του θεώρησα πως αδυνατούσε να περάσει μέσα στο δωμάτιο. 'Γιατί όμως;'αναρωτήθηκα πλησιάζοντας τον. Ένιωσα τον Μέρλιν και τον Σερ Λάιονελ να στέκονται δεξιά κι αριστερά μου αντίστοιχα, μάλλον με είχαν πάρει στο κατόπι.
     "Καλύτερα να περάσεις μέσα εσύ."με συμβούλευσε και σταμάτησε τους άλλους δυο πίσω μου. "Κύριοι εσείς το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να παραμείνετε έξω."
      Μπήκα μέσα βλέποντας την Τζέιν με το στόμα ανοιχτό, τα μάτια γουρλωμένα κι το χέρι απλωμένο προς την μεριά του κρεβατιού.



     
      Έστρεψα την ματιά μου εκεί που μου έδειχνε κι κόντεψα  να 'μείνω' στον τόπο. Πιάστηκα απ'την άκρη του κρεβατιού καταβάλλοντας προσπάθεια να σταθώ όρθια. Στο κρεβάτι βρίσκονταν ξαπλωμένοι η Μόργκαν - ευτυχώς ντυμένη με το νυχτικό της - κι δίπλα της ο Πέρσιβαλ, κι όχι μόνο αυτό αλλά ήταν σφιχταγκαλιασμένοι κιόλας. 'Για μισό λεπτό... Σφιχταγκαλιασμένοι;! Σφιχταγκαλιασμένοι;!' "ΤΙ ΣΤΑ ΚΟΜΜΆΤΙΑ ΣΥΜΒΑΊΝΕΙ ΕΔΏ;!"ούρλιαξα με όλη την δύναμη που μου επέτρεπε η φωνή μου αλλά και για να με ακούσουν εκείνοι και να ξυπνήσουν επιτέλους.
      "Δεν ακούνε τίποτα, το δοκίμασα."είπε η Τζέιν κι όση ώρα παρατηρούσα την αδελφή μου με τον ιππότη ξαπλωμένους πλάι πλάι, εκείνη είχε πλησιάσει τον Άγκραβέιν στην είσοδο του δωματίου και του μιλούσε.
      "Που είναι η Άννα , μήπως την είδατε;"την άκουσα να ρωτά ανήσυχη.
       Εν τω μεταξύ εγώ έπαιρνα ένα κουτί απ'την τουαλέτα με τα κοσμήματα που υπήρχε στο χώρο και το πετούσα προς το κρεβάτι. Το κουτί έπεσε πάνω στο πυρώμενο προστατευτικό πεδίο που είχε ενεργοποιήσει η Μόργκαν και στη συνέχεια έπεσε στο πάτωμα. 'Ώστε έτσι αδελφούλα...'μουρμούρισα από μέσα μου. Δεν υπήρχε αμφιβολία, η Μόργκαν προστάτευε τον ιππότη, το θέμα ήταν γιατί;! Καθώς επίσης το γεγονός ότι είχαν έρθει τόσο κοντά με τρομοκρατούσε. 'Τι λέω Θεέ μου;!'αναρωτήθηκα απελπισμένη. Ότι 'λουζόμουν' το έκρινα κιόλας από πάνω. Έριξα άλλη μια ματιά στο 'γαλήνιο' ζευγαράκι που κοιμόταν του καλού καιρού χωρίς να ακούει και να αισθάνεται τι συμβαίνει γύρω του. 'Τουλάχιστον φαίνονται ήρεμοι κι είναι ασφαλείς'σκέφτηκα χάρη στο προστατευτικό πεδίο που είχε δημιουργήσει η αδελφή μου, προς το παρόν.
      Έχοντας το κεφάλι μου ήσυχο με αυτούς κινήθηκα προς την έξοδο, κοντά στην Τζέιν και στον γιο του Λοτ που ξαφνικά άρχισε να τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση απ'αυτήν που είχαμε έρθει.
       "Που πάει τούτος;"ρώτησα ενώ ο Μέρλιν με τον Λάιονελ έκαναν να μπουν στο δωμάτιο. "Ένα βήμα ακόμα και σας 'έφαγα' κύριοι."τους προειδοποίησα κι εκείνοι καταλαβαίνοντας ότι η διάθεση μου είχε 'χτυπήσει κόκκινο' , έκαναν λίγο πιο πέρα και βάλθηκαν να παριστάνουν τους ανήξερους.
       "Ψάχνει να βρει την λαίδη Ανελίζ."μου απάντησε περιπαιχτικά η ξαδέλφη μου κι στο άκουσμα αυτών των λόγων κοπανήθηκα. 'Δεν το ζω αυτό, όχι σίγουρα δεν το ζω.'σκεφτόμουν.
       "Ελένα, Τζέιν;..."ένιωσα ένα άγγιγμα στον ώμο μου κι στη στιγμή 'πετάχτηκα' απ'την τρομάρα μου. Γύρισα για να δω την μεγαλύτερη αδελφή μου να με κοιτά παράξενα. "Τι συνέβη είστε καλά;"
       "Σε καλό σου Άννα με κοψοχόλιασες."της αποκρίθηκα αγκομαχώντας πιάνοντας την καρδιά μου. Ταυτόχρονα είδα τον Μέρλιν και τον Λάιονελ να κινούνται κι οι δυο προς το μέρος μου φοβούμενοι μην είχα πάθει κάτι. 'Δεν είμαστε καλά'η αλήθεια είναι ότι κόντευε να μου στρίψει. Άπλωσα τα χέρια μου στον αέρα, κάποιος έπρεπε να βάλει μια τάξη εδώ πέρα. Πριν προλάβω όμως να 'παγώσω' τους 'πάντες'...
       "Λαίδη Ανελίζ!"φώναξε ταραγμένος ο Άγκραβέιν τρέχοντας προς το μέρος της, παίρνοντας τα χέρια της μέσα στα δικά του και φιλώντας τα με πάθος. "Χριστέ μου, προς στιγμήν νόμιζα ότι πάθατε κάτι."
       "Άρχοντα Άγκραβέιν..."πρόφερε εκείνη ντροπαλά το όνομα του κοκκινίζοντας. 'Κοκκινίζοντας;!' 'Αυτό ήταν!'γρύλισα από μέσα μου. Τα νεύρα μου είχαν δοκιμαστεί σε τεράστιο βαθμό, κόντευαν να σπάσουν. Άπλωσα ξανά τα χέρια μου στον αέρα κι όπως ήταν αναμενόμενο ο προσωρινός βασιλιάς του Κάμελοτ κι ο Σερ Λάιονελ 'πάγωσαν' στην στιγμή. Ο Μέρλιν έμεινε να τους κοιτάει με το στόμα ανοιχτό δείχνοντας τους με το χέρι του.
      "Τι έκανες;!"σύριξε πανικόβλητος ένα λεπτό αργότερα συνειδητοποιώντας ότι είχα σταματήσει το χρόνο.




     
      Δεν είχα καιρό για τέτοια. Άπλωσα το χέρι μου προς το δωμάτιο κι έκανα νόημα στην αδελφή και στην ξαδέλφη μου να περάσουν μέσα χωρίς πολλά πολλά. Στη συνέχεια έκανα να μπω κι εγώ. Ο Μέρλιν όπως ήταν φυσικό με σταμάτησε.
      "Εσύ θα μείνεις απέξω αν δεν θες να σε ανατινάξω."γρύλισα μέσα απ'τα δόντια.
      "Μιλάς έτσι σε αυτόν που πήγες πριν από λίγο να φιλήσεις."μου αντιγύρισε εκείνος.
      "Αν δεν κάνω λάθος το ήθελε κι εκείνος."του 'πέταξα' γρυλίζοντας ξανά, του πάτησα το πόδι και του έκλεισα την πόρτα στα μούτρα. Στράφηκα προς την οικογένεια μου παίρνοντας βαθιές ανάσες, προσπαθώντας να συγκρατήσω την ψυχραιμία μου. Πήγα να ανοίξω το στόμα μου...
      "Άχου τι ρομαντικό."άκουσα την Άννα να ψιθυρίζει σιγανά, κρατώντας τα χέρια της, φέρνοντας τα στην καρδιά της και κάνοντας μια γλυκιά γκριμάτσα βλέποντας το 'γαλήνιο ζευγαράκι' να παίρνει χαλαρά τον υπνάκο του.


       
       
       "Ναι μην κάνεις τον κόπο."σχολίασε η Τζέιν κι πήγε και στάθηκε πάνω απ'την Μόργκαν και τον Πέρσιβαλ. "Δεν ακούνε τίποτα!"φώναξε εκείνη μέσα στα αυτιά τους αλλά τίποτα εκείνοι, είχα γνώση, το προστατευτικό πεδίο της Μόργκαν ήταν πολύ δυνατό, κανείς δεν μπορούσε να το διαπεράσει. Το γνωρίζαμε κι οι τρεις μας πολύ καλά.
       "Και δηλαδή τώρα τι θα γίνει; Πόση ώρα θα κοιμούνται;"αναρωτήθηκε σκεφτική η Άννα σταυρώνοντας για πρώτη φορά τα χέρια της.
       "Φαντάζομαι όση ώρα το επιθυμούν, θα ξυπνήσουν όποτε το θελήσουν."της αποκρίθηκε η Τζέιν. "Ο Πέρσιβαλ δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα, ήταν στην μεγάλη αίθουσα μαζί μας κι αν κρίνουμε κι απ'την κατάσταση της Μόργκαν..."
        "Έχεις δίκιο."συμπλήρωσε η Άννα προλαβαίνοντας την. "Δεν κατάφερε να την πάρει ο ύπνος ούτε στιγμή, κάθε τόσο μουρμούριζε ακατάπαυστα, χτυπιόταν, κουνιόταν πέρα δώθε. Φοβήθηκα τόσο πολύ." Η Άννα κάθισε στην άκρη του κρεβατιού κι έκανε να χαϊδέψει τα μαλλιά της Μόργκαν το προστατευτικό πεδίο όμως δεν την άφησε και απομάκρυνε το χέρι της για να μην καεί. "Το πρωί που είχε ξυπνήσει μαύροι κύκλοι είχαν εμφανιστεί κάτω απ'τα μάτια της... Τώρα το πρόσωπο της δείχνει πιο καθαρό, φωτεινό."
       "Ο ιππότης μάλλον θα έκανε το 'θαύμα' του."σχολίασε ξανά με ειρωνεία η Τζέιν που εξέταζε τον Πέρσιβαλ απ'την κορφή μέχρι τα νύχια.
       "Άννα εσύ γιατί την άφησες μόνη της πρωί, πρωί;"ρώτησα ενώ ακόμα προσπαθούσα να καλμάρω τα νεύρα μου.
       "Εκείνη μου το ζήτησε, ήθελε να μείνει για λίγο μόνη. Απέφυγε να μου πει το οτιδήποτε όσον αφορά τα οράματα που είχε κατά την διάρκεια της νύχτας. Εν τω μεταξύ ο Γάιος μου είχε διηγηθεί πάνω κάτω την ιστορία του Κάμελοτ, ότι είχε συμβεί απ'την στιγμή που ο Μέρλιν έφτασε εδώ κι επειδή το κεφάλι μου με παίδευε ακόμη μου πρότεινε, όταν ξύπνησε η Μόργκαν, να τον ακολουθήσω στο θεραπευτήριο για να μου δώσει κάποιο τονωτικό, ούτως ώστε να φύγει ο πόνος."μας εξήγησε εκείνη και έριξε μια ματιά στον ιππότη. "Φαίνεται πως εκείνος έφτασε εδώ ενώ η Μόργκαν είχε μείνει μόνη της στο δωμάτιο."
       "Θα μας τα πει η ίδια όταν ξυπνήσει."είπα με σοβαρό ύφος γυροφέρνοντας το κρεβάτι, όπως έκανε κι η Τζέιν ενώ η Άννα καθόταν ανάμεσα στα σκεπάσματα, και επιθεωρώντας την αδελφή μου, η οποία βρισκόταν μέσα στην αγκαλιά του ιππότη ο οποίος απ'την έκφραση που είχε πάρει, ακόμα και κοιμισμένος, δεν φαινόταν διατεθειμένος να την αφήσει από κοντά του με τίποτα. Κι αυτό μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. "Προς το παρόν δεν χρειάζεται να ανησυχούμε γι αυτήν, ξέρει πως να φυλάγεται."συνέχισα χωρίς να χάνω καιρό. Έπρεπε κι ήθελα να τους τα πω πριν να είναι πολύ αργά. "Άννα, Τζέιν..."η φωνή μου τώρα ήταν συγκρατημένη, ταυτόχρονα εκείνες έγειραν προς την μεριά μου και με κοίταξαν με βλέμμα έντονο. "Μην ξεχνάτε πως έχουμε έρθει για να φέρουμε σε πέρας μια αποστολή. Δεν θέλω να παρασυρθείτε σε καμία περίπτωση, δεν είναι ο κόσμος μας, δεν ανήκουμε εδώ, δεν είναι για μας. Όταν τελειώσουμε ότι έχουμε να κάνουμε θα γυρίσουμε στο μέλλον!"τόνισα τα λόγια μου και δίνοντας έμφαση στο τέλος. "Έγινα κατανοητή;!"
       "Α εμένα μη με κοιτάς έτσι, δεν χρειάζεται να μου δίνεις συμβουλές, εσένα χαλβαδιάζουν δυο άντρες εξαιτίας της προηγούμενης ζωής σου κι όχι μόνο."μου αποκρίθηκε ειρωνικά η Τζέιν.
       "Μιλάω για την ώρα και την στιγμή που ο βασιλιάς Αρθούρος κι ο Λάνσελοτ είναι πλέον ζωντανοί και σε δουν μπροστά τους... Τζένιφερ!"της 'πέταξα' με ύφος ανάλογο. Η ξαδέλφη μου το βούλωσε και δεν ξαναμίλησε. "Το ίδιο ισχύει και για την 'μικρή'."είπα κι έριξα μια ματιά στην Μόργκαν.
       "Δεν θα αντισταθεί στην μορφή του Σερ Γκάγουέιν, απ'ότι μου είπε ο Γάιος, έβγαλα το συμπέρασμα πως ο τύπος του μοιάζει πολύ με εκείνου του Γκάβιν."μίλησε προσεχτικά η Άννα.
       "Δεν μοιάζει, είναι! Είναι ίδιος κι απαράλλαχτος με εκείνον και πολύ φοβάμαι ότι αποτελεί την προηγούμενη ζωή του."είπα εγώ στα γρήρορα.
       "Δεν θα του αντισταθεί, δεν είναι σαν εσένα Ελένα."η Τζέιν μίλησε αυτή τη φορά. 'Ούτε εγώ δεν είμαι πια αυτό που συνήθιζα να είμαι.'συλλογίστηκα καθώς έφερνα στο μυαλό μου την σκηνή ανάμεσα στον Μέρλιν και σε μένα που είχε προηγηθεί πριν από λίγο.
       "Το ξέρω γι αυτό και πρέπει να κάνουμε το παν για να την κρατήσουμε μακριά του όταν εκείνος θα είναι πλέον εν ζωή."μίλησα αργά και προσεκτικά λίγο αργότερα.
       "Αρνούμαι να το κάνω αυτό."μου εναντιώθηκε η Άννα.
       "Θα το κάνεις, κι εσύ με τη σειρά σου θα μείνεις μακριά απ'τον προσωρινό κυβερνήτη του Κάμελοτ!"μούγκρισα.
       "Δεν θα μου πεις εσύ τι θα κάνω!"μου αντιγύρισε στον ίδιο τόνο εκείνη ενώ πεταγόταν απ'το κρεβατί και βάδιζε προς το μέρος μου.
       "Ακόμα κι έτσι δεν έχει σημασία καλή μου, απ'την στιγμή που θα γυρίσουμε ξανά σε αυτή την εποχή, θα τους έχουμε σώσει κι όλα θα έχουν αλλάξει. Ο Αρθούρος θα είναι βασιλιάς εδώ κι ο Άγκραβέιν δυστυχώς θα βρίσκεται πολύ μακριά."είδα την έκφραση της Άννας να αλλάζει σε δευτερόλεπτα, κάθισε ξανά αργά στο κρεβάτι ενώ δάκρυα τώρα έτρεχαν απ'τα μάτια της κι φυσούσε την μύτη της. Την είχα χτυπήσει εκεί που πονούσε αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Η Τζέιν δεν είπε τίποτα, έκατσε δίπλα της κι χάιδεψε τα μαλλιά της.



       
       
       "Τι κατάλαβες τώρα;"μου απήυθυνε τον λόγο ειρωνικά λίγη ώρα μετά.
       "Λυπάμαι αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Θα της περάσει."αποκρίθηκα κι χωρίς πολλά πολλά πήγα να ανοίξω την πόρτα. Ευθύς αμέσως 'έπεσαν' να με φάνε τα αρσενικά του παλατιού. Ο Άγκραβέιν, ο Λάιονελ κι ο Μέρλιν μαζεύτηκαν γύρω μου ενώ εγώ έκλεινα προσεχτικά την πόρτα πίσω μου. Δυστυχώς όμως είχαν προλάβει κι είχαν πάρει μάτι για το τι συνέβαινε μέσα.
       "Η λαίδη Ανελίζ τι έπαθε; Γιατί κλαίει;"ρώτησε ανήσυχος ο γιος του Λοτ.
       "Ο Πέρσιβαλ πως βρέθηκε εκεί μέσα;"αναρωτίοταν τώρα ο Λάιονελ.
       "Πως είναι η Μόργκαν Ελένα; Είναι καλά;"ο Μέρλιν με κοιτούσε τώρα έντονα.
       "Κάντε στην άκρη κύριοι."γρύλισα απλώνοντας τα χέρια μου κι εκείνοι φοβούμενοι μην κάνω κάποιο μαγικό με άφησαν να περάσω πλησιάζοντας τον Γάιο ο οποίος βρισκόταν λίγο πιο πίσω τους περιμένοντας εντολές, ατάραχος. "Θα ήθελα να μου κάνετε μία χάρη."τον παρακάλεσα ήρεμα. Για άλλη μια φορά ο ιππότης 'μου' κι ο μάγος 'μου', βρίσκονταν αριστερά και δεξιά μου. 'Θα πάει μακριά η βαλίτσα;'αναρωτήθηκα άλλα ήταν όμως εκείνα που με απασχολούσαν αυτή τη στιγμή.
       "Σε τι μπορώ να σου φανώ χρήσιμος λαίδη μου;"μου αποκρίθηκε εκείνος ευγενικά, του χαμογέλασα, ο τρόπος προσφώνησης του μου θύμισε ένα πολυαγαπημένο μου πρόσωπο.
       "Ένα δωμάτιο για μένα και την οικογένεια μου, την Άννα και την Τζέιν."γύρισα πίσω μου κι είδα τον Άγκραβέιν που προσπαθούσε να μπει μέσα, μάταια όμως , με κάποιον μαγικό τρόπο είχα ασφαλίσει την πόρτα. Γέλασα από μέσα μου προς στιγμήν με το κατόρθωμα μου. "Η Μόργκαν προς το παρόν βρίσκεται σε καλά χέρια απ'ότι μπορώ να φανταστώ. Χρειαζόμαστε ένα δωμάτιο και για τις τρεις μας, όχι ξεχωριστά. Είμαστε κουρασμένες, θέλουμε να αναπαυθούμε για λίγες ώρες. Τώρα που γνωρίζουμε τα πάντα σχεδόν, είμαι σίγουρη πως με καθαρότερο μυαλό θα ενεργήσουμε καλύτερα."
       Είδα τον Γάιο που ήταν έτοιμος να μιλήσει αλλά ως γνωστόν ο Μέρλιν δεν άντεξε και 'πετάχτηκε' απ'το πουθενά. "Εγώ μπορώ να σας οδηγήσω σε όποιον δωμάτιο θέλετε!"
       "Σκάσε Μέρλιν!"είπα γρήγορα κι ξεφουρνίζοντας ένα σιγανό 'συγγνώμη' στη συνέχεια στον Γάιο που μας άκουγε.
       "Κι εγώ μπορώ να σας συνοδεύσω μέχρι εκεί σε περίπτωση που σας επιτεθεί κάποιος που δεν σας ξέρει όπως εμείς... Αν θέλετε βέβαια."προσφέρθηκε ο Λάιονελ, του χάρισα ένα αχνό χαμόγελο πιάνοντας τον αγκώνα του.
       "Σε ευχαριστούμε Σερ Λάιονελ αλλά το γεγονός πως διαθέτουμε μαγεία για να προστατευόμαστε είναι αρκετό, τα ξίφη είναι περιττά."του είπα κι στο άκουσμα αυτών των λόγων τον είδα να 'κατεβάζει ένα προγούλι ίσα με το πάτωμα'.
       "Πως το είπες αυτό; Ξαναπέσ'το πάλι."ικέτευε ο Μέρλιν τώρα καθώς με έπαιρνε από πίσω ενώ άνοιγα ξανά την πόρτα του δωματίου της Μόργκαν κι από μέσα έβγαινε η Άννα με την Τζέιν από πίσω της, η αδελφή μου ξαφνικά φαινόταν άλλος άνθρωπος, σαν να μην είχε κλάψει καθόλου.
       "Λαίδη Άννα..."έκανε να της μιλήσει ο Άγκραβέιν αλλά εκείνη άπλωσε το χέρι της μπροστά του κάνοντας τον να σωπάσει.
       "Το θεωρώ πρέπον άρχοντα μου να επιστρέψετε στα καθήκοντα σας ως προσωρινός κυβερνήτης αυτού του τόπου και να μην σπαταλάτε τον χρόνο σας με μένα. Όσο για μένα έχω πληροφορηθεί για το τι συνέβη στους ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης και πιστεύω ακράδαντα πως εγώ κι οι αδελφές μου θα κάνουμε το παν για να τους γυρίσουμε πίσω σώους κι αβλαβείς. Προς το παρόν αυτό που θα επιθυμούσα πραγματικά είναι να ξεκουραστώ γιατί ακόμα και τώρα νιώθω καταβεβλημένη."και με αυτά τα λόγια τον προσπέρασε αφήνοντας τον γιο του Λοτ άφωνο κι ερχόμενη δίπλα σε μένα και την Τζέιν πιαστήκαμε κι οι τρεις απ'το χέρι κι ακολουθήσαμε τον Μέρλιν που προπορεύτηκε μπροστά μας αμέσως, θέλοντας να ικανοποιήσει το θέλημα μου.
       "Ωραία του τα είπες."ψιθύρισα διακριτικά σκύβοντας στ'αυτί της Άννας.
       "Σκάσε Ελένα!"μούγκρισε η Τζέιν.
       "Σκάσε Ελένα!!"γρύλισε με την σειρά της η Άννα, ε κι αφού με παρακαλούσαν τόσο 'γλυκά' κι οι δυο κι επειδή είχε περάσει σχεδόν ένα ολόκληρο και τόσο 'επισοδειακό' πρωινό, κι αφού είπα ότι είχα να πω, κι επειδή αισθανόμουν εξουθενωμένη μετά από τόσα που είχαν συμβεί, ε κι εγώ του βούλωσα.

         

    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:39 pm, 5 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Δευ Σεπ 23, 2013 11:39 pm

    Camelot~Citadel{Morgana's Chambers/Central Corridor}, 7 June 496 A.D., Percival's pov {4th scene}



       
      Τα βλέφαρα μου τρεμόπαιξαν στο εκτυφλωτικό φως του ήλιου και το δεξί μου χέρι ενστικτωδώς τεντώθηκε ακόμη περισσότερο πάνω στο κρεβάτι, θέλοντας να νιώσω την ζεστή της αύρα, το κορμί της να αγγίζει το δικό μου, τις κατάμαυρες τούφες των μαλλιών της να τρίβονται στα δάχτυλά μου, το πρόσωπο μου να βυθίζεται ανάμεσα τους αιχμαλωτίζοντας το άρωμα της. Επιθυμώντας να την 'κλείσω' μέσα στην αγκαλιά μου. Αντί αυτού όμως το αισθάνθηκα 'άδειο'. Τινάχτηκα απότομα απ'την κλίνη για να την δω να στέκεται όρθια ευθεία μπροστά μου, έχοντας γερμένη την πλάτη της προς τα μένα, με τα μακριά μαύρα σπαστά  μαλλιά της να πέφτουν λυτά στους ώμους στολισμένα κατά ένα περίεργο τρόπο με μικρά λευκά ανθάκια, να κοιτά έξω απ'το παράθυρο. 'Πότε είχε προλάβει να ετοιμαστεί;'αναρωτιόμουν καθώς σηκωνόμουν όρθιος πιάνοντας το μέτωπο μου. Μπορεί ο πονοκέφαλος να είχε περάσει αλλά η ξαφνική ζαλάδα κι η θολούρα που ένιωσα με έκανε χάσω για λίγο την ισορροπία μου.
     "Μόργκαν..."μουρμούρισα σιγανά ενώ την πλησίαζα.
      Την είδα να γέρνει άξαφνα το βλέμμα της και στη συνέχεια να τρέχει προς το μέρος μου με τα χέρια απλωμένα. "Πέρσιβαλ!"πρόφερε εκείνη με την απαλή βελούδινη φωνή της, γατζώθηκε πάνω μου κι εγώ με την σειρά μου την 'φυλάκισα' μέσα μου, φέρνοντας γύρω της τα μπράτσα μου, εναποθέτοντας το μάγουλο μου στην κορυφή του κεφαλιού της, κλείνοντας τα μάτια μου κι χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. 'Ας μην τελείωνε ποτέ...'ευχήθηκα την ίδια ώρα.
      Αφού μείναμε για λίγο έτσι ακίνητοι κι σφιχταγκαλιασμένοι, έκανε να αποτραβηχτεί απ'τα δεσμά μου αλλά δεν την άφησα. Έφερα τις παλάμες μου στα μάγουλά της και την τράβηξα ακόμα πιο κοντά μου. Ήθελα να την επεξεργαστώ περισσότερο.
      "Τι συμβαίνει;"με ρώτησε ήρεμα έχοντας εμφανιστεί ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη της.
      "Είσαι πολύ όμορφη."της αποκρίθηκα αμήχανα χαμηλώνοντας τη ματιά μου, όχι μόνο επειδή ντρεπόμουν αλλά κι επειδή ήθελα να θαυμάσω το φόρεμα που φορούσε. Μπορεί κάποια στιγμή να το είχε φορέσει κι η σωσίας της στο παρελθόν αλλά δεν είχε σημασία. Η ομορφιά η δική της δεν μπορούσε να συγκριθεί με αυτό που είχα μπροστά μου. Η Μόργκαν είχε διαλέξει ένα αραχνοΰφαντο ρούχο σε μια μοβ ανοιχτή απόχρωση, οι ώμοι της μέχρι τους αγκώνες ήταν ακάλυπτοι. Δεν είχε βάλει κάποιο χρυσαφικό, η αλυσίδα του Γκάγουέιν ήταν το μόνο που στόλιζε τον λεπτό λαιμό της. Έφερα το χέρι μου εκεί ξανά και την χάιδεψα.
      "Α.. αυτό;!"είπε εκείνη που κατάλαβε τι εννοούσα. "Δεν είναι τίποτα, απλώς έψαχνα κάτι για να ντυθώ, έφτιαξα και τα μαλλιά μου, δηλαδή προσπάθησα..."σταμάτησε απότομα όταν αισθάνθηκε τα δάχτυλά μου να τρίβουν το μάγουλό της. Τα βλέμματα μας συναντήθηκαν, την κοιτούσα έντονα. "Πέρσιβαλ τι..;"
      "Άσε με να κοιτάξω τα μάτια σου, να χαθώ, να βυθιστώ μέσα τους."της είπα αμέσως διακόπτοντας την. "Κάθε φορά που τα κοιτώ ξέρω πως είσαι εσύ, κι όχι εκείνη. Ξέρω πως όλο αυτό είναι αληθινό, ότι είσαι επιτέλους πραγματικά εδώ."συμπλήρωσα.
      "Πέρσιβαλ εγώ είμαι."ψιθύρισε εκείνη καθησυχάζοντας με τρίβοντας μαλακά την παλάμη μου χεριού μου ενώ δεν σταματούσα να παρατηρώ τις καστανές ίριδες των ματιών της. 'Όχι δεν είναι εκείνη, δεν έχει καμία σχέση με εκείνη.'έλεγα και ξανάλεγα από μέσα μου συνεχώς. "Μην φοβάσαι σε παρακαλώ, όλα θα πάνε καλά. Θα το δεις."μου είπε ηρεμώντας με για ακόμα μια φορά, φέρνοντας το μέτωπο της πάνω στο δικό μου.    
      Στη στιγμή ένιωσα τον ίδιο ακατανίκητο πόθο να με κατακλύζει, την επιθυμία να την φιλήσω όπως και πριν που ήμασταν ξαπλωμένοι κι μου εκμυστηρευόταν εικόνες απ'το όραμα της. Το ήθελα τόσο πολύ αλλά αλλά... δεν ήξερα. Κι όχι μόνο αυτό αλλά ήμουν τόσο άπειρος που δεν ήθελα ούτε καν να διανοηθώ το γεγονός ότι θα με απωθούσε ή ακόμα περισσότερο ότι δεν θα είχε νιώσει ικανοποιημένη απ'το φιλί μου. Προσπάθησα να διώξω αυτές τις σκέψεις απ'το μυαλό μου καθώς έφερνα τώρα το χέρι μου στο στόμα της κι έσερνα διστακτικά τον αντίχειρα μου στο άνω και κάτω χείλος της, εξετάζοντας την απαλότητα και την βελουδένια υφή του. Δεν έκανε καμία κίνηση για να απομακρυνθεί. Αντίθετα έκλεισε τα βλέφαρα της κι άρχισε να τρίβει τρυφερά τον καρπό μου. Έσκυψα και τα φίλησα απαλά μην ξέροντας τι εντύπωση θα σχημάτιζε εκείνη για τον αυθορμητισμό μου. 'Πρέπει να σταματήσω κι όμως δεν μπορώ!'ούρλιαζα κάθε τόσο από μέσα μου, υπενθυμίζοντας στον εαυτό μου πως αυτό ήταν μια τρέλα, δεν ήταν σωστό. Το χέρι μου με δική του πρωτοβουλία στάθηκε στο πηγούνι της, εκείνη έγειρε για λίγο και τα χείλη της βρήκαν τα δικά μου, πρόθυμα να την ακολουθήσουν για άλλη μια φορά. Χάιδεψε απαλά τα χείλη μου όπως είχε κάνει και πριν ενώ εγώ πάσχιζα να ανταποκριθώ στο κάλεσμα της, σε αυτό το τόσο ζεστό κι οικείο άγγιγμα που με είχε τρελάνει, είχε καταρρίψει τις άμυνες μου, είχε εξαφανίσει κάθε νου και λογική αφήνοντας με την ίδια ώρα αβοήθητο.
      Τα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω απ'το λαιμό μου, βρέθηκαν να σέρνονται απαλά πάνω στα μαλλιά και στο πρόσωπο μου, τα δικά μου ήταν ήδη γύρω απ'τη μέση της, την έπαιρναν αγκαλιά, την εναπέθεταν πάνω στα σκεπάσματα. Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα νιώθοντας το φιλί της να βαθαίνει, προσπάθησα να φανώ ήρεμος αλλά δεν ήταν εύκολο. Το σώμα μου είχε πάρει φωτιά, είχα τρελαθεί τελείως. Με 'αναζητούσε' κι το ίδιο την 'αναζητούσα' κι εγώ. Τα μάτια μου έκλεισαν ξανά κι αφέθηκα εντελώς. Αισθάνθηκα σε κλάσματα δευτερολέπτου την γλώσσα της να έρχεται σε επαφή με την δική μου, τα δάχτυλα μας να μπλέκονται πάνω στο στρώμα. Στην στιγμή ένιωσα τα δάκρυα της να κυλούν στα μάγουλα της αφήνοντας ένα λυγμό ταυτόχρονα μέσα απ'το φιλί μας. Αποτραβήχτηκα. 'Τι είχε συμβεί μόλις τώρα;' Κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια της ξανά, έφερε τα χέρια της στο στήθος μου, πήρα την παλάμη της μέσα στη δική μου.
      "Κλαις."διαπίστωσα. "Μην κλαις, σε παρακαλώ λαίδη μου, δεν μπορώ, δεν αντέχω να σε βλέπω να κλαις."της αποκρίθηκα τρυφερά.
      "Μην με ξαναπείς έτσι."έσκουξε εκείνη ανάμεσα στα αναφιλητά της. "Δεν είμαι λαίδη, ούτε καμιά δεσποσύνη. Δεν αξίζω αυτόν τον τίτλο. Είμαι απλώς μια μάγισσα."
      "Όχι, μην το ξαναπείς αυτό, ποτέ."είπα γρήγορα.
      Εκείνη απομακρύνθηκε από κοντά μου, ξάπλωσε στην άκρη του κρεβατιού. Την πλησίασα, άπλωσα το χέρι μου για να την αγκαλιάσω. Μου αντιστάθηκε αλλά δεν έδωσα σημασία. Την πήρα και πάλι μέσα στα δεσμά μου. 'Η αγκαλιά μου είναι άδεια χωρίς εσένα.'σκέφτηκα κρατώντας την γερά κάνοντας πέρα τα μαλλιά της, φέρνοντας τα απ'τη μια μεριά, φιλώντας το μάγουλο της.
      "Πήγαινε με στις αδελφές μου, σε παρακαλώ."με ικέτευσε.
      "Δεν μπορώ να ξέρω που βρίσκονται αυτή τη στιγμή. Θα ρωτήσουμε, θα μάθουμε κι θα σε συνοδέψω μέχρι εκεί."είπα. "Δεν πρόκειται να μείνεις μόνη ούτε στιγμή Μόργκαν, στο υπόσχομαι. Θα σε προστατέψω και με την ζωή μου αν χρειαστεί."
      "Δεν χρειάζομαι προστασία, ξέρω πως να φυλάγομαι κι μόνη μου."μουρμούρισε σκουπίζοντας τα μάτια της με την αναστροφή του χεριού της. "Την τελευταία φορά που με προστάτεψαν έχασα τη χαρά της ζωής μου. Δεν θα αντέξω να συμβεί το ίδιο κι τώρα."
      Δεν ήξερα πως να αποκριθώ σε αυτό. Θέλησα να αλλάξω θέμα. "Πως αισθάνεσαι αυτή τη στιγμή; Κοιμήθηκες καλά;"την ρώτησα.
      "Ναι."έγειρε προς την μεριά μου, διώχνοντας ακόμα τα δάκρυα της. "Συγγνώμη που... "ξεκίνησε εκείνη να λέει διστακτικά. "...Αλλά δεν ήθελα να σε ξυπνήσω, θα σε ενοχλούσα και δεν..."
      "Έπρεπε όμως."είπα δίχως να την αφήσω να ολοκληρώσει, ο αντίχειρας μου τώρα την βοηθούσε παίρνοντας την λύπη της μακριά.
      "Εσύ; Ξεκουράστηκες;"
      "Αρκετά."της χαμογέλασα, για πρώτη φορά της είχα χαρίσει ένα χαμόγελο. "Σε ευχαριστώ λαίδη μου."
       Κοίταξε για λίγο έξω απ'το παράθυρο και πάλι, την μιμήθηκα. Απ'τον τρόπο που φώτιζε ο ήλιος μέσα το δωμάτιο, σήμαινε πως είχε φτάσει ψηλά στον ουρανό και ήταν καταμεσήμερο. 'Πόσες ώρες να κοιμόμασταν άραγε;' Δεν με ένοιαζε, αρκεί και μόνο που ήμουν μαζί της κι η παρουσία της με είχε γαληνέψει, με είχε βοηθήσει να χαλαρώσω και να ξαναβρώ τις δυνάμεις μου.


     
       
      "Παρακαλώ."ψέλλισε ενώ κοιτούσε ακόμα προς τη μεριά του παραθύρου.
      "Κοίταξε με."της είπα καθώς το χέρι μου ερχόταν ξανά στο πηγούνι της. Στη στιγμή την ένιωσα να τρέμει, φοβούμενη μην την φιλήσω πιθανόν. Αυτή τη φορά τα χείλη μου ακούμπησαν απαλά το μέτωπο της. "Μόργκαν; Πες μου τι σου συνέβη;"την ρώτησα ενώ το βλέμμα της ήταν χαμηλωμένο. 'Γιατί δεν ήθελε να με αντικρίσει; Με απέφευγε;' σκεφτόμουν, εκείνη έμπλεκε τα δάχτυλα της αφηρημένα.
      "Το όνομα μου είναι Μόργκαν Χέιστινγκς, ιππότη."είπε ύστερα από λίγες στιγμές.
      "Το γνωρίζω αυτό όμορφη μου δεσποσύνη."έκανα πέρα μια τούφα απ'τα μαλλιά της στερεώνοντας την πίσω απ'τ'αυτί της.
      "Κι νομίζω πως ήρθε η ώρα να μιλήσουμε σοβαρά."
      "Σχετικά με τι;"την ρώτησα παραξενεμένος, κοιτώντας την συνοφρυωμένος.
      "Σχετικά με την διάσωση των φίλων σου, των υπόλοιπων ιπποτών δηλαδή."
       Έμεινα για λίγο να την παρατηρώ, προσπάθησα να φανώ ψύχραιμος αλλά δεν τα κατάφερνα. Ξεφύσηξα νευρικά κι έσφιξα τα χέρια της μέσα στα δικά μου, εκείνη ταυτόχρονα μου έριξε μια ανήσυχη ματιά. Πήγε να μιλήσει αλλά την πρόλαβα. "Συνέχισε."την παρότρυνα.
      "Σου υποσχέθηκα πως θα τους φέρω πίσω, τους φίλους σου, εκείνον, χάνοντας ακόμα και την ζωή μου αν χρειαστεί. Σου έδωσα τον λόγο μου."
      "Μόργκαν..."άρχισα, δεν μπορούσα να την ακούω να μιλάει έτσι. Αμέσως σήκωσε το χέρι της μπροστά μου, κάνοντας με να σωπάσω.
      "Αλλά πρέπει να γνωρίζεις ότι όταν φέρω σε πέρας την αποστολή μου τα πάντα θα έχουν αλλάξει. Τίποτα δεν θα είναι πλέον το ίδιο."είπε. Δεν καταλάβαινα τίποτα. 'Τι εννοούσε;'
      "Τι θέλεις να πεις;"αναστέναξα κουρασμένα, ένιωσα τις αντοχές μου να με εγκαταλείπουν, τα όρια μου να ξεπερνιούνται.
      "Θα γυρίσουμε πίσω στο χρόνο, ιππότη."ψιθύρισε εκείνη τρυφερά τρίβοντας τις αρθρώσεις των χεριών μου, χαϊδεύοντας με απαλά την ίδια ώρα. "Ο βασιλιάς κι οι  σύντροφοί του θα είναι ζωντανοί, αλλά εσείς δεν θα θυμάστε τίποτα απ'ότι συνέβη αυτές τις ώρες που πέρασαν απ'την στιγμή που μας γνωρίσατε. Δεν θα μας θυμάστε."πρόσθεσε καθώς ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά θέλοντας να βγει έξω απ'το στήθος μου. "Το μέλλον θα αλλάξει."
      "Όχι..."ψέλλισα μην μπορώντας να πιστέψω όσα μου έλεγε. Πετάχτηκα πανικόβλητος απ'το κρεβάτι λες κι με κυνηγούσαν, άρχισα να κάνω γύρους πάνω κάτω το δωμάτιο φέρνοντας τα χέρια στο κεφάλι μου. "Όχι, όχι, όχι... Όχι Μόργκαν!"επανέλαβα υψώνοντας ακόμα περισσότερο την φωνή μου. Στη στιγμή εκείνη βρέθηκε όρθια κοντά μου, πιάνοντας τα χέρια μου.
      "Ηρέμησε Πέρσιβαλ."ακούμπησε ξανά το μέτωπό της πάνω στο δικό μου καθησυχάζοντας με, ήθελα πολύ να 'καταλαγιάσω' την ανησυχία που είχε αρχίσει να με κυριεύει αλλά το θεωρούσα αδύνατον. "Ησύχασε."ψιθύρισε εκείνη φέρνοντας το χέρι της στο κεφάλι μου, τρίβοντας το μαλακά. Έκλεισα τα μάτια μου.
      "Δεν θέλω να ξεχάσω."μουρμούρισα με παράπονο λες κι ήμουν μωρό. Στην πραγματικότητα ήμουν απελπισμένος. "Σίγουρα θα υπάρχει κάποιος τρόπος..."έκανα να ξεφύγω απ'το σφιχτό της κράτημα αλλά δεν με άφησε, προς στιγμήν αισθάνθηκα ανακούφιση αλλά κι περισσότερο τρόμο μαζί. "Δεν θέλω να σε ξεχάσω!"της εξομολογήθηκα με σθένος, αγγίζοντας τα μαλλιά της, βυθίζοντας τα δάχτυλά μου μέσα σε αυτά.
      "Δεν πρόκειται να με ξεχάσεις, θα με ξαναδείς πολύ σύντομα. Απλώς θα γνωριστούμε ξανά απ'την αρχή."είπε εκείνη χαρίζοντας μου ένα αχνό χαμόγελο.
      "Όχι, δεν θα είναι το ίδιο!"προσπάθησα να δικαιολογηθώ, ήθελα να πω περισσότερα αλλά ταυτόχρονα αισθανόμουν πως δεν μπορούσα να μιλήσω, κάτι με εμπόδιζε.
      "Γιατί το λες αυτό;"με ρώτησε εκείνη όπως ήταν φυσικό.
      'Σαν τι θα μπορούσες να της πεις;'αναρωτήθηκε το υποσυνείδητο μου κι αμέσως άλλαξα θέμα. "Πριν από λίγο μου είπες πως είσαι 'μάγισσα'." Δεν μου άρεσε που χρησιμοποιούσα αυτόν τον όρο, παρ'όλα αυτά συνέχισα με θάρρος. "Αυτό σημαίνει πως μπορείς να με αποτρέψεις απ'το να ξεχάσω τα πάντα." Την είδα να γέρνει το κεφάλι στον αέρα και να ξεφυσάει νευρικά. "Καν'το, σε παρακαλώ Μόργκαν, καν'το!"την πίεσα περισσότερο.
      Άφησε τους καρπούς μου κι προχώρησε για λίγο μέσα στο δωμάτιο, έφερε τα χέρια της στο κεφάλι, την άκουσα να αναστενάζει και να γυρίζει απότομα προς το μέρος μου. "Ακόμα κι αν διαθέτω την δύναμη για κάτι τέτοιο, δεν μπορώ να το κάνω ."μου αποκρίθηκε με ήρεμη κι σταθερή φωνή. Πήγα να της εναντιωθώ αλλά εκείνη με σταμάτησε αιφνιδιάζοντας με για άλλη μια φορά. "Πέρσιβαλ... Οι δυνάμεις μου είναι ανεξέλεγκτες. Μπορεί να έχω φτάσει σε ένα σημείο να τις ελέγχω όμως..."
     Γύρισε ξανά την πλάτη της προς το μέρος μου, απομακρύνθηκε περισσότερο από μένα. 'Κάτι της συνέβαινε;'σκέφτηκα. 'Τι όμως;!' Οπωσδήποτε δεν θα το άφηνα έτσι. Την πλησίασα.
     "Όμως τι;"την ρώτησα ανυπόμονα κι με ύφος βλοσυρό σφίγγοντας τις γροθιές μου.
      Άφησε έναν ακόμα αναστεναγμό. Μετά από μια ατελείωτη στιγμή την άκουσα να μου μιλά χαμηλόφωνα. "Όμως η υπερβολική χρησιμοποίηση τους μπορεί... μπορεί να αποβούν μοιραίες για την ζωή μου."
      Πάγωσα στο άκουσμα αυτών των λέξεων, είχα μείνει ακίνητος σαν στήλη άλατος με το στόμα ανοιχτό δίχως να μπορώ να πω ή να κάνω κάποια κίνηση. 'Πως μπόρεσα να φανώ τόσο ηλίθιος; Πως τολμούσα να της μιλώ  για κάτι τέτοιο;!' Ήθελα να της ζητήσω να με συγχωρέσει, να ξεχάσει το γεγονός ότι είχα βάλει σε κίνδυνο την ζωή της μόνο και μόνο για το δικό μου προσωπικό συμφέρον. Όταν κατάφερα να κάνω ένα βήμα προς το μέρος της εκείνη με ξάφνιασε κι πάλι μιλώντας ανάμεσα στους λυγμούς και τα αναφιλητά της. 'Έκλαιγε ξανά;!'
      "Και δεν θέλω να πεθάνω πριν πραγματοποιήσω την υπόσχεση που σου έδωσα."


     
       
      Έτρεξα αμέσως κοντά της. Το κορμί της ήταν γερμένο προς τα'μένα αλλά δεν με ένοιαζε. Σε κλάσματα δευτερολέπτου τα χέρια μου τυλίχτηκαν σαν 'σχοινιά' γύρω απ'αυτό 'παγιδεύοντας' την μέσα στην αγκαλιά μου, τα δάχτυλά της σύρθηκαν πάνω στους αγκώνες μου, χάιδεψαν τους καρπούς μου, κρατήθηκε από μένα γέρνοντας στο πλάι το κεφάλι της. Ευθύς τα χείλη μου βρέθηκαν στον λαιμό της, στο μάγουλο της και στη συνέχεια της ψιθύριζα απαλά στο αυτί της: "Μόργκαν... μπορείς να με νιώσεις;" Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. "Νιώσε με λοιπόν."την παρότρυνα. Υπήρχαν κάποια πράγματα που δεν μπορούσα να της τα εκφράσω δυνατά, ήθελα όμως τόσο πολύ να 'ακούσει' τις σκέψεις μου αυτή τη στιγμή.
      "Δεν μπορώ, δεν θέλω..."ψέλλισε εκείνη με κόπο.
      "Γιατί;"
      "Φοβάμαι... από το τι μπορεί να αισθανθώ, δεν θέλω."
      Την έγειρα προς το μέρος μου, κρατώντας την σφιχτά μέσα στα χέρια μου, τα μέτωπα μας συναντήθηκαν. Πήρα μια βαθιά ανάσα προτού βάλω σε μια σειρά τους συλλογισμούς μου. 'Αν πεθάνεις εσύ τίποτα απ'όλα αυτά δεν θα έχει σημασία για μένα.' Σήκωσα το βλέμμα μου κι ταυτόχρονα έφερα στο ύψος των ματιών μου και το δικό της. Περισσότερα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της. Με είχε ακούσει! 'Θα τρελαθώ!'πρόσθεσα ευχόμενος να με είχε 'διαβάσει' σαν βιβλίο ανοιχτό κι έγειρα προς εκείνη. Επιθυμούσα απεγνωσμένα το φιλί της. Με σταμάτησε φέρνοντας τα δάχτυλά της στο στόμα μου.
      "Πέρσιβαλ όχι..."κατάφερε να προφέρει, η φωνή της ήταν ραγισμένη κι έτρεμε. 'Άραγε να πονούσε το ίδιο όπως κι εγώ;'αναρωτιόμουν. "Εμείς οι δυο... αυτό πρέπει να σταματήσει. Δεν γίνεται, θα πληγωθείς..."
      "Το ξέρω, δεν πρέπει. Το θέλω όμως τόσο πολύ Μόργκαν, δεν μπορώ να αντισταθώ, είναι σαν να μου 'κάνεις' μάγια!"το σκέφτηκα λίγο καλύτερα. "Με μαγεύεις, ποτέ δεν θα μπορούσα να πληγωθώ από σένα. Νιώθω πως κρατάς στα χέρια σου κάτι απ'αυτό που μου λείπει."συμπλήρωσα ενώ χάιδευα τα μαλλιά της.
       "Αυτό όμως θα γίνει όταν έρθει η στιγμή να γυρίσω στην εποχή που ανήκω, στο μέλλον..."
      Δεν την άφησα να ολοκληρώσει, την τράβηξα απότομα απ'την μέση κολλώντας το στόμα μου στο δικό της, σφραγίζοντας τα χείλη της με τα δικά μου κι προσπάθησα να αφεθώ μέσα απ'το φιλί που της πρόσφερα, να τα 'δώσω όλα', να την κάνω να καταλάβει τι σήμαινε για μένα κι πόσο ανάγκη την είχα. Η Μόργκαν γατζώθηκε πάνω μου ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα μου, κι εγώ την έσφιξα περισσότερο μέσα στα δεσμά μου. Οι γλώσσες μας μπλέχτηκαν για άλλη μια φορά χαρίζοντας απόλαυση ο ένας στον άλλον καθώς το φιλί μας βάθαινε όλο κι πιο πολύ. Ύστερα - δεν είχα ιδέα πόση ώρα είχε περάσει - αποτραβήχτηκε προσπαθώντας να πάρει ανάσα. Την είδα να δαγκώνει τα χείλη της για λίγο και να με κοιτάζει αθώα, με τα δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Δεν άντεχα αυτήν την έκφραση.
        "Όχι άλλα δάκρυα ψυχή μου, σε εκλιπαρώ."ικέτευσα.
       "Άσε με."είπε κι έκανε να ξεφύγει από μένα αλλά δεν την άφησα. 'Πως θα μπορούσα;'
       "Όχι."
       "Έχουμε τόσα βάσανα κι οι δυο μας. Άσε με."επανέλαβε εκείνη με σπασμένη φωνή. Όταν είδε πως δεν υπήρχε περίπτωση να μου 'ξεφύγει', έγειρε πάνω στον ώμο μου αγκαλιάζοντας με σφιχτά κι μου ψιθύρισε σιγανά: "Θέλω να πάω στις αδελφές μου."
       "Όχι μονάχη, θα πάμε μαζί."της είπα καθώς έφερνα το πρόσωπο της μπροστά μου, έσειρα για λίγο την παλάμη μου στο μάγουλο της κι μετά τραβώντας την απ'το χέρι, κινήσαμε κι οι δυο προς την πόρτα.
       Ανοίγοντας την, βγαίνοντας στον διάδρομο απ'το βάθος είδα δυο πολύ γνωστές φιγούρες να κατευθύνονται προς το μέρος μου. Τις αναγνώρισα και πλησίασα τους συντρόφους μου. Ταυτόχρονα , μην αφήνοντας την Μόργκαν απ'το χέρι, της έγνεψα να μείνει ακριβώς από πίσω μου σε περίπτωση που γινόταν κάτι. Εκείνη υπάκουσε κι στάθηκε δίπλα μου περιμένοντας υπομονετικά, κρατώντας με γερά. Νιώθοντας την λαβή της αισθάνθηκα περισσότερη ανακούφιση κι απήυθυνα με άνεση τον λόγο σε εκείνους.
      "Σερ Λάιονελ, Σερ Κέι."πρόφερα τα ονόματα τους.
       "Πέρσιβαλ;!"αναφώνησε ο Κέι. "Τι γυρεύεις εδώ με την...;"ο Κέι έριξε μια ματιά στην κοπέλα που είχα δίπλα μου ρίχνοντας της μια εξεταστική ματιά, απλώνοντας το χέρι προς το μέρος μας, δείχνοντας μας προφανώς και μένοντας αποσβολωμένος.


       
       
       "Μια απ'τις αδελφές Χέιστινγκς, να υποθέσω."μίλησε ο Λάιονελ εντελώς ατάραχος. Τον περιεργάστηκα για λίγο, φαίνεται πως η εξάσκηση, ο καθαρός αέρας του είχε κάνει καλό. Φαινόταν πιο ήρεμος.
       "Μόργκαν, ονομάζομαι Μόργκαν."μουρμούρισε εκείνη αρκετά καθαρά αλλά διστακτικά. Πήρα το λόγο αμέσως, ένιωσα πως έπρεπε να παρέμβω.
       "Λάιονελ γνωρίζεις που βρίσκονται οι αδελφές της; Η Μόργκαν θέλει να πάει κοντά τους."
       "Φυσικά. Νωρίς το πρωί ο Μέρλιν τις οδήγησε σε ένα απ'τα διαμερίσματα του βασιλιά."είπε κι μας έκανε νόημα να τον ακολουθήσουμε.
       Τράβηξα την Μόργκαν μαζί μου , φέρνοντας το χέρι μου αυτή τη φορά γύρω απ'την μέση της κι ο Κέι ήρθε να βηματίσει δίπλα μου παρατηρώντας την κλεφτά κάθε τόσο. Του έριξα ένα βλέμμα 'δολοφονικό' κι αμέσως εκείνος κοίταξε ευθεία μπροστά του. Ο Λάιονελ ξαφνικά στάθηκε απέξω από μια δρύινη, μεγάλη ξύλινη πόρτα κι άπλωσε το χέρι του.
       "Εδώ είναι."μας πληροφόρησε κι έκανε στην άκρη.
       "Σε ευχαριστώ πολύ... Σερ Λάιονελ."τον ευχαρίστησε εκείνη. Ένιωσα το χέρι της να αφήνει απότομα το δικό μου κι έκλεισα προς στιγμήν σφιχτά τα μάτια μου. Εκείνη τώρα πλησίαζε τη θύρα.


       
       
       "Μόργκαν;"πρόφερα το όνομα της με τρεμάμενη φωνή πριν χτυπήσει την πόρτα. Έγειρα στο πλάι. "Πηγαίνετε και περιμένετε με στα αποδυτήρια, θα έρθω σε λίγο."είπα στους 'φίλους' μου κι στράφηκα ξανά προς την Μόργκαν. Εκείνοι πριν χαθούν απ'το οπτικό μας πεδίο μας έριξαν μια περίεργη ματιά και στη συνέχεια κινήθηκαν προς την σκάλα που οδηγούσε στην αυλή του παλατιού. Την πλησίασα, οι παλάμες μου άγγιξαν τα μάγουλά της, το μέτωπο μου ακούμπησε το δικό της. Έκλεισα ξανά τα βλέφαρα μου. "Θέλω να ξέρεις..."κόμπιασα, ξαφνικά μου ήταν τόσο δύσκολο να της μιλήσω, να πω αυτά που ήθελα. "Συγγνώμη αν σε πίεσα, αν σου φέρθηκα άσχημα άθελα μου. Σου ζητώ να με συγχωρέσεις, εγώ..."
      "Δεν θα σε αφήσω να ξεχάσεις Πέρσιβαλ."αναστέναξε κλείνοντας κι εκείνη τα μάτια, διακόπτοντας με κι πιάνοντας τα χέρια μου, ζουλώντας τις αρθρώσεις μου τρυφερά. Άφησα τα χείλη μου στο μέτωπο της.
      "Ότι κι αν αποφασίσεις, ότι κι αν συμβεί, δεν θα σε ξεχάσω... Στο ορκίζομαι."ψιθύρισα τρέμοντας. Με αυτόν τον τρόπο ήθελα να αισθανθεί τον φόβο μου, τον μεγαλύτερο μου φόβο μέχρι στιγμής.
      "Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς ούτε και να φοβάσαι."με καθησύχασε ξανά, έφερε την παλάμη της στο κεφάλι μου, την πήρα μέσα στο δικό μου χέρι και την φίλησα.
      "Θέλω να προσέχεις όση ώρα θα είμαστε χώρια, θα το κάνεις αυτό για μένα;"
      "Ναι."αποκρίθηκε χαμογελώντας μου αχνά.
      "Σε ευχαριστώ."μουρμούρισα ανατριχιάζοντας στο κρύο άγγιγμα της, τα χείλη της φιλούσαν τους καρπούς μου.
      "Παρακαλώ."μου είπε στον ίδιο τόνο.
      Έσκυψα προς το μέρος της για τελευταία φορά, χαρίζοντας της ένα πεταχτό φιλί, χαϊδεύοντας απαλά τα χείλη της και την άφησα. Στάθηκα στην γωνία πριν την σκάλα, έμεινα εκεί για λίγο με το βλέμμα μου καρφωμένο πάνω της κι εκείνη να ανταποδίδει στην ανήσυχη ματιά μου ενώ χτυπούσε την πόρτα, η λαίδη Τζένιφερ έβγαινε έξω, την αγκάλιαζε και την παρέσερνε να μπει μέσα στο δωμάτιο. Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω τους, άρχισα να κατεβαίνω ένα - ένα τα σκαλιά. Αυτόματα έφερα το χέρι στο στήθος μου, η καρδιά μου 'πονούσε' επειδή είχα απομακρυνθεί από κοντά της.



    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:40 pm, 4 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Παρ Σεπ 27, 2013 12:35 am

    Camelot~Citadel{Sister's Chambers}, 7 June 496 A.D., Jennifer's Pov {5th scene}


       
       Μόλις αντιλήφθηκα τον χτύπο της πόρτας κινήθηκα αθόρυβα κι μηχανικά προς τη θύρα, πατώντας στις μύτες των ποδιών μου. Η Ελένα δεν βρισκόταν στο δωμάτιο. Αφού άλλαξε, ξάπλωσε για λίγο, συζητήσαμε κι οι τρεις το 'σχέδιο' που είχαμε κατά νου κι στη συνέχεια μας άφησε , λέγοντας πως κάτι επείγον είχε να κάνει. Ήμουν σίγουρη πως πήγαινε να βρει τον Μέρλιν, δεν μου το έβγαζες απ'το μυαλό. 'Κι ύστερα λέει σε μας να προσέχουμε.'μουρμούρισα από μέσα μου  απηυδισμένη. Δεν κοιτούσε καλύτερα το δικό της το 'χάλι' , που τα είχε κάνει θάλασσα κι εκείνη; Οι παρατηρήσεις της έλειπαν. Η Άννα 'έπαιρνε' - ας υποθέσουμε τώρα - το 'μπάνιο' της. Έριξα μια διακριτική ματιά προς την μεριά που βρισκόταν το τεράστιο παραβάν, πίσω απ'αυτό υπήρχε μια τεράστια μπανιέρα γεμάτη με χλιαρό νερό.
      Απ'την στιγμή που ο Μέρλιν μας οδήγησε μέχρι εδώ, λίγα λεπτά αργότερα 'εισέβαλαν' στο χώρο υπηρέτριες θέλοντας να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες μας, να κάνουν τα θελήματα μας. Τους εξηγήσαμε πως μπορούσαμε και μόνες να φροντίσουμε τους εαυτούς μας κι ύστερα από πολλή ώρα τις πείσαμε να αποσυρθούν. Ξεκουραστήκαμε κι όταν επιτέλους είχαμε χορτάσει ύπνο αποφασίσαμε πως δεν μπορούσαμε να μείνουμε με τα ίδια ρούχα τόσες ώρες. Για την ακρίβεια εμένα το τζιν είχε αρχίσει να με σφίγγει. Τσιμπήσαμε απ'τον δίσκο λίγα φρούτα, καραμελωμένα αμύγδαλα, φουντούκια, φέτες ψωμί με μαρμελάδα κι μέλι που μας είχαν φέρει κι έπειτα 'φάγαμε' σχεδόν όλο μας το πρωινό μπροστά στην ντουλάπα ψάχνοντας για κάποιο ένδυμα της προκοπής.
      Πλησίασα την Άννα που είχε κλειστά τα μάτια της - προφανώς την είχε πάρει ο ύπνος μέσα στη μπανιέρα. Την σκούντηξα ελαφρά κι εκείνη αφού άνοιξε τα μάτια της με κοίταξε παραξενεμένη. Της έκανα νόημα πως θα άνοιγα την πόρτα κι τότε η ξαδέλφη μου άρπαξε μια πετσέτα που βρισκόταν εκεί κοντά, κάλυψε την γύμνια της κι βγήκε απ'το νερό ακολουθώντας με. Μάζεψα σε ένα σωρό την ουρά του νυχτικού μου μην την πατήσω κι πέσω κι σκοτωθώ, ακούμπησα το χερούλι της πόρτας κι την άνοιξα αργά αργά. Όφειλα να είμαι προσεχτική, βεβαίως κι έπρεπε να βρισκόμαστε σε επιφυλακή αλλά δεν ήθελα να πληγώσω κι κανέναν αθώο εξαιτίας της μαγείας μου. Απ'το άνοιγμα φάνηκε το πρόσωπο της Μόργκαν που με κοιτούσε με λαχτάρα, με το αχνό της χαμόγελο να συντροφεύει τα χείλη της. Αμέσως έπεσα στην αγκαλιά της και την τράβηξα προς τα μέσα. Είδα την Άννα να κλειδώνει ξανά την πόρτα κι στη συνέχεια να μας αγκαλιάζει κι εκείνη, προσέχοντας την ίδια ώρα μην της πέσει η πετσέτα. Αποτραβήχτηκα για λίγο απ'τα δεσμά της Μόργκαν κι έφερα τις παλάμες μου στο πρόσωπο της, βάλθηκα να την παρατηρώ.
      "Πως αισθάνεσαι;"την ρώτησα ανυπόμονα. "Είσαι καλά;"
      Η ξαδέλφη μου δεν απάντησε αμέσως. Χαμήλωσε το βλέμμα της, ρούφηξε την μύτη της κι στη συνέχεια με κοίταξε με κόπο πριν μου απαντήσει. "Όχι."ψέλλισε ανάμεσα στα αναφιλητά της λίγο πριν την πάρουν τα ζουμιά. 'Τι της συνέβαινε; Ήταν δυνατόν τα οράματα που είχε δει την νύχτα να την είχαν επηρεάσει τόσο πολύ;'αναρωτήθηκα.
      Εγώ κι Άννα την τραβήξαμε προς το κρεβάτι όπου καθίσαμε κι οι τρεις, η μία αριστερά κι άλλη δεξιά της, αγκαλιάζοντας την κι οι δυο, χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. Πέρασαν μερικές στιγμές μένοντας έτσι κι οι τρεις. Ύστερα από πολλή ώρα η Μόργκαν μίλησε με δυσκολία.
        "Η Ελένα;"
       "Είχε κάτι να κάνει. Πιθανόν θα ψάχνει να βρει τον Μέρλιν, θα γυρίσει όμως σύντομα."την καθησύχασα.
       Την είδα να γέρνει στον ώμο της Άννας, κρατώντας σφιχτά την ίδια ώρα τα χέρια μου μέσα στα δικά της. Είχε έρθει επιτέλους η ώρα να την ρωτήσω, αλλά απ'την άλλη δίσταζα. Έπρεπε όμως να μάθουμε.
       "Μόργκαν; Γλυκιά μου , είσαι σε θέση να μας μιλήσεις; Να μας αποκαλύψεις τα οράματα σου; Αυτά που είδες καθ'όλη τη διάρκεια της νύχτας;"
       "Ναι αλλά μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Τα πιο σημαντικά."μου αποκρίθηκε ανασηκώνοντας για λίγο το κεφάλι της. "Υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν θα ήθελα να μιλήσω ακόμα γι'αυτά, προσπαθώ να τα χωνέψω. Δεν είμαι έτοιμη."συμπλήρωσε.
       "Ας είναι."μίλησε αυτή τη φορά η Άννα. "Εμείς θέλουμε να μάθουμε πως πέθαναν ακριβώς οι ιππότες για να ξέρουμε τι αντιμετωπίζουμε κι από τι ακριβώς πρέπει να τους σώσουμε."συνέχισε εκείνη φέρνοντας το χέρι της γύρω απ'την πλάτη της Μόργκαν, τραβώντας την στην αγκαλιά της.
       "Άννα;"η ξαδέλφη μου έγειρε προς το μέρος της κοιτώντας την έντονα. "Όσον αφορά τον Λάνσελοτ, δεν είναι ούτε ξανθός ούτε γαλανομάτης όπως τον φανταζόσουν."
       "Α-αλήθεια;!"έκανε εκείνη προσποιούμενη ότι δεν πίστευε στα αυτιά της κι κάνοντας νόημα με το βλέμμα της προς εμένα. Στήριξα το κεφάλι στον αγκώνα μου κι ξεφύσηξα κουρασμένα. 'Είχαμε τον Άγκραβέιν , τώρα θα έχουμε και τον Λάνσελοτ, δεν θα τελειώναμε ποτέ.'σκεφτόμουν καθώς άκουγα την Άννα να ρωτάει:"Αλλά; Πως είναι;"



       
       
        "Είναι μελαχρινός, με καστανά μάτια κι σκουρόχρωμη επιδερμίδα αλλά και πάλι είναι πολύ όμορφος."είπε η Μόργκαν χαμογελώντας, διέκρινα πως ο τόνος της φωνής της ξαφνικά είχε γίνει ζωηρός κι πρόσχαρος.
       "Πρέπει..."η Άννα στραβοκατάπιε, στάθηκε στο ύψος της κι πρόσθεσε. "Πρέπει να τον εμποδίσουμε να περάσει το πέπλο, θα παγιδευτεί ανάμεσα σε δύο κόσμους. Θα πεθάνει."άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό.
       "Αυτή η καταραμένη Κύλιξ φταίει για όλα. Ο Μέρλιν μας μίλησε πως πρόκειται για την φύλακα του Πνευματικού Κόσμου."είπα εγώ καθώς χτυπούσα την γροθιά μου πάνω στα μαξιλάρια. Με αυτόν τον τρόπο τράβηξα την προσοχή και των δυο, δεν έχασα καιρό, συνέχισα με περισσότερο ζήλο. "Οι ιππότες μας είπαν πως το σχίσμα δημιουργήθηκε στην αρχή με μια θυσία αίματος, κι έτσι εμφανίστηκαν τα Dorocha..."
       "H Μοργκόουζ!"με διέκοψε η Μόργκαν φέρνοντας τα χέρια της γύρω απ΄την Άννα, σφίγγοντας την μέσα στα δεσμά της. Η έκφραση της αυτή τη στιγμή φαινόταν τρομοκρατημένη. "Η Μοργκάνα θυσίασε την αδελφή της την Μοργκόουζ μόνο κι μόνο επειδή η δεύτερη βρισκόταν ήδη στο κατώφλι του θανάτου κι επειδή επίσης η ίδια της το ζήτησε."
       Εγώ κι η Άννα κοιταχτήκαμε, αμέσως κάναμε την εξής διαπίστωση: Η Μόργκαν είχε δει τα πάντα μέσα απ'τα οράματα της.
       "Για να σφραγιστεί ξανά χρειαζόταν άλλη μία."μίλησα ξανά.
       "Ο Λάνσελοτ."ψιθύρισε η Άννα χαμηλόφωνα. "Θυσιάστηκε για να σώσει τον βασιλιά του κι το Κάμελοτ."
       "Έδωσε μια υπόσχεση και κράτησε τον λόγο του."μουρμούρισε η Μόργκαν ρίχνοντας μου μια ματιά όλο νόημα, αμέσως κατάλαβα. 'Δεν θέλω να ξέρω.'συλλογίστηκα από μέσα μου ενώ την ίδια ώρα ήμουν σίγουρη πως ο όρκος του ιππότη είχε να κάνει με την βασίλισσα.
       "Δεν γινόταν αλλιώς, ο Πνευματικός Κόσμος απαιτούσε μια θυσία. Ακόμα κι αν σώσουμε τον Λάνσελοτ τα Dorocha θα συνεχίσουν να περιπλανιούνται σκορπίζοντας τον φόβο κι τον τρόμο. Πως θα τα σταματήσουμε;"ξέσπασα αγανακτισμένα μην μπορώντας να βρω κάποια λύση.
       "Ο Πνευματικός Κόσμος δεν απαιτεί τίποτα!"γρύλισε η Μόργκαν καθώς πεταγόταν απ'το κρεβάτι, σταύρωνε τα χέρια της κι κινούνταν προς το παράθυρο. Στάθηκε εκεί παρατηρώντας έξω την καστρόπολη, καθώς το φως του ήλιου έπεφτε πάνω της. "Είναι η Κύλιξ, η φύλακας του Πνευματικού Κόσμου, εκείνη είναι που το απαιτεί."γύρισε ξανά προς το μέρος μας με βλέμμα βλοσυρό, συνοφρυωμένο, κι συνάμα σοβαρό. "Κι εκείνη που πρέπει να θυσιάσουμε ούτως ώστε να αποκατασταθεί το πέπλο."
       "Μόργκαν; Πως το γνωρίζεις αυτό;"την ρώτησε η Άννα, η αδελφή της κι εγώ την κοιτούσαμε αποσβολωμένες.
       "Δεν έχει σημασία αυτή τη στιγμή."μας είπε. Την κοιτάξαμε καχύποπτα, η απάντηση της δεν ήταν αρκετή. "Σας είπα πως υπάρχουν κάποια γεγονότα στα οράματα μου για τα οποία δεν είμαι έτοιμη να μιλήσω. Όταν νιώσω την ανάγκη για κάτι τέτοιο να είστε σίγουρες πως θα μάθετε τα πάντα."
       "Επομένως..."σηκώθηκα κι εγώ όρθια πλησιάζοντας την, μιμούμενη την κίνηση της κι ρίχνοντας της μια εξονυχιστική ματιά. "Γυρνάμε πίσω στο χρόνο, σώζουμε τον Λάνσελοτ κι 'σκοτώνουμε' την Κύλιξ."το σκέφτηκα λίγο περισσότερο. Δεν υπήρχε πρόβλημα στο να την παρασύρουμε μέχρι το σχίσμα, το θέμα ήταν αν με την θυσία της θα εξαφανίζονταν εντελώς τα κακά πνεύματα ούτως ώστε να μην βασάνιζαν άλλο τον κόσμο. "Είσαι σίγουρη πως θα έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα;"την ρώτησα αβέβαια.
       "Ναι, είμαι σίγουρη. Έχετε μου εμπιστοσύνη."μας αποκρίθηκε η Μόργκαν με ύφος που δεν το διαπραγματευόταν.
       "Καλώς, τότε εφόσον ξέρουμε πως θα κινηθούμε όσον αφορά την διάσωση του Λάνσελοτ, καιρός να περάσουμε στον επόμενο ιππότη: Τον Σερ Έλυαν."είπε η Άννα που τραβούσε τα σεντόνια πάνω της, καλύπτοντας περισσότερο το κορμί της κι παίρνοντας μια πιο σεμνή στάση. Στη στιγμή ένιωσα τα πόδια μου να τρέμουν, δεν άντεχα καν στην αναφορά του ονόματος. Αναστέναξα κι άφησα το σώμα μου να σωριαστεί κι πάλι ανάμεσα στα σκεπάσματα. Οι ξαδέλφες μου μου έριξαν μια ανήσυχη ματιά. "Ο Γάιος μου είπε πως πέθανε προσπαθώντας να σώσει την αδελφή του."συμπλήρωσε η Άννα. Έγειρα το κεφάλι μου στον αέρα, όχι μόνο το όνομα του αλλά κι η κατάληξη του μου θύμιζε τόσο το άδικο τέλος του δικού μου αδελφού στο μέλλον.
       "Τζέιν;"η φωνή της Μόργκαν ξαφνικά ακουγόταν από τόσο μακριά. Παρ'όλα αυτά στράφηκα προς το μέρος της.
       "Ναι;"ανταποκρίθηκα νιώθοντας ένα βάρος να με πλακώνει. Είδα την Μόργκαν να με πλησιάζει, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού κι πήρε τα χέρια μου μέσα στα δικά της.
       "Πρέπει να σου μιλήσω."μου είπε εκείνη με τρεμάμενη φωνή. Την κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα. "Όσον αφορά τον Έλυαν."εξήγησε.
       "Ναι! Τι συμβαίνει με τον Έλυαν;!"την ρώτησα εκνευρισμένη, για κάποιον άγνωστο λόγο ένιωθα τα νεύρα μου έτοιμα να σπάσουν.




       
       "Ο Σερ Έλυαν αποτελεί την προηγούμενη ζωή του Έλλιοτ."
       "Αδύνατον."ψιθύρισα σιγανά, σχεδόν από μέσα μου.
       Την μια στιγμή νόμιζα πως δεν θα με βαστούσαν τα πόδια μου, την αμέσως επόμενη όμως συνειδητοποίησα πως έκανα ανήσυχους γύρους μέσα στο δωμάτιο παραμιλώντας, νιώθοντας τα δάκρυα να αβλακώνουν τα μάτια μου, πιάνοντας με το ένα χέρι το σώμα μου προστατεύοντας το κι φέρνοντας το άλλο στη μύτη μου καθώς την φυσούσα. 'Το ήξερα, το περίμενα, κατά βάθος το ήξερα.'μουρμούριζα κάθε τόσο από μέσα μου κι μονολογούσα σιωπηλά, το όνομα του, ο τρόπος με τον οποίο υπερασπίστηκε την αδελφή του δεν μπορεί να ήταν τυχαία. Βαθιά μέσα μου ευχόμουν να ήταν εκείνος. Ούτε που το κατάλαβα για πότε είχα γονατίσει στο πάτωμα, το πρόσωπο μου ήταν σκαμμένο απ'το πόνο, τα μάτια μου κατακόκκινα καθώς κυλούσαν απ'αυτά  δάκρυα ασταμάτητα, κι το κορμί μου να τρέμει απ΄το βαθύ κλάμα και τους σπασμούς που μου προκαλούσε. Η Μόργκαν κι η Άννα βρέθηκαν αριστερά και δεξιά μου, με υποβάσταξαν κι με έβαλαν να ξαπλώσω στο κρεβάτι. Άρχισαν κι οι δυο να ζουλάνε τις αρθρώσεις των χεριών μου καθησυχαστικά ενώ μου χάριζαν τα αχνά τους χαμόγελα. Δεν μπορούσα να μιλήσω, οι κόγχες των ματιών μου κουνιόντουσαν πέρα δώθε ανήσυχες, επεξεργαζόμενες τον ουρανό του κρεβατιού, τις κουρτίνες που υπήρχαν ολόγυρα.
       "Ηρέμησε Τζένιφερ, θα τον σώσουμε καλή μου, θα τον φέρουμε πίσω."άκουγα να μου λένε η Μόργκαν κι η Άννα κάθε τρεις κι λίγο αλλά εγώ δεν μπορούσα να ησυχάσω.
       Έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά γυρίζοντας πλευρό, προσπάθησα να διώξω την εικόνα του θανάτου της οικογένειας μου απ'το μυαλό μου, η σκηνή όμως της τραγικής κατάληξης τους δεν έφευγε απ'το κεφάλι μου. Πρώτα ο θάνατος των θετών γονιών μας σε τροχαίο, ο Έλλιοτ εκείνο το πρωινό χάρη στις μαγικές του δυνάμεις μόλις είδε το μεγάλο φορτηγό να έρχεται καταπάνω μας, με έσφιξε στην αγκαλιά του κι αμέσως εξαϋλωθήκαμε έξω απ'το αυτοκίνητο, πέφτοντας κατευθείαν πάνω στην άσφαλτο. Κανείς δεν μας είδε οπότε τους ήταν δύσκολο να εξηγήσουν το πως σωθήκαμε, το μόνο που τους είπε ο αδελφός μου ήταν πως ίσα ίσα προλάβαμε κι είχαμε βγει εμείς έξω απ'το όχημα χωρίς να μας μείνει ο απαιτούμενος χρόνος να βοηθήσουμε τη μαμά και τον μπαμπά. Σε δευτερόλεπτα το αυτοκίνητο είχε τυλιχτεί στις φλόγες, έτρεξα προς το μέρος του για να τους σώσω. Ο Έλλιοτ όμως με άδραξε σφίγγοντας με μέσα στα δεσμά του κι άρχισε να μου ψιθυρίζει καθησυχαστικά λόγια για να ηρεμήσω, προκειμένου να σταματήσω να ουρλιάζω κι να κλαίω. Γατζώθηκα πάνω του τραβώντας τον γιακά του, έκλεισα τα μάτια μου κι ξέσπασα σε κλάματα γοερά, αισθανόμουν τέτοια ανακούφιση κι παρηγοριά που είχα τουλάχιστον τον μεγαλύτερο αδελφό στο πλευρό μου κι ορκίστηκα από εκείνη την στιγμή πως θα έκανα το παν για να τον προσέχω, να τον προστατέψω, να μην πάθει κακό γιατί αλλιώς δεν θα άντεχα αν έχανα κι εκείνον.
       Πόσο λάθος είχα κάνει, πολλά χρόνια αργότερα, όταν η Τριάδα του Κάτω Κόσμου μας είχε επιτεθεί στο αρχοντικό των ξαδέλφων μου, στέλνοντας τους σκοτεινούς της φύλακες με τα βέλη τους, ο Έλλιοτ είχε μπει μπροστά μου καλύπτοντας με με αποτέλεσμα να πληγωθεί θανάσιμα. Η Άννα ήταν αιχμάλωτη του Κάτω Κόσμου κι όταν κατάφερε να δραπετεύσει ήταν πλέον αργά για να τον θεραπεύσει. Ο Έλλιοτ δεν βρισκόταν πλέον στη ζωή, είχε ξεψυχήσει στα χέρια μου καθώς έβλεπα το σώμα του μπροστά μου να εξαφανίζεται κι η ψυχή του την ίδια ώρα να ανεβαίνει προς τους ουρανούς. Οι ξαδέλφες μου στέκονταν λίγο πιο πίσω από μένα εκφράζοντας την λύπη τους με σιγανούς λυγμούς κι αναφιλητά ενώ εγώ φώναζα, οδυρόμουν, χτυπιόμουν, τρανταζόμουν από δυνατότερους λυγμούς ενώ την ίδια ώρα προκαλούσα το ταρακούνημα του σπιτιού, το τοπίο σείστηκε. Αισθάνθηκα το απότομο τράβηγμα της Άννας που με μετέφερε αστραπιαία στο σπίτι μου στο Winchester, ενώ λίγο αργότερα λιποθυμούσα πέφτοντας στο έδαφος. Όταν πλέον είχα συνέλθει παρακάλεσα τους Γηραιούς να μου τον φέρουν πίσω ως Λευκό Φύλακα αλλά εκείνοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά, μην δίνοντας σημασία στις ικεσίες και στα συνεχή παρακάλια μου. Απομονώθηκα, δεν δεχόμουν την παρουσία και την συντροφιά κανενός, δεν μιλούσα, δεν έτρωγα, είχα πάθει σοκ. Οι ξαδέλφες μου με φιλοξένησαν για μεγάλο διάστημα στο Carlisle κι σ'αυτές ίσως να οφείλεται το μεγαλύτερο κομμάτι τις βελτίωσης μου. Χωρίς αυτές ίσως κι να είχα καταλήξει στο φρενοκομείο, δεν ξέρω.
      Στην ίδια κατάσταση βρισκόμουν κι τώρα καθώς ένιωθα τα χέρια της Μόργκαν να τυλίγονται γύρω μου κι να με κλείνει στοργικά, προστατευτικά μέσα στην αγκαλιά της. Έφερε το χέρι της στα μαλλιά μου κάνοντας τα πέρα, χαϊδεύοντας τα την ίδια ώρα. Αισθάνθηκα τον σιγανό της ψίθυρο στ'αυτί μου: "Ξέρω τι περνάς γλυκιά μου, έτσι ακριβώς ήμουν κι εγώ τις πρώτες πρωινές ώρες. Όλα θα πάνε καλά, στο υπόσχομαι, θα τους σώσουμε κι θα τους φέρουμε πίσω. Μην αμφιβάλεις γι'αυτό."
       "Πως ήταν;"μουρμούρισα εγώ σκουπίζοντας τα δάκρυα μου, έγειρα προς την μεριά της καθώς ανασηκωνόμουν κι βολευόμουν στα μαξιλάρια. Έριξα μια ματιά τριγύρω, η Άννα δεν ήταν κοντά μας, προφανώς θα είχε πάει να ντυθεί. "Θέλω να πω είναι ολόιδιος με τον Έλλιοτ;"ρώτησα ξανά στη συνέχεια προφέροντας με δυσκολία.
       "Ναι."η Μόργκαν μου χάρισε ένα αχνό χαμόγελο. "Ο ξάδελφος μας είναι το ίδιο όμορφος κι στο παρελθόν. Παρ'όλο που εκείνος είναι απ'αυτή την εποχή, εξακολουθείτε να μην έχετε τον ίδιο τύπο ματιών, τα δικά του είναι γαλάζια, ενώ εσένα μελιά."πρόσθεσε εκείνη παίζοντας με τις κατάξανθες τούφες μου. "Η μόνη διαφορά είναι τα μαλλιά του, είναι πιο μακριά φτάνουν μέχρι τους ώμους του."
       "Μόργκαν;"μίλησα ξανά δισταχτικά. 'Πως θα της ζητούσα κάτι τέτοιο;'συλλογίστηκα. Κι όμως ήθελα να μάθω - δεν ήταν πως δεν πίστευα την ξαδέλφη μου - απλώς επιθυμούσα να δω από κοντά την προηγούμενη ζωή του αδελφού μου. "Θα μπορούσα να δω το όραμα σου κι εγώ;"την ρώτησα ήμερα όταν πλέον είχαν κατασταλάξει τα δάκρυα μου.
       "Τι;!"τσίριξε εκείνη και στην στιγμή απομακρύνθηκε από κοντά μου.
       "Να'μαι κι εγώ, τι λέγατε;"μας απήθυνε τον λόγο η Άννα ερχόμενη προς το μέρος μας, αυτή τη φορά ντυμένη. Δεν της έδωσα την απαιτούμενη προσοχή, μονάχα μια φευγαλέα ματιά. Πλησίασα την Μόργκαν.
       "Σε παρακαλώ ξαδέλφη, θέλω μονάχα να τον δω. Δεν είναι ότι αμφισβητώ τα λεγόμενα σου, κάθε άλλο. Να τον δω, μονάχα μια φορά."την παρακάλεσα.
       "Όχι!"μου αρνήθηκε εκείνη. Απ'την έκφραση της διέκρινα πως ήταν αμετανόητη.
       Η Άννα που κατάλαβε περί τίνος μιλούσαμε ήρθε δίπλα μου, με έπιασε απ'τον ώμο κι εξέφρασε την άποψη της ήρεμα, προσέχοντας να μην οξύνει τα νεύρα της αδελφής της.
       "Μόργκαν πιστεύω πως αν βλέπαμε κι εμείς τους ιππότες..."ξεκίνησε εκείνη.
       "Είπα ΌΧΙ! Και δεν το διαπραγματεύομαι."γρύλισε εκείνη γυρίζοντας μας την πλάτη και σταυρώνοντας τα χέρια της. "Προσπαθείστε να καταλάβετε κι εμένα."την είδαμε να φέρνει το ένα χέρι της στο μέτωπο. "Μην με κάνετε να ξαναγυρίσω εκεί, ούτε στην αποστολή του Ευλογημένου Νησιού , ούτε στον Σκοτεινό Πύργο. Είναι παρών ο Γκάγουέιν, δεν μπορώ να βλέπω την έκφραση του."έγειρε προς την μεριά μας, η φωνή της τώρα ήταν ραγισμένη. "Σας παρακαλώ, Τζένιφερ, Άννα κάντε υπομονή."στράφηκε προς εμένα. Με πλησιάσε κι με έπιασε απ'τους ώμους. "Όταν γυρίσουμε πίσω για τα καλά θα τον δεις κι θα χαίρεσαι, επειδή θα ξέρεις πως θα τον έχεις σώσει."
       "Ένα σπαθί, ένα μαγικό σπαθί μπήχτηκε μέσα στη σάρκα του. Η Μοργκάνα το είχε μαγέψει, προοριζόταν για τον Αρθούρο. 'Έπεσε' πολεμώντας γενναία."της εξήγησα μην μπορώντας να συγκρατήσω για πολύ ακόμα τα δάκρυα μου.
       "Το ξέρω Τζέιν, το ξέρω καλή μου. Ήμουν μπροστά, το 'έζησα' για δεύτερη φορά κι δεν ξέρεις πόσο πόνεσα βλέποντας τον 'ξάδελφο' μας να φεύγει ξανά με παρόμοιο τρόπο απ'την ζωή. Πίστεψε με δεν άντεξα ούτε κι εγώ."είπε η Μόργκαν.
       "Τι θα γίνει με τον διάσωση του Αρθούρου και του Σερ Γκάγουείν;"ρώτησε ξαφνικά η Άννα λίγες στιγμές αργότερα αλλάζοντας θέμα. "Ο Μέρλιν μας περιέγραψε την στιγμή που ο βασιλιάς άφηνε την τελευταία του πνοή στα χέρια του ενώ προσπαθούσε να τον οδηγήσει στο Άβαλον κι ο Πέρσιβαλ..."



       
       
       "Η σωτηρία του Σερ Γκάγουέιν είναι δική μου υπόθεση! Θα σας παρακαλούσα εσείς να μην ασχοληθείτε με αυτό το θέμα."την διέκοψε απότομα η Μόργκαν. Την κοίταξα, το βλέμμα της τώρα ήταν στραμμένο στο κενό, σκληρό, αποφασιστικό, τα μηνίγγια του προσώπου της πάλλονταν. Πρόσεξα επίσης πως έσφιγγε τις γροθιές της.
      "Μα Μόργκαν...;"πήγαμε να την συνετίσουμε εμείς. 'Πως θα τα έβγαζε πέρα μόνη της με αυτό;'αναρωτήθηκα.
       "Εσείς το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να βρείτε κι να σώσετε τον βασιλιά."είπε δίχως να σηκώνει αντιρρήσεις.
       "Γνωρίζεις ότι θα βρεθείς ενώπιον της πραγματικής αρχιέρειας, της Μοργκάνα."την προειδοποίησα. Την είδα να χαμηλώνει το βλέμμα, απέφευγε να μου απαντήσει. "Για το Θεό Μόργκαν!"ξέσπασα. "Είσαι τρελή;! Τι πας να κάνεις; Μην την υποτιμάς. Είναι η προηγούμενη ζωή σου, ίσως να είσαι πράγματι πιο ισχυρή από εκείνη αλλά δεν μπορείς να το ρισκάρεις. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να διαθέτει τις ίδιες μαγικές δυνάμεις με σένα - όχι υπάρχει, είναι σχεδόν σίγουρο. Μην σκέφτεσαι με αυτόν τον τρόπο. Στην προσπάθεια σου να σώσεις δυο ιππότες μπορεί να πεθάνετε κι οι τρεις."μίλησα σκεφτόμενη τον Σερ Πέρσιβαλ που κατά την διάρκεια των μαρτυριών που πέρασε ο Γκάγουέιν, κι εκείνος βρισκόταν στο έλεος της Μοργκάνα. "Θα χάσεις την ζωή σου."προσπάθησα να την μεταπείσω.
      "Τζένιφερ πάψε!"φώναξε εκείνη με όλη της την δύναμη κι σε κλάσματα δευτερολέπτου είδα την φωτιά να υψώνεται γύρω μας. Η Άννα δίπλα μου άφησε μια κραυγή τρόμου, αλλά εγώ δεν φοβήθηκα. Είχα συνηθίσει στα γνωστά ξεσπάσματα της ξαδέλφης μου, δεν με τρομοκρατούσε πλέον. Την πλησίασα περισσότερο, στάθηκα μπροστά της με σοβαρό ύφος. Στα μάγουλά μου δεν κυλούσε ούτε ένα δάκρυ τώρα πια. Ο πύρινος κύκλος κόπασε μέχρι που εξαφανίστηκε τελείως. Η Μόργκαν πήρε τον λόγο ξανά αυτή τη φορά μιλώντας ήρεμα. "Έχω πάρει την απόφαση μου, όσο κι να προσπαθείς δεν θα μου αλλάξεις γνώμη. Δεν θέλω να αναμηχθείτε σε αυτό. Είναι αποκλειστικά και μόνο δικό μου θέμα! Συνεννοηθήκαμε;!"είπε κι ταυτόχρονα έριξε μια προειδοποιητική ματιά και στην Άννα. Εκείνη έγνεψε καταφατικά κουνώντας το κεφάλι της.
      "Κάνε όπως καταλαβαίνεις."της είπα με ψυχρό ύφος. "Μόνο πρόσεχε μην θρηνήσουμε περισσότερα θύματα."



       
       
       "Θα τα καταφέρουμε, πρέπει να τα καταφέρουμε. Θα τους φέρουμε πίσω σώους."έλεγε κι ξανάλεγε εκείνη χωρίς να λαμβάνει υπόψιν της τα δικά μου λόγια.
       "Για τον Σερ Λάνσελοτ."είπε η Άννα φέρνοντας τα χέρια της στο κενό, δίνοντας έναν όρκο κι περιμένοντας να ανταποκριθούμε κι εμείς.
       "Για τον Σερ Έλυαν."αποκρίθηκα εγώ ακουμπώντας τα χέρια μου πάνω σε εκείνα της ξαδέλφης μου.
       "Για τον Σερ Γκάγουέιν."ψιθύρισε κι η Μόργκαν αρκετά καθαρά όμως για να την ακούσουμε, αγγίζοντας μας με τα δάχτυλά της, καθώς αυτά μπλέκονταν μεταξύ τους, κι τις δυο μας.
       "Για τον Βασιλιά Αρθούρο και για το Κάμελοτ!"είπαμε κι οι τρεις με μια φωνή στο τέλος.
       "Και για όλες τις ψυχές... που χάθηκαν γι'αυτό το βασίλειο... άδικα."ψέλλισε η Μόργκαν αφήνοντας ένα δάκρυ να κυλήσει στο μάγουλο της, δίνοντας την εντύπωση σε μένα και την Άννα πως ήταν πράγματι η μοναδική που είχε υποφέρει περισσότερο απ'την στιγμή που βρεθήκαμε όλες μας εδώ. Μέσα απ'τα οράματα της, υπέθετα ότι σε μια νύχτα , είχε 'περάσει' μια ολόκληρη ζωή μέσα σε αυτό το βασίλειο. Το χειρότερο όμως ήταν πως αναγκάστηκε να γίνει μάρτυρας στην απώλεια σημαντικών και αγαπημένων προσώπων κι ποιος ξέρει τι άλλων γεγονότων - που ακόμα κι η ίδια δεν ένιωθε έτοιμη να μας εξομολογηθεί.



       
        'Ο Θεός να έβαζε το χέρι Του.'ευχήθηκα. Να επιστρέφαμε πίσω με εκείνους σώους κι αβλαβείς κι κυρίως με εμάς ζωντανές. Αλλιώς αν ήταν να πεθάνουμε τότε ας 'πέφταμε' κι εμείς - όπως κι εκείνοι - πολεμώντας.


    ~~~***~~~ "If we're gonna down, we go  down fighting" ~~~***~~~

    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:41 pm, 5 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Τρι Οκτ 01, 2013 1:01 am

    Camelot~Citadel{Gaiu's Chambers}, 7 June 496 A.D., Merlin's Pov {6th scene}


     
      Ανασκουμπώθηκα προσπαθώντας να σηκωθώ απ'το κρεβάτι, τεντώνοντας το κορμί μου που το ένιωσα στη στιγμή πιασμένο. 'Έτρεξα' τα δάχτυλα στα μαλλιά μου θέλοντας να τα ισιώσω καθότι οι τούφες μου πετούσαν από δω κι από κει λόγω του ανήσυχου ύπνου που είχα κάνει. Η ματιά μου έπεσε πάνω στα σεντόνια που ήταν τραβηγμένα με απότομο τρόπο, πεσμένα χάμω στο πάτωμα, έφερα το χέρι στο κεφάλι μου που κόντευε να σπάσει απ'το πόνο ενώ το ένιωθα βαρύ. 'Δεν είχα κοιμηθεί καλά.'ήταν η πρώτη μου σκέψη αλλά την προσπέρασα. Κοίταξα έξω απ'το παράθυρο, αν δεν με απατούσε η αίσθηση του χρόνου πρέπει να ήταν αργά το μεσημέρι προς απόγευμα. Έκανα να σηκωθώ απ'την κλίνη αλλά αμέσως παραπάτησα, αν δεν κρατιόμουν γερά απ'τον τοίχο ίσως κι να σωριαζόμουν φαρδύς-πλατύς κάτω αυτή τη στιγμή. Άπλωσα το χέρι προς την καρέκλα όπου βρίσκονταν τα ρούχα μου καθώς η ακοή μου 'έπιανε' κάποιους περίεργους ψιθύρους απ'το διπλανό δωμάτιο. Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα αναγνωρίζοντας τις φωνές. Ο Γάιος μιλούμε με την... 'Δεν είναι δυνατόν; Πως ήρθε ως εδώ; Πως με βρήκε;'αναρωτιόμουν ενώ ντυνόμουν  άτσαλα με σκοπό να τρέξω γρήγορα προς τις σκάλες για να την συναντήσω, να την δω για άλλη μια φορά. Τώρα βρισκόμουν ακριβώς δίπλα στην πόρτα, έβαζα τις μπότες μου. Μπορούσα να ακούσω καθαρά τη φωνή της Ελένα να συζητά με τον Γάιο.
      "Πως νιώθεις παιδί μου; Ξεκουράστηκες καλά; Πως σου φαίνεται το Κάμελοτ;"την ρωτούσε τώρα εκείνος.
      "Καλά αλλά ταυτόχρονα περίεργα."απαντούσε εκείνη. "Κοιμήθηκα, όχι τόσο καλά, παρ'όλα αυτά κατάφερα να ηρεμήσω για λίγες ώρες. Δεν έχω προλάβει να δω τίποτα, το μόνο που έκανα ήταν να συζητήσουμε με τις αδελφές μου όσον αφορά το ταξίδι μας στο χρόνο."
      "Να υποθέσω πως θα ήθελες να συζητήσεις κι με τον Μέρλιν αυτό το θέμα."συνέχισε ο Γάιος. Είχα κολλήσει το αυτί μου στην πόρτα, το μάτι μου την ίδια ώρα κοιτούσε απ'την κλειδαρότρυπα. Η Ελένα φαινόταν διστακτική, την είδα να χαμηλώνει το κεφάλι, πέρασαν κάποιες στιγμές μέχρι να μιλήσει κι πάλι.
      "Ναι, θα ήθελα να μιλήσω μαζί του. Είναι εδώ; Είναι καλά;"ρώτησε ανυπόμονα κι ευθύς αμέσως - κι επειδή δεν άντεχα άλλο - άνοιξα με φόρα την πόρτα κι κατέβηκα τα σκαλιά αμέσως ενώ κινούμουν προς το μέρος της. Στάθηκα μπροστά της σε απόσταση αναπνοής κι έφερα τα χέρια μου στους ώμους της αγγίζοντας την απαλά.
      "Εδώ είμαι."της αποκρίθηκα. "Είμαι καλά, πες μου τι συνέβη." Το βλέμμα μου είχε πέσει κατευθείαν στο πρόσωπο της χωρίς να μου δοθεί η ευκαιρία να εστιάσω αλλού. Όταν συνειδητοποίησα την παρουσία της στο χώρο, τα μάτια μου άρχισαν να την επεξεργάζονται καλύτερα, τα μαλλιά της που ήταν πιασμένα σε μια μακριά πλεξούδα στο πλάι κι έπεφτε στο δεξί της ώμο, το βαθύ πράσινο φόρεμα που φορούσε - υπέθεσα πως αυτό ήταν το αγαπημένο της χρώμα - τα μακριά μανίκια που προεξείχαν κι έπεφταν μπροστά της, η χρυσή ζώνη που κοσμούσε την μέση της, τα χαλκοκάστανα μαλλιά της. Έφερα το χέρι μου στο μάγουλό της κι την χάιδεψα τρυφερά.
     Το βλέμμα μου καρφώθηκε στον Γάιο που πλησίαζε την πόρτα του θεραπευτηρίου.
      "Όχι."είπε η Ελένα. Η φωνή της μαρτυρούσε φόβο, τρόμο, δεν μπορούσα να γνωρίζω. Το μόνο σίγουρο ήταν πως βρισκόταν εδώ επειδή ζητούσε την βοήθεια μας, ήμουν πρόθυμος να της την παρέχω καθώς επίσης κι να καθησυχάσω την ίδια σε περίπτωση που κάτι την ανησυχούσε. "Μην φεύγεις Γάιε. Μπορεί... μπορεί να χρειαστώ την βοήθεια σου."συνέχισε εκείνη νιώθοντας τον μέντορα μου να εγκαταλείπει τον χώρο. Εκείνος κατανοώντας την παράκληση της υπάκουσε πλησιάζοντας μας κι σταυρώνοντας τα χέρια του, περιμένοντας υπομονετικά. Απ'τη μια αισθανόμουν μια απογοήτευση που δεν θα μέναμε μόνοι, απ'την άλλη ίσως όλο αυτό να έβγαινε σε καλό. Στράφηκε ξανά προς εμένα. "Πρέπει... πρέπει να μιλήσουμε."
     "Τι συμβαίνει;"ρώτησα ξανά. "Γιατί είσαι τόσο διστακτική, χλωμή;" Έφερα τα χέρια μου στο πρόσωπο της σηκώνοντας το βλέμμα της, εξετάζοντας την. "Ελένα γιατί δεν μου μιλάς;" Η έκφραση της , η συμπεριφορά της αυτή τη στιγμή με προβλημάτιζε. Απ'την στιγμή που είχε εμφανιστεί εδώ είχε δείξει κάτι το εντελώς αντίθετο απ'αυτό που συνήθιζε να αντιπροσωπεύει στην προηγούμενη ζωή της. Τώρα μου θύμιζε σε μεγάλο βαθμό την Φρέγια κι δεν ήξερα αν μπορούσα να αντέξω κάτι τέτοιο.
      "Δεν είναι εύκολο."μουρμούρισε εκείνη αφήνοντας να της ξεφύγει ένα κρυφό γελάκι. "Μπορώ να καθίσω;"
      "Μα φυσικά."είπα καθώς άπλωνα το χέρι μου προς την μεριά του τραπεζιού μπροστά μας. Όταν βολευτήκαμε κι οι δυο - ο ένας δίπλα στον άλλο - έκανα να σφίξω τα χέρια της μέσα στα δικά μου αλλά κατάλαβα πως κάτι κρατούσε. "Τι είναι αυτό;"ρώτησα κοιτώντας την καχύποπτα.
      "Α... αυτό." Έτεινε το διπλωμένο χαρτί προς το μέρος μου, δίχως όμως να το αφήσει απ'την σφιχτή λαβή της για να το πάρω. "Ένα σημείωμα... για σένα."μουρμούρισε ξανά.
      "Εφόσον είναι για μένα γιατί δεν μου το δίνεις να το διαβάσω καλή μου δεσποσύνη;"την πείραξα χαμογελώντας της αχνά.
      "Θα το διαβάσεις. Απλώς όχι τώρα."πρόφερε εκείνη τα λόγια της με κόπο. Τα μάτια της απέφευγαν να με αντικρίσουν κι επιπλέον αισθανόταν αμήχανα. 'Γιατί;!'φώναζα από μέσα μου. 'Τι φοβόταν;!'
      "Αλλά πότε;"αναρωτήθηκα όσο πιο φυσικά μπορούσα.
      "Στο παρελθόν."
      Έγειρα το βλέμμα μου στον Γάιο ο οποίος με κοίταξε κι εκείνος ερωτηματικά ανασηκώνοντας τα φρύδια του. Παρέμεινε όπως πάντα ανέκφραστος, στη συνέχεια η προσοχή του ήταν επικεντρωμένη στην Ελένα, την οποία κι περίμενε να συνεχίσει. Πήγα να της μιλήσω αλλά εκείνη με πρόλαβε φέρνοντας τα ακροδάχτυλα της στα χείλη μου.
      "Ξέρω ότι ακούγεται τρελό όμως... Όμως υπάρχει πιθανότητα να μπορέσω να σου στείλω ένα μήνυμα στο παρελθόν."
      "Τι;! Πως;!"ρώτησα ξαφνιασμένος σμίγοντας τα φρύδια μου. Έτεινε ξανά το χαρτί με το σημείωμα προς το μέρος μου.
      "Δεν είναι η πρώτη φορά, το'χω ξανακάνει. Το μόνο που χρειάζομαι να ξέρω είναι η ακριβής ημερομηνία του θανάτου του Σερ Λάνσελοτ.  Ώστε να ξέρω σε ποια περίοδο θα πάρεις εγκαίρως το μήνυμα μου."
      "Ελένα στάσου."την σταμάτησα απότομα εγώ, κοιτώντας μια εκείνη μια τον Γάιο, φέρνοντας τα χέρια μου μπροστά της κάνοντας την να σωπάσει. "Δεν είμαστε σίγουροι αν όλο αυτό θα έχει κάποιο αποτέλεσμα. Η μαγεία με τον χρόνο απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή κι μεγάλη αυτοσυγκέντρωση, μερικοί που το προσπάθησαν έχασαν την ζωή τους ή κι 'τρελάθηκαν' απ'την υπερβολική δύναμη που σπατάλησαν για να ασκήσουν τα ξόρκια αυτά. Δεν μπορώ κι δεν θέλω να θέσω σε κίνδυνο την ζωή σου. Ξέχνα το!"της τόνισα την τελευταία μου φράση. Άφησε το χαρτί στην 'ποδιά' της κι έφερε τα χέρια της στο πρόσωπο μου.
      "Γνωρίζεις κι ο ίδιος πολύ καλά..."ξεκίνησε εκείνη κάνοντας προσπάθεια να με μεταπείσει.
      "Πως το μέλλον δεν θα είναι πια το ίδιο."διαπίστωσα παίρνοντας τις παλάμες της μέσα στα χέρια μου. "Ναι το γνωρίζω πολύ καλά, παρ'όλα αυτά δεν είμαι διατεθειμένος να σε χάσω ξανά. Πρέπει να το καταλάβεις αυτό."
      "Το καταλαβαίνω. Κι εγώ τρέμω το ίδιο για σένα."είπε ακουμπώντας το μέτωπο της πάνω στο δικό μου. Η ανάσα της έγινε βαριά καθώς προσπαθούσε να μου εξομολογηθεί αυτό που την βασάνιζε, τώρα καταλάβαινα γιατί τόση ώρα δυσκολευόταν να μιλήσει. "Όμως θα θέσουμε τις ζωές μας σε κίνδυνο προκειμένου να τους σώσουμε κι θα χρειαστούμε την μαγεία σου, την βοήθεια σου. Σε θέλω εκεί, θέλω να φανείς συνεργάσιμος σε ότι συμβεί στο παρελθόν, θέλω να είσαι ενήμερος. Με αυτόν τον τρόπο θα καταφέρω να σε προειδοποιήσω κι να αποτρέψω οποιαδήποτε ενέργεια ενάντια στους ιππότες που να μαρτυρά τον θάνατο τους. Εσύ θα το ξέρεις ήδη, θα μας περιμένεις."σταμάτησε για λίγο παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, με κοίταξε, οι ματιές μας συναντήθηκαν κι κλείδωσαν η μία την άλλη. "Μέρλιν σε παρακαλώ, έχε μου εμπιστοσύνη κι κυρίως πίστεψε σε μας. Όταν θα γυρίσω πίσω επιθυμώ να γνωρίζεις ήδη για την άφιξη μου κι τον τρόπο με τον οποίο γύρισα πίσω με σκοπό να συμβάλλω στην σωτηρία αυτού του βασιλείου. Δεν θα το αντέξω αν με δεις για πρώτη φορά μπροστά σου, αν δεν με αναγνωρίσεις. Θέλω... θέλω να είσαι εκεί... για μένα. Αυτό είναι το μόνο που σου ζητάω." Τα λόγια της ξεχύθηκαν σα χείμαρρος από μέσα της. Την αγκάλιασα, 'Θεέ μου την είχα τόση ανάγκη'σκεφτόμουν ενώ την ίδια ώρα αντιλαμβανόμουν πως ίσως κι να μην τα κατάφερνε με την απόπειρα της να με ειδοποιήσει στο παρελθόν.
      "Θα είμαι εκεί ούτως ή άλλως για σένα. Ποτέ δεν θα σε άφηνα, θα είμαι στο πλευρό σου, σου δίνω τον λόγο μου. Απλώς φοβάμαι πως..."έσκουξα άθελα μου, την ένιωσα να φέρνει το πρόσωπο μου μπροστά της.
      "Μην φοβάσαι, όλα θα πάνε καλά."με καθησύχασε εκείνη καθώς έσερνε τα χέρια της στα μάγουλά μου απαλά. "Έτσι θέλω να ελπίζω δηλαδή. Ότι το μήνυμα μου θα φτάσει σε σένα. Το μόνο που επιθυμώ είναι κατά την διάρκεια του ξορκιού να με κρατάς σφιχτά στην αγκαλιά σου, θα το κάνεις αυτό για μένα;"μου ψιθύρισε αυτή τη φορά τρυφερά στ'αυτί μου.
      "Φυ-φυσικά."τραύλισα εγώ με κόπο ενώ ήμουν σίγουρος πως το πρόσωπο μου είχε αρχίσει να φλέγεται. "Τι...τι χρειάζεσαι;"την ξαναρώτησα τρέμοντας, αλλάζοντας θέμα κι αποσπώντας την προσοχή μου απ'το γεγονός ότι με επηρέαζε κι απ'το πόσο όμορφη ήταν.
      "Πότε πέθανε ο Λάνσελοτ;"
      "Τον Μάιο του 492, στα Ευλογημένα Νησιά, περνώντας το σχίσμα και..."ένιωσα ξανά τα ακροδάχτυλα της στα χείλη μου, έκλεισα τα βλέφαρα μου.
      "Σε ευχαριστώ."είπε κι έγειρε προς τον Γάιο. "Χρειάζομαι ένα αναμμένο κερί..."στράφηκε σε μένα κι πάλι, "...ένα προσωπικό σου αντικείμενο, οτιδήποτε..."η ματιά της καρφώθηκε κι πάλι στον μέντορα μου. "Γάιε μπορώ να χρησιμοποιήσω την κλίνη σου;"
      Εκείνος της άπλωσε το χέρι ευγενικά ακριβώς από πίσω μας προτρέποντας την να πλησιάσει το κρεβάτι κι να ξαπλώσει εκεί. "Ασφαλώς λαίδη μου."της αποκρίθηκε ο 'δεύτερος' πατέρας μου καθώς έπαιρνε ένα κηροπήγιο απ'το μεγάλο τραπέζι με τα φίλτρα, τα φάρμακα κι τα υλικά που χρησιμοποιούσαμε για τα ξόρκια, τις ασθένειες κι τους πειραματισμούς μας αντίστοιχα. Εγώ την ίδια ώρα έτρεχα στο δωμάτιο μου κι έπαιρνα απ'το συρτάρι του κομοδίνου μου το ασημένιο μενταγιόν της μητέρας μου που μου το είχε δώσει απ'την μέρα που έφυγα απ'το Ealdor κι το είχα σαν φυλαχτό. Την είδα να βολεύεται πάνω στα σκεπάσματα παίρνοντας θέση ενώ ο Γάιος άναβε το κερί κι εκείνη έφερνε ακριβώς πάνω απ'αυτό το χαρτί με το σημείωμα. Αμέσως βρέθηκα κοντά της, δίνοντας της το κόσμημα της μητέρας μου, κι βάζοντας το εκείνη δίπλα στο κηροπήγιο. Στη συνέχεια έφερα τα χέρια μου γύρω απ'τη μέση της σφίγγοντας την μέσα στην αγκαλιά μου όπως μου είχε πει. Έγειρε στο πλάι κι με κοίταξε τρυφερά. Της ανταπέδωσα το βλέμμα αλλά η έκφραση μου ήταν ανήσυχη.
      "Μην φοβάσαι. Όλα θα πάνε καλά."προσπάθησε να με ηρεμήσει αλλά εγώ μόνο ήρεμος δεν μπορούσα να είμαι αυτή τη στιγμή. "Σε αυτό το χαρτί σου γράφω ότι πρέπει να ξέρεις, πρέπει να πιστέψεις ότι σου λέω κι να με περιμένεις. Εντάξει;"είπε εκείνη περιμένοντας την επιβεβαίωση μου.
      "Εντάξει."της ψιθύρισα με τρεμάμενη φωνή κουνώντας καταφατικά το κεφάλι μου. Η Ελένα έσειρε για λίγο την παλάμη της στο μάγουλο μου κι έγειρε ξανά την προσοχή της στο κερί απλώνοντας το χέρι της πάνω του μαζί με το χαρτί.



     
      Την αισθάνθηκα να κλείνει τα μάτια της. Για λίγο επικράτησε σιωπή, μέσα σε δευτερόλεπτα όμως η ακοή μου μπόρεσε να 'πιάσει' - αν κι με κάποια δυσκολία - την ερμηνεία του ξορκιού που ασκούσε στην δική της ακαταλαβίστικη γλώσσα. Πλησίαζε κάπως την δική μου όταν εφάρμοζα την μαγεία μου αλλά κι πάλι δεν ήμουν σίγουρος αν μπορούσα να αποκρυπτογραφήσω αυτά τα λόγια. Το χέρι της - που τώρα είχε γίνει γροθιά τσαλακώνοντας το χαρτί μέσα σε αυτή - συνέχισε να αιωρείτο πάνω απ'το αναμμένο κερί χωρίς να γίνεται τίποτα. Η φωνή της Ελένα τώρα γινόταν όλο κι δυνατότερη κι ήμουν σε θέση να την ακούσω. Όταν όμως αναγνώρισα τους λυγμούς ανάμεσα στα λόγια της, τα δάκρυα να τρέχουν απ'τα μάγουλα της λόγω της δύναμης που κατέβαλλε για να πετύχει το ξόρκι, τότε τα χέρια μου γύρω της τα ένιωσα κρύα, οι χτύποι της καρδιάς μου χτυπούσαν σαν τρελοί θέλοντας εκείνη να ξεπηδήσει απ'το στήθος μου. Είδα το αίμα να τρέχει ποτάμι απ'τη μύτη της ενώ ταυτόχρονα αισθάνθηκα το έδαφος να σείεται από κάτω μας. 'Σεισμός'σκέφτηκα κι αμέσως κατάλαβα πως αυτές ήταν μερικές απ'τις αντιδράσεις που προκαλούσε εκείνη όταν έθετε σε εφαρμογή τις μαγικές δυνάμεις της. Άρχισα να την ταρακουνάω με σκοπό να την σταματήσω πριν να ήταν πολύ αργά. "Ελένα;! Ελένα;!"φώναζα κάθε τόσο καθώς η παλάμη της που ήταν ανοιγμένη τώρα με το τσαλακωμένο χαρτί είχε αρχίσει να φλέγεται. Σε κλάσματα δευτερολέπτου είχε εξαφανιστεί κι αυτόματα η γη σταμάτησε να τρέμει.
      Δεν χωρούσε αμφιβολία πως αυτό το ταρακούνημα θα το είχαν νιώσει για τα καλά κι οι υπόλοιποι στο Κάμελοτ. Το χέρι της έπεσε με φόρα πάνω στο στρώμα, καθώς το δικό μου βρισκόταν στο πρόσωπο της κι την έγερνε προς εμένα. Το βλέμμα της ήταν εστιασμένο στο κενό, το αίμα είχε φτάσει μέχρι τα χείλη της. Μου έδωσε την εντύπωση πως δεν είχε καμία επαφή με το περιβάλλον. "Ελένα;"πρόφερα το όνομα της επιφυλακτικά ελπίζοντας πως εκείνη θα ανταποκρινόταν. Αντί αυτού την είδα να σωριάζεται πάνω μου χάνοντας τις αισθήσεις της. "ΕΛΈΝΑ;;;!!!"ούρλιαξα με όλη την δύναμη των πνευμόνων μου. Έγειρα προς τον Γάιο, εκείνος κατευθυνόταν με γοργές κινήσεις προς τα ντουλάπια ψάχνοντας για κάποιο αντίδοτο. "ΕΛΈΝΑ;;;!!!"επανέλαβα ξανά χωρίς να νοιαστώ για το αν θα ακουγόμουν ή όχι. Εξακολουθώντας να την βλέπω σε πλήρη ακινησία, να μην ανταποκρίνεται δεν το σκέφτηκα κι πολύ. Έφερα τα χέρια της γύρω απ'το λαιμό μου κι παίρνοντας την στην αγκαλιά μου κίνησα γραμμή για το δωμάτιο μου.



    ~~~***~~~



     
      Δεν είχε περάσει πολλή ώρα απ'την στιγμή που λιποθύμησε κι την είχα φέρει στον προσωπικό μου χώρο. Ο Γάιος της είχε φέρει κάποιο τονωτικό , το οποίο κι την πιέσαμε να το πιει ανοίγοντας της το στόμα προσεχτικά. Περίμενα υπομονετικά να συνέλθει κι να ανοίξει επιτέλους τα μάτια της όταν ξαφνικά αισθάνθηκα να με παίρνει σιγά σιγά ο ύπνος απ'την κούραση κι να μην μπορώ να αντισταθώ. Έγειρα εκεί στο προσκεφάλι της κλείνοντας τα μάτια μου κι αποκοιμήθηκα. Στιγμές αργότερα, νιώθοντας το σφίξιμο του χεριού της μέσα στο δικό μου, ανοιγόκλεισα τα βλέφαρά μου απότομα θέλοντας να την ακούσω, να την δω να μου μιλά. Οι μαύροι κύκλοι κάτω απ'τα μάτια μου φανέρωναν πως για άλλη μια φορά δεν είχα κοιμηθεί καλά καθότι κάθε φορά ξυπνούσα μέσα στον ύπνο μου φοβούμενος μήπως είχε πάθει κάτι ή για να δω αν ήταν καλά.
      "Μέρλιν;"πρόφερε εκείνη απαλά το όνομα μου καθώς έγερνε προς το μέρος μου. Εγώ είχα μείνει σαν στήλη άλατος να την παρατηρώ, αποσβολωμένος, μην πιστεύοντας ότι θα μου ξαναμιλούσε. Την είδα να ανακάθεται στο κρεβάτι κι να με επεξεργάζεται, ξαφνιασμένη μάλλον απ'το πόσο κουρασμένος κι ταλαιπωρημένος έδειχνα. "Τι έχεις; Είσαι καλά;"με ρώτησε εκείνη κι έκανε να απλώσει το χέρι της στο πρόσωπό μου.


       
     
      Όπως ήμουν γονατισμένος μπροστά της, τύλιξα τα χέρια μου γύρω απ'τη μέση της με δύναμη κι έχωσα το κεφάλι μου στην αγκαλιά της. Τα χέρια της για λίγο έμειναν μετέωρα με την ξαφνική μου κίνηση, αργότερα όμως κράτησε το κεφάλι μου στα χέρια της ενώ τα χείλη της φιλούσαν ανεπαίσθητα τα μαλλιά μου.
      "Μη μου το ξανακάνεις αυτό, μη μου το ξανακάνεις αυτό."έλεγα κι ξανάλεγα συνεχώς ξεσπώντας σε δάκρυα, αδιαφορώντας για το τι εντύπωση θα σχημάτιζε εκείνη για την αιφνίδια εκδήλωση των συναισθημάτων μου.
      "Σςς ησύχασε καρδιά μου, πάει πέρασε τώρα."
      Σήκωσα το βλέμμα μου κι την κοίταξα. Τα μάτια μου είχαν πλημμυρίσει απ'τα δάκρυα που είχα αφήσει αλλά δεν ντρεπόμουν.
      "Με κατατρόμαξες. Φοβήθηκα τόσο πολύ... Φοβήθηκα ότι θα σε έχανα πάλι."κόμπιασα, πίεσα στον εαυτό μου να συνεχίσει. "Μην.. μην το ξανακάνεις αυτό, σε παρακαλώ."
      "Υπόσχομαι να μην προκαλέσω ξανά τον πανικό κι την ταραχή σου."μου είπε εκείνη ήρεμα κι φίλησε την κορυφή του κεφαλιού μου όπως κι πριν. "Το υπόσχομαι."επανέλαβε.
      Έφερα το ένα μου χέρι στην πλεξούδα της, ήθελα επιτόπου να την διαλύσω κι να βυθίσω τα δάχτυλα μου μέσα στα μαλλιά της. Αντί αυτού όμως άκουσα την φωνή μου να προφέρει με κόπο: "Πότε σχεδιάζετε εσύ κι οι αδελφές σου να γυρίσετε πίσω στο χρόνο;" Απέφευγα αυτό το θέμα όσο μπορούσα αλλά όχι για πολύ, έπρεπε να μάθω.
      "Απόψε ,λίγο μετά τα μεσάνυχτα."μου απάντησε εκείνη.
      "Θέλω να έρθω μαζί σου."
      "Το ξέρεις πως αυτό δεν γίνεται."
      "Κι εσύ ξέρεις ότι δεν μένω πίσω χωρίς εσένα, είμαι αγύριστο κεφάλι."επέμεινα σφίγγοντας περισσότερο την λαβή μου γύρω της.
      "Κι εγώ το ίδιο."μου αποκρίθηκε εκείνη στον ίδιο τόνο κοιτάζοντας με συνοφρυωμένη. Έκλεισε για λίγο τα μάτια της, φανερώνοντας μου το πόσο εξουθενωμένη ήταν κι χαμογελώντας μου αχνά. "Έχουμε λίγες ώρες ακόμα που μας απομένουν για να τις περάσουμε μαζί. Μην τις καταστρέψεις."
       Έγειρε πάνω στο στρώμα κάνοντας μου νόημα να ξαπλώσω μαζί της. Θα της έκανα το χατήρι, δεν θα έδινα άλλη έκταση στο θέμα προς το παρόν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα το άφηνα έτσι. Την 'ακολούθησα' σαν υπνωτισμένος κουρνιάζοντας στο πλευρό της, χαλαρώνοντας ακόμα κι εγώ ο ίδιος μέσα στο ζεστό κουκούλι της δικής της αγκαλιάς αλλά ξαφνικά συνειδητοποίησα πως κάτι τέτοιο δεν ήταν αρκετό. Έγειρα από πάνω της, εκείνη δεν έκανε τίποτα για να με σταματήσει, δεν αντιστάθηκε.
      "Ξέρεις, όταν εμφανίστηκα στο Κάμελοτ για πρώτη φορά έπεσα σε αυτό εδώ το σημείο."μου είπε χαχανίζοντας κι πειράζοντας με.
      "Στο κρεβάτι μου;!"έκανα σμίγοντας τα φρύδια μου, κοιτώντας την καχύποπτα.
      "Ναι."
       Δεν μίλησα, προτίμησα να παραμείνω σιωπηλός. Στην πραγματικότητα δεν είχα ιδέα για το τι θα μπορούσα να της πω τώρα που την είχα τόσο κοντά μου.
      "Ελένα..."ψιθύρισα μέσα στο μυαλό της με τον γνωστό τρόπο. Θεωρούσα πως μόνο έτσι μπορούσα να της εκφράσω αυτό που σιγόκαιε μέσα μου, για πόσο ακόμα θα συγκρατιόμουν μακάρι να'ξερα. Παρ'όλα αυτά βρήκα το κουράγιο να την ρωτήσω. "Τι έγινε τελικά με το σημείωμα;"
      "Δεν ξέρω. Θέλω να πιστεύω πως πέτυχα τον σκοπό μου."είπε εκείνη σιγανά σέρνοντας τα δάχτυλά της πάνω στα χέρια μου, απ'τα μπράτσα μέχρι τους αγκώνες μου, χαρίζοντας μου ένα πλατύ χαμόγελο. Δεν άντεχα άλλο.
      "Ελένα..."ο τόνος της φωνής μου, ακόμα κι αν δεν πρόφερα φωναχτά το όνομα της, ήταν παρακλητικός. "Θέλω... πρέπει να..."βασανιζόμουν κι δεν ήξερα πως να της το ζητήσω, πως να της δώσω να καταλάβει πόσο την ήθελα.
      "Κάν'το Έμρυς, ούτε κι εγώ δεν αντέχω άλλο ζωή μου."με ικέτευσε.


     
       
       Δεν χρειαζόμουν τίποτα άλλο. Πήρα το πρόσωπο της στα χέρια μου κι την φίλησα απαλά στα χείλη. Το πρώτο μας φιλί ύστερα από τόσον καιρό, ύστερα από τόσα χρόνια απ'την τελευταία φορά που είχα γευτεί αυτά τα χείλη. Καθώς οι βαθιές μας ανάσες μπλέκονταν η μία με την άλλη μέσα απ'τα φιλιά μας, δεν σταμάτησα στιγμή να σέρνω τα χείλη μου πάνω στα δικά της, να τα χαϊδεύω, στην αρχή μαλακά, κι έπειτα δυνατά και μετά πάλι πιο αργά, πιο τρυφερά αυτή τη φορά. Έπιασα τον εαυτό μου να μετακινείται στα μάγουλά της, στο μέτωπο της, στη μύτη της κι να την γεύεται κι εκεί. Αλλά δεν άντεχα κι πολύ γρήγορα ξαναγυρνούσα στα χείλη της. Την άκουγα που αναστέναζε κι χαμογελούσε εξαντλημένη ενώ τα δάχτυλα της έπαιζαν με τα μαλλιά μου κι το δικό μου χέρι τώρα χωρίς να το σκεφτεί τραβούσε προσεκτικά το ένα της μανίκι, έσκυβα κι φιλούσα τον γυμνό της ώμο ευλαβικά. Περάσαμε τα υπόλοιπα λεπτά εκεί, στο κρεβάτι μου, να γελάμε κι να φιλιόμαστε όταν την ένιωσα άθελα της να αποτραβιέται.
      "Μέρλιν;"έσκουξε εκείνη εκφράζοντας μου με αυτόν τον τρόπο το παράπονο της.
      "Τι είναι;"την ρώτησα ξαφνιασμένος.
      "Πονάει το κεφάλι μου κι θέλω... θέλω να κοιμηθώ."
      Έγειρα ξανά στο πλάι - κι αφού μας σκέπασα - της πρόσφερα απλόχερα την αγκαλιά μου, κλείνοντας την μέσα στα δεσμά μου. Εκείνη με τη σειρά της ακούμπησε το πρόσωπο της πάνω μου εναποθέτοντας την παλάμη της στο στήθος μου κι εγώ τη φίλησα στο μέτωπο πλέκοντας τα δάχτυλα μου πίσω της.
      "Ξεκουράσου, εγώ θα είμαι εδώ κι θα σε προσέχω."της ψιθύρισα χαμηλόφωνα. "Μόνο κάνε μου μια χάρη."
      "Τι θέλεις;"μουρμούρισε εκείνη νιώθοντας 'χαμένη' στον Παράδεισο όπως κι εγώ κι βλέποντας άλλο ένα πλατύ χαμόγελο να εμφανίζεται στα χείλη της.
      "Μην ξαναπιάσεις τα μαλλιά σου, τα προτιμώ λυτά να πέφτουν πάνω στους ώμους σου. Να μπορώ να τρέχω τα δάχτυλα μου ανάμεσα τους, ανάμεσα στις χαλκοκάστανες τούφες σου, να τα βυθίζω μέσα τους. Είσαι τόσο όμορφη έτσι."της εξομολογήθηκα κι εκείνη με μια απότομη αλλά κι συνάμα επιδέξια κίνηση, θέλοντας να ικανοποιήσει την επιθυμία μου κι σηκώνοντας το βλέμμα της για να με αντικρίσει, τράβηξε την πλεξούδα της με τέτοιο τρόπο που τα μαλλιά της έπεσαν αμέσως λυτά πάνω της, τα ένιωσα να 'αγκαλιάζουν' την πλάτη της. Δεν έχασα καιρό, στη στιγμή βύθισα τα δάχτυλα μου μέσα σε αυτά, ακούμπησα την μύτη μου πάνω τους, εισέπνευσα το άρωμα τους. Χαμογέλασα ευχαριστημένος.
      "Κάνε μου κι εσύ μια χάρη."με παρακάλεσε.
      "Τι;"
      "Άφησε τα γένια σου να μακρύνουν, είσαι ακόμα πιο όμορφος κι πολύ γοητευτικός τότε."
      "Θα κάνω ότι θέλεις. Μόνο... πες μου ότι με αγαπάς."
      "Το ξέρεις ότι σ'αγαπώ."
     "Πειράζει που θέλω να σε ακούσω να μου το λες."της είπα μέσα στο μυαλό της χαμογελώντας αχνά κι σμίγοντας ξανά τα φρύδια μου.
      "Σ'αγαπώ Έμρυς..."αναστέναξε εκείνη μέσα στο κεφάλι μου, φιλώντας με την ίδια ώρα στο ευαίσθητο σημείο πίσω απ'αυτί μου, αφήνοντας κι εγώ μια βαθιά ανάσα με τη σειρά μου νιώθοντας τα απαλά της χείλη πάνω στο δέρμα μου.
       Χάιδεψα με την άκρη της μύτης μου την δική της τρυφερά. "Κι εγώ σ'αγαπώ μάγισσα μου... Πάντα σ'αγαπούσα κι πάντα θα σ'αγαπώ..."είπα κι αφού γείραμε κι οι δυο - εκείνη στο στήθος μου ξανά κι εγώ ακουμπώντας το μάγουλο μου  πάνω στα μαλλιά της - αποκοιμηθήκαμε.



    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:42 pm, 6 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Σαβ Ιαν 04, 2014 4:15 am

    Camelot~Citadel{Armoury}, 7 June 496 A.D., Sir Kay's Pov {7th scene}


      Καθώς άφηνα το σπαθί μου στην μεταλλική βάση με όλα τα ξίφη των ιπποτών μαζί με τον Λάιονελ, η ματιά μου έγειρε προς την μεριά απ'όπου είχε ακουστεί το τρίξιμο της πόρτας. Απ'το άνοιγμα της φάνηκε η καταβεβλημένη μορφή του Πέρσιβαλ. Σύρθηκε με βαριά καρδιά μέσα, κλείνοντας πίσω του την πόρτα, έχοντας το ένα του χέρι στο στήθος, αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό. Αμέσως ο φίλος του, που τον γνώριζε περισσότερο καιρό κι καλύτερα από μένα βρέθηκε στο πλάι του. 
      "Τι είναι; Τι σου συμβαίνει;"τον ρώτησε σιγανά ο Λάιονελ που φαινόταν ξαφνικά ανήσυχος. 
       Στη στιγμή ο Πέρσιβαλ σήκωσε το χέρι προς το μέρος του, λέγοντας του με αυτόν τον τρόπο πως δεν χρειαζόταν την βοήθεια του. Λίγο αργότερα τον είδα να βαδίζει μετά δυσκολίας προς τον πάγκο όπου ήταν στοιβαγμένοι οι χιτώνες κι δίπλα ακουμπισμένες οι πανοπλίες. Έκατσε πάνω του, απλώνοντας τα χέρια του αριστερά κι δεξιά του, στηρίζοντας το βάρος του σε αυτά. Άρχισε να παίρνει βαθιές ανάσες. Τον πλησίασα κι κάθισα δίπλα του, τον παρατηρούσα σιωπηλός χωρίς να λέω τίποτα. Δεν ήθελα να τον αναστατώσω περισσότερο αλλά με κάποιον τρόπο ήθελα να τον βοηθήσω να βγάλει αυτό το 'βάρος' από μέσα του, όποιο κι αν ήταν αυτό. Ο Λάιονελ που μας πλησίασε κι εκείνος έκανε άλλη μια προσπάθεια. 
       "Αισθάνεσαι καλά; Μήπως θα ήταν καλύτερα να φωνάξω τον Γάιο;"
       Τα μάτια του Πέρσιβαλ έκλεισαν μόνο για μερικές στιγμές, τα έσφιξε δυνατά κι στη συνέχεια χαμήλωσε το κεφάλι. Όταν σήκωσε το βλέμμα του για να μας αντικρίσει κάθε άλλο παρά μονάχα ήρεμο δεν ήταν. "Όχι..."πρόφερε τελικά με κόπο. "Δεν είναι τίποτα, θα περάσει."
       "Έχω να σε δω έτσι από τότε που..."άρχισε ο Λάιονελ αλλά συνειδητοποιώντας τι πήγαινε να πει δεν αποτελείωσε την φράση του. 
       Μπορεί να μην ήμουν παρών σε εκείνο το συμβάν, δεν ήξερα τίποτα απολύτως για τον χαμό των ιπποτών κι του βασιλιά. Με τον Αρθούρο ήμασταν σαν 'αδέλφια', για ένα διάστημα εγώ κι εκείνος μοιραζόμασταν την ίδια στέγη. Εκείνος κι η αδελφές του, η Μοργκάνα κι η Ελέιν, είχαν επισκεφθεί πολλές φορές τα εδάφη μας που βρίσκονταν στο δάσος Sauvage και για μένα δεν ήταν λίγες οι φορές που είχα περάσει τις πύλες του Κάμελοτ. Ωστόσο όταν και οι δυο μας ενηλικιωθήκαμε οι επαφές μας λιγόστεψαν. Εκείνος έπρεπε να ετοιμαστεί κατάλληλα για τον θρόνο, αφού τον ανέδειξαν σε Πρίγκιπα. Στη συνέχεια έπρεπε να αποδείξει πως ήταν ικανός για να βασιλέψει κι να διαδεχθεί τον πατέρα του. Κι εγώ με την σειρά μου, καθήκον μου ήταν να εξασκηθώ, να προετοιμαστώ όσο καλύτερα μπορούσα, ούτως ώστε να τον υπηρετήσω. Κάτι που του το έλεγα κι το επιθυμούσα από παιδί. Το όνειρο μου έγινε πραγματικότητα αλλά εκείνος δεν ήταν πλέον εδώ για να 'ικανοποιήσω' το όποιο θέλημα του. 
       Άργησα να περάσω υπό τις διαταγές του Βασιλιά Ούθερ, πόσο μάλλον του γιου του, γιατί νωρίτερα έπρεπε να υπηρετήσω στα άλλα τέσσερα εξίσου ισχυρά, δυνατά βασίλεια της Αλβιόνας για να αποδείξω την αξία μου. Όταν πλέον είχα τεθεί υπό την υπηρεσία του Κάμελοτ δεν φανταζόμουν ποτέ, ότι ερχόμενος εδώ θα συναντούσα τον Άγκραβέιν, βασιλιά του Όρκνευ. Όταν δε πληροφορήθην τον λόγο της άμεσης ανάγκης να παρίσταμαι εδώ τότε έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Είχα μάθει εξωφρενικά πράγματα, γεγονότα που ούτε καν μπορούσα να φανταστώ. Δεν ήξερα τίποτα για τη μαγεία, μάγους, ιέρειες, πανίσχυρα πνεύματα, φαντάσματα. Το μόνο που είχα ακουστά ήταν τα μυθικά, μαγικά πλάσματα με τα οποία εγώ κι οι σύντροφοι μου απ'τα άλλα βασίλεια είχαμε έρθει αντιμέτωποι κατά καιρούς. Αλλά τα συμβάντα που είχαν λάβει χώρα στο Κάμελοτ όλα αυτά τα χρόνια μου ήταν αδύνατον να τα διανοηθώ. Χρειαζόμουν αποδείξεις. Απαίτησα - γιατί όντως είχα το δικαίωμα για κάτι τέτοιο - απ'τον Άγκραβέιν να μου αποκαλύψει τα πάντα, με λεπτομέρειες. Μόνο έτσι θα βοηθούσα στην διάσωση του Αρθούρου όπως έλεγε εκείνος.  
       Γνωρίζοντας από κοντά τον Μέρλιν αλλά κι τους υπόλοιπους ιππότες εντάχθηκα και εγώ με την σειρά μου στην Στρογγυλή Τράπεζα. Αργότερα ήρθαν κι άλλοι, κι άλλοι. Όλοι όσοι ήταν διατεθειμένοι να θυσιαστούν προκειμένου να ξαναγύριζε ο βασιλιάς τους πίσω με κάποιον τρόπο. Μόνο που εμείς δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα για να τον φέρουμε πίσω, ούτε καν ο Μέρλιν, ούτε κι οι σύντροφοι, συμπολεμιστές του Αρθούρου οι περισσότεροι απ'τους οποίους ήταν πάντοτε κοντά του. Μαζί του σε όλες σχεδόν τις μάχες που είχαν δώσει, απ'τις αποστολές τις οποίες είχαν περάσει κι φέρει εις πέρας. Η Μαγεία θα έσωζε τον βασιλιά του Κάμελοτ, αλλά κι εκείνου που το πεπρωμένο του ήταν να ενώσει τα βασίλεια της Αλβιόνας. Μια πανίσχυρη μαγεία, η οποία όμως δεν θα τελούνταν απ'τον Μέρλιν αλλά από κάποιον άλλο... ή για την ακρίβεια άλλες. Ο Αρθούρος κι οι σύντροφοι του θα ερχόντουσαν πίσω στη ζωή με την βοήθεια τεσσάρων γυναικών. 
       Στην αρχή μου φαινόταν αδιανόητο, δεν πίστευα ούτε σε οράματα, μαγείες, ξόρκια, δεν ήξερα πόση δύναμη κι τι καλό ή κακό μπορούσαν να προξενήσουν αυτά τα παγανιστικά πράγματα, οι τελετουργίες, οι ιερές συναθροίσεις από μάγους, ιέρειες. Δεδομένου ότι ο καλύτερος φίλος κι 'αδελφός' μου είχε χάσει την οικογένεια του εξαιτίας αυτής. Αλλά βλέποντας τον Γάιο κι τον Μέρλιν, έχοντας μάθει από πρώτο χέρι ότι όλα αυτά τα χρόνια αν δεν ήταν εκείνοι εδώ, έχοντας σώσει αμέτρητες φορές το βασίλειο κι τους ιππότες, ίσως το Κάμελοτ να μην υπήρχε χωρίς αυτούς. Φτάνοντας εδώ είχα κάνει πολλούς , σημαντικούς φίλους που δεν είχα την ευκαιρία να κάνω σε άλλα βασίλεια που είχα βρεθεί. Φίλους που είχα κοντά μου αυτήν την στιγμή, κι που ίσως να μην είχα την ευτυχία να γνωρίσω, αν δεν όφειλα την ευγνωμοσύνη μου στον θεραπευτή του Κάμελοτ κι στον μαθητευόμενο του. 
       Ένιωσα τον Πέρσιβαλ να τρέμει δίπλα μου. "Από τότε που είδα την όψη της μητέρας μου να καίγεται στις φλόγες κι το κεφάλι του πατέρα μου να κόβεται στα δύο απ'τον στρατό του Cenred."
       "Πέρσιβαλ...;"ψιθύρισα το όνομα του έκπληκτος. Πρώτη μου φορά τον άκουγα να μιλά έτσι. 
       "Όπως κι πριν από ενάμιση χρόνο σωστά."πρόσθεσε ο Λάιονελ σαν να μην είχε ακούσει όσα είχαν ειπωθεί απ΄το στόμα του φίλου του. 
       "Είναι η τρίτη φορά που νιώθω αυτόν τον καταραμένο πόνο."γρύλισε ο Πέρσιβαλ εστιάζοντας το βλέμμα του στα ξίφη μπροστά του. "Κι όχι λόγω της απώλειας, αυτό το συναίσθημα είναι διαφορετικό, αλλά κι πάλι..."αναστέναξε. Ύστερα από λίγες στιγμές νιώθοντας να τον ακουμπά η παλάμη του Λάιονελ χτυπώντας τον συμπονετικά στον ώμο, έγειρε προς εκείνον κοιτώντας τον ικετευτικά. "...φοβάμαι μην χάσω κι εκείνη Λεόν."
       "Καταλαβαίνω."του αποκρίθηκε εκείνος. 
       "Μπορείτε να μου εξηγήσετε κι εμένα γιατί αδυνατώ να σας παρακολουθήσω."μίλησα γρήγορα, σταυρώνοντας τα χέρια μου κι αφού σηκώθηκα όρθιος στάθηκα μπροστά τους αποσπώντας τους με αυτόν τον τρόπο την προσοχή. 
      Ο Πέρσιβαλ με το χέρι ακόμα στο στήθος, αυτή τη φορά χαμήλωσε την ματιά του στο πάτωμα κι μουρμούρισε μέσα απ'τα δόντια του:"Νομίζω πως είμαι ερωτευμένος."
      "Κι εγώ το ίδιο."σχολίασε ο Λάιονελ φέρνοντας τα χέρια του στο κεφάλι, γέρνοντας προς τα πίσω κι ακουμπώντας την πλάτη του στον τοίχο. "Για δεύτερη φορά, με το ίδιο πρόσωπο επίσης."είπε ενώ κοιτούσε τα ξύλινα δοκάρια μέσα στα αποδυτήρια.
       "Ώχου, θα αρρωστήσω με εσάς τους δυο."γκρίνιαξα απηυδισμένος. Άπλωσα το χέρι μου δείχνοντας τους. "Δεν θα με πεθάνετε εσείς! Είναι δυνατόν το μυαλό σας να είναι στους έρωτες αυτή τη στιγμή;! Έχουμε πιο σημαντικά θέματα να σκεφτούμε."
       "Δεν έχεις ερωτευθεί ποτέ, άρα δεν είσαι σε θέση να μας κρίνεις."μου 'πέταξε' με ύφος ξινισμένο ο Πέρσιβαλ. Δεν πτοήθηκα, δεν θα με λύγιζε με τέτοιον τρόπο. Πήγα να ανοίξω το στόμα μου αλλά με πρόλαβε ο Λάιονελ.
       "Όταν αγαπήσεις τότε θα μας καταλάβεις."
       "Ναι, μην ανησυχείτε θα σας ενημερώσω."τους απάντησα απαξιωτικά. Λίγο αργότερα κίνησα εκνευρισμένος προς την είσοδο των αποδυτηρίων αλλά πριν ανοίξω την πόρτα έγειρα ξανά προς εκείνους απευθύνοντας τους τον λόγο, αυτή τη φορά παρακλητικά. "Ελάτε ρε παιδιά, δεν μπορεί να μιλάτε σοβαρά. Αυτό είναι εντελώς γελοίο!"μίλησα κι έκανα ένα βήμα προς το μέρος τους.



     
       Δεν πρόλαβα όμως να σταθώ στα πόδια μου γιατί την επόμενη στιγμή ένιωσα το έδαφος να κινείται από κάτω μου.  Την Γη να τρέμει. Έχασα την ισορροπία μου κι βρέθηκα φαρδύς πλατύς κάτω. Ευτυχώς που έπεσα στα τέσσερα αλλιώς μπορεί να είχα σπάσει κανά κεφάλι. 'Σεισμός.'σκέφτηκα. 'Εδώ; Στο Κάμελοτ; Από που κι ως που;' Κι όντως δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Μπορεί να ήταν ένα φυσικό φαινόμενο αλλά τις περισσότερες φορές - σύμφωνα με όλα όσα είχαν συμβεί - ένα τέτοιο κούνημα σαν κι αυτό οφειλόταν, προκαλούνταν μόνο απ'την μαγεία. 'Λες τώρα που αυτές βρίσκονται εδώ να...;'συλλογίστηκα καθώς σηκωνόμουν όρθιος κι συγκρατήθηκα απ'την μισάνοιχτη πόρτα. Κοίταξα στην απέναντι μεριά τον Πέρσιβαλ μαζί με τον Λάιονελ που στέκονταν κι εκείνοι όρθιοι , ενώ κρατούσαν ο ένας τον άλλον σφιχτά. 
       "Μόργκαν."άκουσα τον έναν να λέει πανικόβλητος. 
        "Ελένα."μίλησε το ίδιο ταραγμένος κι ο άλλος. 
        Σε κλάσματα δευτερολέπτου τους είδα να τρέχουν προς την είσοδο, κάνοντας στην άκρη για να μην πέσουν πάνω μου κι με ποδοπατήσουν. 'Μάλλον μιλούσαν σοβαρά πριν από λίγο.'μουρμούρισα από μέσα μου καθώς άρχισα να τρέχω κι εγώ ξωπίσω τους φωνάζοντας. 
        "Έι;;!! Περιμένετε κι εμένα!"


    ~~~***~~~***~~~


    Camelot~Citadel{Council Chamber}, 7 June 496 A.D., King Agravaine's Pov {8th scene}



       Έκανα αμέτρητες, απεγνωσμένες προσπάθειες να επικεντρώσω την προσοχή μου στους βασιλικούς συμβούλους κι στους ακόλουθους που είχα ενώπιον μου αλλά μου ήταν απελπιστικά αδύνατον. Ενώ εκείνοι είχαν απλώσει χάρτες με σχεδιαγράμματα πάνω στο τραπέζι, κι με ενημέρωναν σχετικά με την πολιτική των άλλων βασιλείων, τα σύνορα, τον στρατό του Κάμελοτ, τους κατοίκους του κι τον εφοδιασμό του, εμένα ο λογισμός μου έτρεχε σε εκείνη. Όλη αυτή την ώρα ήμουν ακουμπισμένος δίπλα στα ψηλά παραθυρόφυλλα της μεγάλης αίθουσας, με το κεφάλι γερμένο προς τα έξω, να κοιτά την καστρόπολη του Τίνταγκελ και τα χέρια μου σταυρωμένα. Σκεφτόμενος εκείνη και τον τρόπο που μου είχε φερθεί την τελευταία φορά που την πλησίασα. 'Τι είχε μεσολαβήσει; Γιατί μου είχε μιλήσει με αυτόν τον τρόπο; Γιατί ήταν τόσο αμόμακρη ξαφνικά; Τι είχα κάνει;'
       Όλες αυτές οι σκέψεις και τα αναπάντητα ερωτήματα στριφογύριζαν στο μυαλό μου, με παίδευαν. Την ίδια ώρα δεν ήμουν σε θέση να δώσω μια λογική εξήγηση, μια απάντηση στον εαυτό μου για αυτή της την συμπεριφορά. Απ'την πρώτη στιγμή που είχα στρέψει την ματιά μου πάνω της, είχα φιλήσει το χέρι της, την είχα πάρει στα χέρια μου, είχα νιώσει κάτι περίεργο μέσα μου. Λες κι όλες μου οι αισθήσεις βρισκόντουσαν σε λήθαργο, έναν βαθύ κι μακροχρόνιο λήθαργο κι με ένα κι μοναδικό άγγιγμα είχαν ξυπνήσει. Μία ακόμα φορά είχα νιώσει αυτό το συναίσθημα, στο παρελθόν αλλά δεν πρόλαβα να το χαρώ. Ο Θεός μου είχε πάρει μακριά την γυναίκα που λάτρευα πριν προλάβω να την αγαπήσω αληθινά. 
       Κι πάλι τώρα είχα έρθει αντιμέτωπος με μια παρόμοια κατάσταση. Φοβόμουν για την Ανελίζ, φοβόμουν για μένα, φοβόμουν γενικότερα γιατί ήξερα πως δεν είχα κάποιο μέλλον μαζί της, δεν θα γινόταν τίποτα μεταξύ μας. Δεν μπορούσα να γνωρίζω από που προερχόταν αυτό, αλλά είχα ένα προαίσθημα κι αυτό με έκανε να 'πονάω' μέσα μου. Γιατί πραγματικά, απ'όταν την γνώρισα κι ήρθα σε επαφή μαζί της, πραγματικά ευχόμουν να συνέβαινε κάτι ανάμεσα μας. Αυτό όμως ήταν αδύνατον, εκείνη ανήκε σε μια άλλη εποχή, από πολύ, πολύ μακριά, κι εγώ... εγώ έπρεπε να μείνω εδώ να συνεχίσω να διοικώ το Κάμελοτ, κι τη χώρα μου, μαζί με τον μικρότερο αδελφό μου τον Γκάρεθ, να συνεχίσω να ελπίζω ότι θα ξανάβλεπα τον χαμένο μου αδελφό, τον Γκάγουέιν, πάντοτε όμως με την βοήθεια εκείνης. Να συνεχίσω να ελπίζω πως κάποια μέρα θα αγαπήσω κι θα αγαπηθώ ειλικρινά. Κι ότι κάποια θα με προσέξει όχι επειδή είμαι βασιλιάς, αλλά επειδή είμαι εγώ, o εαυτός μου. 
       Τόσες υποχρεώσεις, τόσα καθήκοντα, που με είχαν περικυκλώσει από τότε που ήμουν μικρό παιδί. Βέβαια ήμουν ο πρωτότοκος γιος του βασιλιά, τι άλλο περίμενα;! Αλλά αυτή τη ζωή δεν την άντεχα, μου στερούσε τις προσωπικές μου στιγμές, τόση εξουσία, δύναμη ποτέ δεν θέλησα να έχω, ούτε εποθαλμιούσα να αποκτήσω. Έμοιαζα κάπως με τον Γκάγουέιν, αν είχα το θάρρος, την δύναμη, το κουράγιο θα το έσκαγα κι εγώ μαζί του εκείνο το βράδυ. Οι λόγοι όμως εκείνου ήταν περισσότεροι για να το σκάσει απ'το Essetir  απ'ότι οι δικοί μου, εξάλλου όπως είχε πει εκείνος εγώ ήμουν ο νόμιμος διάδοχος του βασιλιά, ο αγαπημένος του υιός, ενώ εκείνος ήταν απλώς ένας πρίγκιπας, ένας νόθος, ο καρπός ενός απαγορευμένου έρωτα. Κι όμως απ'τα μικρότερα αδέλφια μου που είχαν μανία με τον θρόνο, εκείνον - ακόμα κι αν δεν είχαμε την ίδια μητέρα - τον αισθανόμουν πιο κοντά μου. Λυπήθηκα τόσο πολύ όταν αποχωριζόταν ο ένας τον άλλον, ήταν σαν να έχανα ένα κομμάτι μου. Ακόμα πιο πολύ σοκαρίστηκα με τον θάνατο του κι τον τρόπο με τον οποίο έφυγε απ'την ζωή. 
       Απ'την στιγμή όμως που εκείνες είχαν εμφανιστεί εδώ στο Κάμελοτ, κάτι με έκανε να ελπίζω, να πιστεύω πως αργά ή γρήγορα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα ξανάβλεπα τον αδελφό μου. Μπορεί να μην τον έπειθα να γυρίσει πίσω στο σπίτι του - πάντα το Essetir θα είναι το σπίτι του, ο πατέρας τον αγαπούσε πολύ, ποτέ δεν ήθελε να τον απομακρύνει απ'το παλάτι - μπορεί να ήθελε να μείνει για πάντα εδώ, να θεωρούσε πως το Κάμελοτ πλέον είναι η ζωή του. Αλλά είχα πίστη κι ήμουν σίγουρος πως οι δρόμοι μας θα συναντιόντουσαν ξανά. 
       "Μεγαλειότατε; Με όλον τον σεβασμό είστε εδώ; Με ακούτε;" Έγειρα παραξενεμένος προς την μεριά που μου μιλούσαν, βγαίνοντας απότομα απ'τις σκέψεις μου. 
       "Ε τι;"πλησίασα την Στρογγυλή Τράπεζα όπου ήταν απλωμένοι οι πάπυροι. "Με συγχωρείς Ραφαέλ, αφαιρέθηκα, μπορείς να συνεχίσεις σε παρακαλώ."μίλησα απλώνοντας τα χέρια μου πάνω στο χαρτί, εστιάζοντας την ματιά μου στο νησί μου ενώ στην πραγματικότητα σκεφτόμουν ξανά την Ανελίζ. 
       "Όπως έλεγα κι πριν πιστεύω πως ο πληθυσμός απ'τα γύρω χωριά που συνεχίζει να συγκεντρώνεται μετά την πτώση του βασιλείου είναι εξωφρενικά μεγάλος και..."
       Σταμάτησε απότομα την ομιλία του όπως κι όλοι μας να ακούμε αυτά που έλεγε. Για κάμποσα λεπτά νιώσαμε το έδαφος να σείεται, να κουνιέται, κι εμείς να πηγαίνουμε πέρα δώθε. Στην στιγμή πιάστηκα απ'τις θέσεις των ιπποτών της Τραπέζης, ενώ άλλοι ακολούθησαν το παράδειγμα μου κι έμειναν αριστερά κι δεξιά μου, καθώς κάποιοι απ'τους πιο γέρους γονάτιζαν, κρύβονταν κάτω απ'τη Στρογγυλή Τράπεζα για να προστατευτούν απ'την οροφή που μπορεί κι να έπεφτε. Προσπάθησα να παραμείνω ήρεμος, ψύχραιμος δεν ήταν όμως εύκολο. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου χαμήλωσα το κεφάλι μου κι παρακάλεσα τον Θεό την ίδια ώρα από μέσα μου να τελείωνε όλος αυτός ο εφιάλτης. 
       Όταν επιτέλους σταμάτησε, σήκωσα το βλέμμα μου προς την πόρτα, την είσοδο της μεγάλης αίθουσας. Όλες μου οι αισθήσεις, το ένστικτό μου, οι σκέψεις μου είχαν συγκεντρωθεί σε μία μόνο λέξη, ένα όνομα: "Ανελίζ!" Φώναξα τόσο δυνατά από μέσα μου που τρόμαξα κι εγώ ο ίδιος με τις αντιδράσεις μου. Ούτε που κατάλαβα για πότε άρχισα να τρέχω προς την είσοδο χωρίς να δίνω σημασία σε εκείνους που με καλούσαν πιο πίσω μου. Δεν πρόλαβα να αγγίξω τα χερούλια της πόρτας για να τα τραβήξω και ευθύς μπροστά μου εμφανίστηκε ένας 'άγγελος' μέσα σε λευκές κι σιέλ λάμψεις. Είχε κάνει το ίδιο την πρώτη φορά που εξαϋλώθηκε εδώ, ήταν τρομοκρατημένη. Σίγουρα προσπαθούσε να ξεφύγει απ'τους φρουρούς που την κυνηγούσαν στα μπουντρούμια, ήμουν ενήμερος για τις δυνάμεις της απ'την λαίδη Τζέιν, την ξαδέλφη της κι την περιμέναμε. Τώρα όμως, που βρισκόταν εδώ μπροστά μου... 'Παράξενο. Γιατί η καρδιά μου χτυπούσε τόσο γρήγορα; Κι μόνο στη θέα της, η όψη της ήταν... εκπληκτική, μαγευτική. Πανέμορφη.'συλλογιζόμουν ενώ δεν χόρταινα να την κοιτώ. 
       Ήταν ντυμένη έτσι όπως άρμοζε με την εποχή. Δεν το είχα προσέξει νωρίτερα, αλλά τώρα που φορούσε τα ρούχα μας, τα χαρακτηριστικά της αναδεικνύονταν περισσότερο, ήταν πιο γλυκιά. 'Γιατί να έχεις γεννηθεί αιώνες μετά από μένα; Γιατί έπρεπε η προηγούμενη ζωή σου να είναι τόσο μοχθηρή, διψασμένη για μίσος ενώ στην πραγματικότητα...' Δεν άντεχα να μιλώ και να αναρωτιέμαι από μέσα μου. Ήθελα όλα αυτά να της τα εξομολογηθώ φωναχτά, να έχω το θάρρος κι να της εκμυστηρευτώ τα πάντα, να της μιλήσω ξεκάθαρα. Δεν άντεχα ούτε εγώ, αλλά κι ούτε εκείνη να μένουμε στο σκοτάδι. Δεν ήταν δίκαιο. Πήρα δυο τρεις ανάσες και την πλησίασα διστακτικά ενώ δεν έπαιρνα τα μάτια μου από πάνω της. Οι χτύποι της καρδιάς μου επιταχύνθηκαν όταν εκείνη μιμήθηκε τις κινήσεις μου πλησιάζοντας με με τη σειρά της. 
       Το φόρεμα της από μετάξι σε μια γαλάζια απόχρωση, τα μανίκια της να πέφτουν κάτω απ'τις άκρες των δαχτύλων της, η ουρά που σερνόταν από πίσω της καθώς βάδιζε. Η χρυσή ζώνη με τις μικρές σιέλ πέρλες που έδενε στη μέση της. Τα καστανά, μακριά, σπαστά μαλλιά της που ήταν πιασμένα με διάφορα μπλε άνθη στην κορυφή του κεφαλιού της ενώ τα υπόλοιπα έπεφταν κυματιστά, λυτά πάνω στους ώμους της. Μια οπτασία, ένα ξωτικό βρισκόταν τώρα απέναντι μου, άγγιζε τις χορδές του έρωτα καθώς βημάτιζε προς το μέρος μου κι εγώ ικέτευα το Θεό να απλώσει το χέρι της για να με αγγίξει, να μου δώσει αφορμή ούτως ώστε να την αρπάξω στην αγκαλιά μου κι να μην την αφήσω ποτέ να φύγει από εκεί. Η προσοχή μου ήταν κολλημένη πάνω σ'αυτήν την αγγελική μορφή κι ταυτόχρονα αισθανόμουν ανίσχυρος και αδύναμος για να την αποτραβήξω. Αλλά αδυνατούσα να αρθρώσω έστω κι μια λέξη, τα χείλη μου ήταν επτασφράγιστα. Έγειρα το κεφάλι μου στο έδαφος, αισθανόμουν ντροπιασμένος για κάποιον ανεξήγητο λόγο. 
       "Ανησύχησα. Ήθελα να δω αν είσαι καλά."μίλησε εκείνη ξαφνικά, σπάζοντας την σιωπή κι τότε η ματιά μου συνάντησε ξανά την δική της, διέκρινε τα μάτια της που λαμπύριζαν σαν μαργαριτάρια καθώς άφηναν ελεύθερα τα δάκρυα τους. 'Χριστέ μου, μη μου το κάνεις αυτό...'παρακαλούσα ξανά από μέσα μου. 
       "Αποσυρθείτε!"μούγκρισα απότομα απευθύνοντας τον λόγο στους υπόλοιπους. Αντιλήφθηκα αμέσως πως είχα υψώσει τον τόνο της φωνής μου κι προσπάθησα να το 'σώσω.' "Είστε ελεύθεροι να φύγετε κύριοι."πρόσθεσα μαλακά. 
       Καθώς τους έβλεπα να απομακρύνονται κλείνοντας πίσω τους την πόρτα άπλωσα το χέρι μου προς εκείνη με την ελπίδα να έφερνε την παλάμη της μέσα στη δική μου. Να την κρατήσω, κι αν χρειαζόταν να την ζεστάνω αν ήταν κρύα η δική της. Αντί αυτού η Ανελίζ όρμησε με φόρα πάνω μου, τυλίγοντας τα χέρια της γύρω απ'το λαιμό μου, κλείνοντας με μέσα στην αγκαλιά της. Αυτόματα έφερα τα χέρια μου στα μαλλιά της κι την χάιδεψα απαλά. Ασυνείδητα τα δάχτυλα μου σύρθηκαν στο μάγουλο της, έφεραν το πρόσωπο της κοντά στο δικό μου, το μέτωπο της συνάντησε το δικό μου, αφουγκράστηκα τους χτύπους της δικής της καρδιάς, προσπάθησα να αιχμαλωτίσω την μυρωδιά που ανέδυε αυτή η νεράιδα ενώ ταυτόχρονα έκανα ότι μπορούσα για να καταλαγιάσω τον φόβο της, τους λυγμούς κι τα αναφιλητά της.



     
       "Συγχώρεσε με... συγχώρεσε με για την ανάρμοστη συμπεριφορά μου λίγο πριν, βασιλιά μου, δεν το ήθελα... δεν το ήθελα..."τράβλισε εκείνη με κόπο, έκανε πέρα τα δάκρυα της με την αναστροφή του χεριού της, οι αντίχειρες μου βρέθηκαν στο σημείο της νωπής επιδερμίδας της κι την χάιδεψαν απαλά.
        "Δεν χρειάζεται να μου ζητάς συγγνώμη Ανελίζ. Απλώς φοβόμουν μήπως έκανα κάτι που σε ενόχλησε, γι'αυτό το λόγο αναρωτιόμουν όλο το πρωί,"
       "Όχι, όχι! Εσύ δεν έκανες τίποτα, δεν φταις σε τίποτα. Εγώ φταίω, εγώ... δεν έπρεπε να σου μιλήσω έτσι. Συγγνώμη..."πήρε μια βαθιά ανάσα. "Αγκραβέιν συγγνώμη."αναστέναξε. 
        Έκλεισα για λίγο τα μάτια μου κι έγειρα ελάχιστα το κεφάλι μου, ένα αχνό χαμόγελο είχε εμφανιστεί στα χείλη μου. Λάτρευα τον ήχο της φωνής της να λέει το όνομα μου.
        "Θα το ξαναπείς άλλη μια φορά αυτό, σε παρακαλώ δεσποσύνη;"την κοίταξα με βλέμμα ικετευτικό, πληγωμένο.
        "Άγκραβέιν..."ψιθύρισε τρυφερά χαρίζοντας μου κι εκείνη ένα χαμόγελο, τρίβοντας απαλά τις αρθρώσεις των χεριών μου. Ένιωσα το ξαφνικό της άγγιγμα με τα ακροδάχτυλα της λίγο πιο πάνω απ'τον καρπό μου κι ένα γλυκό ρίγος με διαπέρασε.
        Δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ, κι προσπερνώντας τα χείλη της - επειδή δεν ήθελα να την τρομάξω κι επειδή ήξερα πως εκείνο ήταν ένα απαγορευμένο σημείο για μένα που δεν ήθελα να το 'μολύνω' χωρίς την άδεια της - το στόμα μου ήρθε σε επαφή με το κρύο κούτελο της αφήνοντας εκεί το πρώτο μου φιλί. 
        "Σε τι οφείλω την χαρά της επισκέψεως σας, γλυκιά μου λαίδη;"της απηύθυνα τον λόγο ευγενικά όπως άρμοζε κι έπρεπε στις κυρίες της αυλής. 
        "Είχα ανάγκη... έπρεπε να σε δω, να σου μιλήσω. Είναι η μόνη μας ευκαιρία λίγο πριν..."σταμάτησε απότομα. Την κοίταξα ξανά, έμοιαζε σαν να δυσκολευόταν να μου πει όσα ήθελε. Σαν ... Να τα είχε χαμένα. Προσπάθησα για άλλη μια φορά να την καθησυχάσω.
        "Ηρέμησε κι έλα εδώ."την παρότρυνα τραβώντας την μαλακά προς την αίθουσα του θρόνου. Την έβαλα να καθίσει κι γονάτισα μπροστά της, μην αφήνοντας όμως τους καρπούς των χεριών της, σφίγγοντας τις παλάμες της μέσα στις δικές μου. Δείχνοντας της με αυτό τον τρόπο πως δεν είχε τίποτα να φοβηθεί, ήμουν εδώ κοντά της, κι θα έφευγα από δίπλα της μόνο αν εκείνη το επιθυμούσε. Την είδα να με κοιτά κι πάλι ανήσυχη, δίχως να μπορεί να προφέρει λέξη. Με κοιτούσε... Μονάχα με κοιτούσε. "Σε σκεφτόμουν όλη μέρα."δεν άντεχα, έπρεπε με κάποιον τρόπο να κάνω την αρχή. "Όταν έγινε ο σεισμός, το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήσουν εσύ. Γι'αυτό κι έτρεξα..."ένιωσα τα ακροδάχτυλα της στα χείλη μου κι η φράση μου έμεινε μισοτελειωμένη. Έμεινα για λίγο έκπληκτος να την παρατηρώ, πολύ γρήγορα όμως έφερα την παλάμη της στα χείλη μου φιλώντας την γλυκά. 
        "Το ξέρω, αισθάνθηκα τον φόβο σου για μένα, σαν να με καλούσες με κάποιον τρόπο κι τότε ήρθα σε σένα. Κι εγώ τρόμαξα γι'αυτό και σε γύρευα, επειδή... επειδή ήθελα να σου πω... κι κάτι άλλο."τα μάγουλα της είχαν γίνει ρόδινα. Η δική μου ψυχή όμως φλεγόταν, δεν ήξερα για πόσο ακόμα θα μπορούσα να κρατήσω τις αποστάσεις μου. 
        "Αυτό που έγινε πριν..."ήθελα να αλλάξω θέμα, οτιδήποτε άλλο εκτός απ'αυτό που σκεφτόμουν να κάνω. Κι το οποίο ήταν μια τρέλα. "Τι το προκάλεσε;"αναφερόμουν βέβαια στον σεισμό. 
        "Θα...θα σου πω..."ψέλλισε σχεδόν ψιθυριστά, τα χέρια της έτρεμαν, τα έτριψα ξανά για να την ηρεμήσω αλλά φαινόταν πως ότι κι αν έκανα πήγαινε χαμένο. Είχα αρχίσει να ανησυχώ πραγματικά, όχι μόνο επειδή τρομοκρατούνταν με κάτι που ούτε καν ήξερα, αλλά κι για την ψυχική της ηρεμία επίσης. 
        "Άννα τι σου συμβαίνει; Όσο δεν μου λες τόσο επιβαρύνεις κι εμένα, κοντεύω να τρελαθώ." Όντως ήμουν ένα βήμα πριν εξοστρακιστώ τελείως. 
        Δεν μίλησε αμέσως, τα χέρια της σύρθηκαν στις πλευρές μου, γύρω απ'την μέση μου τραβόντας με πιο κοντά της. Σε λίγο βρισκόμουν στο ίδιο ύψος με εκείνη, μια ανάσα λίγο πριν ενωθούν τα μέτωπα μας ή κι τα χείλη μας. Κάτι που δεν έπρεπε να επιτρέψω στον εαυτό μου να κάνει. Το να παρασυρθώ και να την φιλήσω, πόσο μάλλον να την γευτώ ήταν μια απ'τις μεγαλύτερες μου επιθυμίες απ'την πρώτη στιγμή που την αντίκρισα, αλλά ταυτόχρονα δεν ένιωθα κι άνετα με αυτό. Αμήχανος πήρα μια βαθιά ανάσα κι έφερα τα χέρια μου στα μάγουλα της, προτρέποντας την να με κοιτάξει. 
       "Εγώ Άγκραβέιν δεν μπορώ, όποιος με πλησιάζει... Είμαι καταραμένη, δεν γίνεται, εμείς οι δυο δεν μπορούμε... Η ψυχή μου, η ζωή μου, δεν... Είναι συνυφασμένη με κάτι, με κάτι σκοτεινό, πρέπει να μείνεις μακριά μου... Εγώ... εγώ..."σηκώθηκε απότομα κι έκανε να ξεγλυστρίσει απ'τα δεσμά μου αλλά δεν την άφησα. 
       Αυτή τη φορά εγώ ήμουν εκείνος που την είχε 'φυλακίσει' μέσα του κι δεν πρόκειται να την άφηνα να φύγει με κανένα τρόπο. Χρειαζόταν την βοήθεια μου. "Τι μπορώ να κάνω για σένα, νεράιδα μου;"την ρώτησα σιγανά, ενώ τα χείλη μου φιλούσαν ανεπαίσθητα τα μαλλιά της.


     
       
      "Μόλις σου είπα πως πρέπει να μείνεις μακριά μου, γι'αυτό το λόγο σου μίλησα έτσι το πρωί. Οι ζαλάδες που είχα απ'την στιγμή που βρέθηκα εδώ είναι μόνιμες, τις έχω απ'όταν γεννήθηκα, με αυτές ζω από τότε που ήμουν μωρό. Κάτι ρέει μέσα μου, το νιώθω είναι σκοτεινό, οι αδελφές μου δεν το γνωρίζουν. Παρ'όλα αυτά μου είπαν... με συμβούλευσαν να μείνω μακριά σου γιατί εμείς οι δυο δεν... Δεν μπορούμε να είμαστε μαζί, δεν έχουμε μέλλον. Κι όμως μαζί σου, όταν είμαι μαζί σου... Νιώθω καλά, εγώ.."ήταν η σειρά μου να την διακόψω αυτή τη φορά. 
       "Άννα;!"της φώναξα για να επιστήσω την προσοχή της. Με κοίταξε ταραγμένη, "Το γνωρίζω ότι εμείς οι δυο δεν έχουμε κανένα μέλλον μαζί, όμως όπως είπες κι εσύ δεν μπορούμε να αρνηθούμε αυτή την έλξη που αισθάνεται ο ένας για τον άλλον. Σωστά;"
       "Δεν μπορείς να με βοηθήσεις. Κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει, κανείς. Ούτε καν η γιαγιά μου, η οικογένεια μου, όσες φορές το προσπάθησαν..."
       "Ναι αλλά εγώ ανησυχώ για σένα κι είμαι σίγουρος πως θα μπορούσα να πάρω για λίγο τον πόνο σου μακριά, να απομακρύνω αυτό το σκοτάδι που βρίσκεται μέσα σου."της μίλησα ακουμπώντας την παλάμη μου πάνω στην καρδιά της. 
       "Γιατί; "έσκουξε εκείνη με μάτια βουρκωμένα. 
       "Νοιάζομαι για σένα."
       "Γιατί;"
       "Με χρειάζεσαι."της αποκρίθηκα τρυφερά κι την επόμενη στιγμή τα χέρια μου ήταν γύρω απ'την μέση της καθώς την έπαιρνα αγκαλιά και της χάριζα ένα φιλί στο μάγουλο. "Θέλω να χαλαρώσεις. Μου το υπόσχεσαι;"εκείνη κατένευσε, συνέχισα. "Εάν φέρω στο μυαλό μου ένα αγαπημένο μέρος εδώ στο Κάμελοτ, θα μας μεταφέρεις εκεί;" Εκείνη κούνησε ξανά καταφατικά το κεφάλι της. Δεν έχασα καιρό. "Εκεί που θα πάμε θα έχεις όλον τον χρόνο για να συνέλθεις και να μου εξηγήσεις ότι σε προβληματίζει, Είμαστε σύμφωνοι;"
       "Ν..ναι."μουρμούρισε μέσα απ΄τα αναφιλητά κι τους λυγμούς της για άλλη μια φορά. 
       Έφερα την εικόνα της ανθισμένης αμυγδαλιάς μπροστά μου, την μικρή λίμνη με τα γαλαζοπράσινα νερά, ακουμπώντας ξανά τα χείλη μου στο μάγουλό της. Αμέσως ένιωσα να χάνομαι μέσα σε ένα στροβιλισμό από λευκές κι σιέλ λάμψεις, αισθάνθηκα να εξαφανίζομαι μαζί με εκείνη. Να μεταφέρομαι κάπου άλλου, είχα κλειστά τα μάτια μου κι δεν μπορούσα να δω, το ίδιο κι εκείνη. Με έσφιξε περισσότερο πάνω της κι ταυτόχρονα έκανα το ίδιο κι εγώ, χωρίς να απομακρύνω τα χείλη μου απ'την λεία, απαλή κι τόσο κρύα επιδερμίδα της.
     

     

    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:43 pm, 2 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Σαβ Απρ 19, 2014 4:24 am

    Camelot~Citadel{Gaiu's Chambers}, 4 years earlier
    15 May 492 A.D.,
    Merlin's Pov {9th scene}


     Λίγη ώρα αφότου είχα μιλήσει με τον Γάιο για την αίσθηση που μου άφησε η παρουσία της Κύλιξ, της Φύλακα του Πνευματικού Κόσμου - κατά την διάρκεια της συγκέντρωσης των υπηκόων του βασιλείου, προς τιμήν των γενεθλίων του Βασιλιά Ούθερ - αποφάσισα να πάω για ύπνο.
     Έφερνα στο μυαλό μου ξανά και ξανά εκείνη τη στιγμή, λίγο πριν χάσω τις αισθήσεις μου και γίνω ο περίγελος όλων όσων παρεβρίσκονταν στην μεγάλη αίθουσα. Θεέ μου, ποτέ πριν στην ζωή μου δεν είχα νιώσει τόσο κρύος. Ο Γάιος μου εκμυστηρεύτηκε λίγο μετά την συζήτηση μας πως χρειάστηκε λευκάγαθο για να επαναφέρει την ροή του αίματος στο σώμα μου και βέβαια το γεγονός ότι ακόμα και τώρα περιφερόμουν με κουβέρτες, τυλιγμένες σφιχτά γύρω μου δεν μου έκανε εντύπωση. Απλώς ευχόμουν μόνο να ξημέρωνε ο Θεός τη μέρα και να ένιωθα καλύτερα. Αν και μετά απ'ότι είχα μάθει απ'τον μέντορα και δεύτερο 'πατέρα' μου, αν ίσχυαν όλα όσα μου έλεγε και πράγματι το πέπλο μεταξύ των κόσμων είχε ανοίξει, τότε σίγουρα - όπως είχε πει κι εκείνος - αυτό δεν ήταν καλό. Ο Θεός να μας βοηθούσε όλους γιατί σίγουρα μας περίμεναν δύσκολες μέρες, μέρες που ούτε καν δεν ήθελα να φανταστώ, Πόσο μάλλον να διανοηθώ.
     Έκλεισα την πόρτα του δωματίου πίσω μου, σύρθηκα προς την κλίνη μου με κόπο και σωριάστηκα πάνω της απότομα, με δύναμη, θέλοντας, επιθυμώντας διακαώς να αποβάλλω όλες αυτές τις σκέψεις, τα δήθεν οράματα και προμηνύματα που με κατέκλυζαν. Το μόνο που είχα ανάγκη αυτή τη στιγμή ήταν να κοιμηθώ, ούτως ώστε νωρίς το πρωί να επέστρεφα στα γνωστά μου καθήκοντα. Δηλαδή τι άλλο απ'το να βρίσκομαι διαρκώς στην υπηρεσία του πρίγκιπα Αρθούρου.
     Βολεύτηκα άτσαλα ανάμεσα στα σκεπάσματα, στριφογυρίζοντας πότε από τη μια πότε απ'την άλλη πλευρά. Τράβηξα τα σεντόνια και τις κουβέρτες μέχρι το στήθος μου γιατί ακόμα και τώρα δεν μπορούσα να μην αισθάνομαι την παγωνιά που με 'έπνιγε' και η αίσθηση της Φύλακα δεν είχε εξαφανιστεί από πάνω μου εξ ολοκλήρου. Με διακατείχε ακόμα. Γύρισα μπρούμυτα και βύθισα τα χέρια μου μέσα απ'το μαξιλάρι. Έκλεισα τα μάτια μου απαλά και προσπάθησα να κάνω όμορφες σκέψεις, να ονειρευτώ, όταν...
     Τα χέρια μου μέσα απ'το μαξιλάρι κάτι είχαν ακουμπήσει και το επεξεργαζόντουσαν. Έμοιαζε με κάτι σαν... 'Τι στο καλό;'αναρωτήθηκα καθώς έκανα πέρα τα μαξιλάρια για να βρω από κάτω τους μια μικρή τσαλακωμένη χάρτινη μπάλα. Το χαρτί φαινόταν καμένο, κι όμως στ'αλήθεια, καθώς το ξεδίπλωνα θέλοντας να μάθω τι έκρυβε το εσωτερικό του εκείνο έπαιρνε ως δια μαγείας ξανά το συνηθισμένο του χρώμα, εκείνο το εκρού όπως ήταν και πριν καεί. Πλέον, όταν πια το κρατούσα κανονικά στα χέρια μου, αν υπήρχε πριν κάποιο ίχνος που να έδειχνε ότι ήταν τσαλακωμένο τώρα πια είχε εξαφανιστεί και μου ήταν πιο εύκολο να διακρίνω τον όμορφο καλλιγραφικό χαρακτήρα αλλά και τι έγραφε το μήνυμα. Όποιος το έγραφε τέλος πάντων.
     'Ήταν φανερό πως κάποιος, με κάποιον μαγικό τρόπο -δεν ξέρω ποιος ή τι- μου είχε στείλει ένα μήνυμα, Για καλό, για κακό, δεν είχα ιδέα. Παγίδα ή όχι; Ποιος ξέρει. Δεν μου έμενε παρά να μάθω τον λόγο και σίγουρα δεν θα μάθαινα αν δεν διάβαζα. Ανασηκώθηκα και παρέμεινα καθιστός στην άκρη του κρεβατιού, πάντα με τις κουβέρτες τυλιγμένος. Πήρα μια βαθιά ανάσα και άρχισα να διαβάζω από μέσα μου. Δεν ήθελα να ξυπνήσω τον Γάιο, που αυτή τη στιγμή σίγουρα αναπαυόταν.



     Πανίσχυρε και Αγαπημένε μου Δρυΐδη,
     Ίσως να μην πιστέψεις λέξη απ'ότι σου γράφω αυτή τη στιγμή. Αλλά πραγματικά αν το μήνυμα μου έχει φτάσει στη σωστή εποχή και χρόνο, ούτως ώστε να είσαι προετοιμασμένος για ότι κακό επρόκειτο να συμβεί, τότε σίγουρα πρέπει και επιθυμώ να πιστέψεις ότι θα δεις γραμμένο στη συνέχεια σε αυτό το χαρτί γιατί ειλικρινά όταν έρθει η ώρα θα χρειαστώ την βοήθεια σου. Κι εσύ, Μέρλιν , είσαι ο μόνος που θα μπορεί να με βοηθήσει. Εμένα και την οικογένεια μου.
     Δεν μπορώ να γνωρίζω αν το μήνυμα μου έχει φτάσει πριν ή μετά την στιγμή του ανοίγματος του πέπλου μεταξύ των δύο κόσμων. Δεν ξέρω αν η Κύλιξ {η Φύλακας του Πνευματικού Κόσμου} έχει κάνει αισθητή ή για να είμαι πιο ακριβής αν έχει δηλώσει την παρουσία της σε σένα -γιατί μόνο ένας μάγος σαν κι εσένα με μεγάλη δύναμη και τόσο χαρισματικός θα μπορούσε να την δει, να την αισθανθεί να την διακρίνει ανάμεσα στο πλήθος. Γνωρίζω όμως πως για να ανοίξει το πέπλο απαιτείται μια θυσία. Κι αν έχεις νιώσει ήδη την παρουσία της, τότε φοβάμαι αγαπημένε μου δρυΐδη πως η θυσία έγινε, το πέπλο έχει ήδη σχιστεί και πως μια ζωή αφαιρέθηκε.
     Αυτό που πρέπει να ξέρεις είναι πως για να κλείσει ξανά το πέπλο, ούτως ώστε να αποφευχθούν τυχόν απρόοπτα και άσχημα γεγονότα, χρειάζεται άλλη μια θυσία κι αυτό σημαίνει αφαίρεση άλλης μιας ανθρώπινης ζωής. Αυτή η ζωή θα προσφερθεί να θυσιαστεί για να σωθεί το βασίλειο απ'τα πάνδεινα που μπορεί και να υποστεί.
     Γι αυτό το λόγο, εγώ και η οικογένεια μου θα γυρίσουμε πίσω στο χρόνο για να σώσουμε αυτήν την ανθρώπινη ζωή που δεν είναι άλλη από εκείνη του Σερ Λάνσελοτ! Ναι, Μέρλιν, ο Λάνσελοτ θα προσφέρει την ζωή του και θα προσπαθήσει να περάσει ανάμεσα στο λεπτό πέπλο, πρώτα ο Αρθούρος, μετά εσύ και ύστερα θα πάρει τη θέση σας εκείνος. Εμείς όμως θα γυρίσουμε πίσω και θα τον σώσουμε. Προσπαθώντας την ίδια ώρα να κλείσουμε το πέπλο με κάποιον άλλον πιο βολικό τρόπο.
     Σίγουρα δεν θα έχεις πειστεί ακόμα με ότι διαβάζεις, γι αυτό και θα ήθελα να σε ενημερώσω πως με λένε Ελένα, βρίσκομαι στο έτος 495 π.Χ και σου γράφω ενώ έχω ήδη φτάσει στο Κάμελοτ, είμαι κι εγώ μια πανίσχυρη μάγισσα, καλύτερη από σένα ή όχι δεν μπορώ να ξέρω, αλλά μάθε αγαπητέ μου Μέρλιν πως απ'την εποχή και τον χρόνο που σου γράφω έχουν σημειωθεί σημαντικές απώλειες. Εκτός από εκείνης του Λάνσελοτ, απ'την ζωή έχουν φύγει ο βασιλιάς Αρθούρος, ο Σερ Έλυαν και ο Σερ Γκάγουέιν επίσης. Με τρόπο, πίστεψε με, πολύ απάνθρωπο και μακάβριο. Και όλοι τους, απ'τα χέρια του Μόντρεντ και της Μοργκάνα αντίστοιχα.
     Επίσης, δεν μπορώ να είμαι σίγουρη για το τι μπορεί να ξέρεις ήδη ή όχι για την Προφητεία του ολέθρου και της πτώσης του Αρθούρου, πόσο μάλλον του θανάτου του και της μάχης που έγινε σε εκείνο το περιβόητο όρος Κάμλαν. Για το μόνο που είμαι σίγουρη, και θέλω να γνωρίζεις κι εσύ είναι πως σκοπός μας με το που θα γυρίσουμε στο παρελθόν, αποτελεί η διάσωση του βασιλιά αλλά και των ιπποτών του. Οπότε την στιγμή που προφανώς θα έχετε φτάσει στα Ευλογημένα νησιά, προσπαθώντας να αποτρέψετε το κακό, ή ότι μέλλεται να γίνει τέλος πάντων, μην ξαφνιαστείς απ'την εμφάνιση μας. Μην φοβηθείς με την παρουσία μας, με όποια ενέργεια και να κάνουμε, ή φέρουμε εις πέρας. Είναι για καλό, θα είμαστε με το μέρος σας. Θα είμαι με το μέρος σου. Απλώς θα προσπαθήσω να βοηθήσω με τον δικό μου τρόπο.
     Η επιθυμία μου, Μέρλιν, είναι να ενώσω την δύναμη μου με την δική σου ούτως ώστε να σώσουμε το βασίλειο και κυρίως αγαπημένα σου πρόσωπα απ'τον κίνδυνο να χάσουν την ζωή τους. Βαθύτερος όμως πόθος μου, και ευχή μου είναι να με εμπιστευτείς! Να με πιστέψεις, όπως κάνεις και τώρα, σε αυτόν τον χρόνο και τόπο απ'τον οποίο σου γράφω, όταν με ονειρευόσουν, με οραματιζόσουν και ήσουν σίγουρος πως θα γυρίσω πίσω για να σε βοηθήσω. Το ίδιο θέλω να κάνεις και τώρα! Χωρίς την βοήθεια σου, και πάνω απ'όλα την εμπιστοσύνη σου και την ειλικρίνεια σου δεν θα είμαι σε θέση να ανταποκριθώ. Σε χρειάζομαι, και είμαι σίγουρη πως όταν πλησιάσει η ώρα και με γνωρίσεις από κοντά το ίδιο θα με χρειαστείς και εσύ. Το μόνο που θέλω και σου επαναλαμβάνω είναι να με εμπιστευτείς και να μην σκεφτείς ποτέ και για κανέναν λόγο πως όλο αυτό που σου γράφω είναι ένα ψέμα, ή κάποια παγίδα. Γιατί είναι η αλήθεια, αγαπημένε μου δρυΐδη, η μοναδική αλήθεια!
     Τελευταία μου προειδοποίηση και είναι σημαντικό να γνωρίζεις, πως θα γυρίσουμε πίσω σε τέσσερις διαφορετικές χρονολογίες, την ημέρα θανάτου του Λάνσελοτ, την μέρα του θανάτου του Σερ Έλυαν αλλά και την μέρα, την ίδια μέρα που έχασε την ζωή του ο Αρθούρος και ο Γκάγουέιν. Τα χρονικά διαστήματα τα οποία θα ακολουθήσουν ανάμεσα σε αυτές τις χρονιές, -αν βέβαια πάνε όλα καλά- και σωθούν οι ζωές των ιπποτών, κανένας, συμπεριλαμβανομένου και εσύ, δεν θα γνωρίζει περισσότερα απ'όσα πρέπει ήδη να γνωρίζει. Δεν θέλω να ανησυχείς όμως ούτε και να φοβάσαι, γιατί εμένα ήδη θα με ξέρεις, θα με γνωρίζεις, θα με θυμάσαι, κι ελπίζω να με εμπιστευτείς απόλυτα.
     Μόνο αυτό χρειάζομαι από σένα Μέρλιν, για να επιτύχω τον σκοπό μου, Μόνο αυτό, αγαπημένε μου δρυΐδη, την εμπιστοσύνη σου και την βοήθεια σου. Πίστεψε σε μένα, όπως πιστεύω κι εγώ σε σένα, όπως πίστεψες κι εσύ σε μένα όταν βρέθηκα στον κόσμο σου και με παρακάλεσες να τον σώσω.
     Πίστεψε με, Εμπιστεύσου με και πάνω απ'όλα... Περίμενε με μέχρις ότου ανταμώσουμε ξανά.


    Με αγάπη Ελ,
    Δική σου Για Πάντα.

    Διάβαζα ξανά και ξανά και ξανά, Γύριζα το χαρτί μπρος πίσω, πάλι και πάλι, ξανά και ξανά, έχοντας μείνει εδώ και πολλή ώρα με το στόμα ανοιχτό. Άναυδος. Άφωνος. Μην μπορώντας να προφέρω το παραμικρό, έχοντας την ανάγκη να ακουστώ αλλά την ίδια ώρα να μην νιώθω την φωνή μου. Αλλά μάταια. Ξαφνικά, κάποια στιγμή άφησα το χαρτί στην άκρη του κρεβατιού με τρεμάμενα χέρια. Άρχισα να κοπανιέμαι, στα μούτρα μου, στο κεφάλι μου, τράβαγα τα λιγοστά, αραιά γένια μου, έτοιμος να τα ξεριζώσω. Στη συνέχεια έπεσα μπρούμυτα πίσω στο κρεβάτι. Ένιωσα την καρδιά μου να σφυροκοπά, να χτυπά τόσο δυνατά που έφερα τα χέρια μου στο στήθος, καλύπτοντας την, καθησυχάζοντας την με αυτόν τον τρόπο.
     Αναζήτησα ξανά εκείνο το γράμμα, το χέρι μου σύρθηκε με λαχτάρα πάνω στο σεντόνι και το έπιασε, Φοβόμουν στην αρχή, μήπως όταν πλέον το είχα διαβάσει κι είχε ολοκληρώσει τον σκοπό του, γινόταν ξανά μια τσαλακωμένη, μαύρη μπάλα, αλλά ευτυχώς είχε παραμείνει σώο και άθικτο όπως ακριβώς και την στιγμή που το διάβαζα. Το έφερα μπροστά στο πρόσωπο μου, τα χέρια μου, τα δάχτυλα μου ψηλάφισαν τα γράμματα. Ύστερα από πολύ λίγο το χαρτί βρισκόταν στην μύτη μου, κάνοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες να το οσφρανθώ, να αιχμαλωτίσω την μυρωδιά, την όποια ευωδία απέπνεε, είχε περάσει ο γραφικός χαρακτήρας εκείνης που μου είχε στείλει τούτο το μήνυμα. 'Ποια είσαι; Ποια είσαι;!' Φώναζα, ούρλιαζα συνεχώς από μέσα μου.
     Έψαξα το όνομα της μέσα στο γράμμα. Το βρήκα. Το διάβασα - ούτε κι εγώ ξέρω πόσες φορές. Το πρόφερα, Από μέσα μου. Απέξω μου. "Ελένα!" Πρόφερα ξανά και ξανά... Έχοντας ανάγκη, να την νιώσω ακόμα και τώρα, τούτη τη στιγμή εδώ, συνάμα, δίπλα μου. Ήξερα πως κάτι τέτοιο όμως δεν ήταν δυνατόν, και όταν θα έφτανε η ώρα θα την συναντούσα. Τότε θα την γνώριζα, τότε θα μάθαινα. Έριξα μια ματιά και πάλι στις τελευταίες της γραμμές. 'Με αγάπη... Δική σου Για Πάντα.' Αυτά τα λόγια έκαναν τον πόθο της συνάντησης μας ακόμα εντονότερο μέσα μου, τόσο πολύ, που αισθάνθηκα ξανά τους γρήγορους χτύπους της καρδιάς μου.
     Γρήγορα όμως τα μάτια μου, ανέβηκαν πιο πάνω, σε εκείνα που ανέφερε πιο πάνω. Τότε ήταν που πετάχτηκα απ'το κρεβάτι, και άρχισα να στριφογυρίζω στο δωμάτιο σα τρελός. Λες και με είχε τσιμπήσει σφίγκα. Κάθε ίχνος κρύου ή παγωνιάς που ένιωθα πριν από λίγα λεπτά είχε εξανεμιστεί πλήρως. Τώρα αισθανόμουν τον ζεστό ιδρώτα να πλημμυρίζει το κορμί μου, όπως γινόταν κάθε φορά, όταν σηκωνόμουν απότομα έχοντας δει κάποιον εφιάλτη ή κάποιο όραμα που με ανησυχούσε ή δεν με άφηνε να κλείσω μάτι την υπόλοιπη νύχτα. Το ίδιο συνέβαινε και τώρα.
     Ο βαρύς γδούπος της πόρτας ακούστηκε - ούτε κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές, για την ακρίβεια δεν θυμάμαι αν έδωσα καν καμιά σημασία. Αντίθετα εγώ συνέχισα να στριφογυρίζω μέσα στο δωμάτιο, μην δίνοντας δεκάρα για το ποιος βρισκόταν πίσω απ'την πόρτα του δωματίου μου τέτοια ώρα ή για ποιο λόγο χτυπούσε. Χωρίς να το αντιληφθώ - μην δίνοντας την άδεια μου φυσικά - η πόρτα άνοιξε απότομα και μέσα μπήκαν δυο απ'τους καλύτερους μου φίλους. Μετά τον Αρθούρο φυσικά. Δυο απ'τα πιο σημαντικά πρόσωπα στη ζωή μου, όπως είχε αναφέρει κι εκείνη, που πολύ πιθανόν χωρίς την βοήθεια της μπορεί να έχαναν στ'αλήθεια την ζωή τους.
     Φέρνοντας τα χέρια στη μέση, ξεφυσώντας νευρικά, αφήνοντας και παίρνοντας βαθιές ανάσες ταυτόχρονα, έγειρα την ανήσυχη, θλιμμένη και κουρασμένη ματιά μου προς τον Λάνσελοτ και τον Γκάγουέιν. Δεν έκανα τίποτα για να αλλάξω την έκφραση μου, το μόνο που πρόλαβα να κάνω ήταν να κρύψω το σημείωμα εκείνης. Πραγματικά βρισκόμουν σε τέτοια συναισθηματική φόρτιση που δεν έκανα τον κόπο να κρύψω ούτε καν τα δυο - τρία δάκρυα που πιθανόν να είχα αφήσει ελεύθερα να πέσουν. Για μένα,; Για εκείνη που μου είχε στείλει τούτο το γράμμα και όπως έλεγε ήταν 'Δική μου Για Πάντα', ;Για εκείνους, τους φίλους μου, τους Ιππότες του Αρθούρου, που αν εκείνη δεν τα κατάφερνε μπορεί και να πέθαναν, ;Για τον ίδιο τον Αρθούρο, φίλο και μελλοντικό Βασιλιά του Κάμελοτ; Δεν ξέρω.
     Το μόνο που ήξερα ήταν πως είχαν περάσει λίγα λεπτά, απ'την στιγμή που οι φίλοι μου είχαν εισβάλλει στον προσωπικό μου χώρο, θέλοντας να μάθουν προφανώς πως είμαι, έχοντας έρθει η λυπημένη έκφραση μου αντιμέτωπη με τη δική τους, η οποία σε σχέση με την δική μου διέφερε κατά πολύ. Κάθε άλλο μόνο περίεργη και παράξενη ήταν. Έμεναν εκεί ακίνητοι σαν στήλη άλατος, καγχάζοντας με το στόμα ανοιχτό να με παρακολουθούν. Ανήσυχοι; Τρομαγμένοι; Ο 'πάγος', η σιωπή επιτέλους έσπασε και εκείνοι έκαναν την αρχή, απευθύνοντας μου τον λόγο.


       
     
     "Μέρλιν τι συνέβη; Ο Γάιος μου είπε να περάσω αργότερα για να σε δω."μίλησε πρώτος ο Λάνσελοτ.
     "Φιλαράκο, είσαι καλά; Εσύ φαίνεται να τρέμεις ολόκληρος."είπε ο Γκάγούειν, κοιτώντας με, παρατηρώντας με απ'την κορυφή ως τα νύχια. Κοίταξε για λίγο τον σύντροφο δίπλα του και έγειρε ξανά προς εμένα. "Λοιπόν, έκανα περιπολία στους διαδρόμους απόψε και συνάντησα τον Λανς καθώς ερχόταν προς τα εδώ και λέω ... 'δεν βαριέσαι' ας πάω να δω τι κάνει αυτό το παιδί'. Πραγματικά φίλε μου όταν σε είδα τάβλα εκείνη την ώρα μέσα στην αίθουσα, μου κόπηκαν τα ήπατα. Δεν φαίνεται να το αντέχεις το κρασί έτσι δεν είναι; Περίεργο, πως μπορείς και πίνεις μπύρα και δεν αντέχεις το κρασί;" συνέχισε να αναρωτιέται εκείνος φέρνοντας τα χέρια του στο στήθος του, σταυρώνοντας τα.
     Τα λόγια του, το σχόλιο του, ο τρόπος με τον οποίο τα έλεγε με έκαναν για λίγο να ευθυμήσω, αφήνοντας ένα αχνό, βεβιασμένο χαμόγελο. Δίχως να απομακρύνω τα δάκρυα μου ούτε στιγμή, όρμησα προς το μέρος τους, αγκαλιάζοντας τους και τους δυο. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω απ'τους αυχένες τους, με αποτέλεσμα έτσι να τους φέρω και τους δυο κοντά μου. Εκείνοι αμήχανα έφεραν τα χέρια τους στην πλάτη μου, χτυπώντας με μαλακά, παρηγορώντας με, χωρίς να γνωρίζουν, να έχουν την παραμικρή ιδέα για το τι είχα διαβάσει πριν από λίγο.


     
     "Όπα! Σιγά φιλαράκο, με το μαλακό. Ξεσκίστηκα στην ξιφασκία και στην κονταρομαχία σήμερα, πονάω ολόκληρος."μούγκρισε ο Γκάγούειν καθώς καμπούριαζε κάπως, κι έπιανε με το άλλο χέρι τη μέση του. Γέλασα ξανά, Ειλικρινά το είχα ανάγκη και τον ευχαρίστησα από μέσα μου γι αυτό.
     "Μέρλιν, είσαι σίγουρα καλά;"με ρώτησε ξανά ο Λάνσελοτ, η φωνή του όπως πάντα ήρεμη, σταθερή, σοβαρή.
     "Όλα καλά, όλα θα πάνε καλά. Όλα είναι καλά."έλεγα μουρμουρίζοντας ξανά και ξανά, θέλοντας να το πιστέψω πρώτα εγώ και μετά εκείνοι.
     "Α, πάει, χάλασε τούτος. Και το'λεγα εγώ στον Αρθούρο, 'μην το ξεπατώνεις στη δουλειά το παιδί, Δωσ'του κανά ρεπό, στειλ'το διακοπές'."
     "Γκάγουέιν;!"βρυχήθηκε κουρασμένα ο Λάνσελοτ.
     "Τι είναι;"έκανε εκείνος.
     "Θα σταματήσεις επιτέλους να μάθουμε τι συνέβη;"
     "Τι να συνέβη δηλαδή. Ο Μέρλιν πιθανόν να είδε κάποιον εφιάλτη, και πιο πριν έπαθε υπερκόπωση. Γι αυτό και έπεσε τάβλα. Σωστά τα λέω, μικρέ;"είπε ο Γκάγουέιν.
     Χαλάρωσα την λαβή μου, αφήνοντας τους και έγειρα να τους κοιτάξω. Τους χαμογέλασα ξανά. "Όλα θα πάνε καλά."
     "Η βελόνα απόψε κόλλησε."σχολίασε ο Γκάγούειν χτυπώντας με μαλακά στον ώμο.
     "Ναι Μέρλιν, αυτό το ξέρουμε, μήπως υπάρχει όμως και κάτι άλλο που πρέπει να ξέρουμε;"μίλησε ο Λάνσελοτ.
     Έφερα τα χέρια μου στο μέτωπο μου, στο κεφάλι μου, κι έπειτα στο στόμα μου ξανά. Θα έλεγε κανείς πως βρισκόμουν ακόμα σε κατάσταση σοκ. Δεδομένου ότι είχα διαβάσει εκείνο το γράμμα αμέτρητες φορές. Σοβαρά τώρα αυτή τη στιγμή, η ψυχική μου υγεία ήταν κρίσιμη, χωρίς αστεία, Απλά τα δάκρυα που ήθελα να χύσω σε συνδυασμό με τα γέλια στα οποία ήθελα να ξεσπάσω, φέρνοντας στο νου τα χωρατά που είχε κάνει νωρίτερα ο φίλος μου, έκαναν την κατάσταση μου χειρότερη και το βλέμμα, το ύφος των ιπποτών που είχα μπρος μου αυτή τη στιγμή, ακόμα πιο τρομαγμένο. Προβληματικό μάλλον, ήταν ο σωστότερος χαρακτηρισμός.
     "Ήρεμα φιλαράκο, ησύχασε και πες μας τι συμβαίνει τέλος πάντων, μπας και πάμε και εμείς στους κοιτώνες μας καμιά ώρα, απόψε."είπε ο Γκάγουέιν κάποια στιγμή, σοβαρά αυτή τη φορά.
     "Μέρλιν, πραγματικά δεν μου φαίνεσαι καθόλου καλά."ο Λάνσελοτ ήταν εκείνος που είχε σταυρώσει τα χέρια του τώρα, ρίχνοντας μου μια περίεργη ματιά, όλο νόημα. 'Φυσικά!'φώναξα από μέσα μου, αφού ήταν και ο μοναδικός που ήξερε το μυστικό μου.
     "Έχεις δίκιο Λάνσελοτ. Δεν είμαι καλά. Δεν είμαι καθόλου...Μα καθόλου καλά!"έσκουξα μιξοκλαίγοντας λες και ήμουν κανένα μωρό, προσπαθώντας να ελαφρύνω την κατάσταση μου, την ατμόσφαιρα, να το κάνω να μην φανεί σοβαρό. Νομίζω πως τα κατάφερα γιατί...
     "Λανς..."αναφώνησε ο Γκάγουέιν ύστερα από λίγο, ενώ είχε μείνει σκεφτικός για κάμποσα λεπτά. "Αυτό είναι."
     "Τι είναι πάλι;"ρώτησε εκείνος κουρασμένα.
     "Το παιδί είναι φουλ ερωτευμένο, δεν το βλέπεις πως σπαράζει; Μυρίζομαι ερωτική απογοήτευση. Αν θες πήγαινε για ύπνο, εγώ θα μείνω να του κάνω μερικά μαθήματα."
     "Ωχ Χριστέ μου!"έκανε ο Λάνσελοτ χτυπώντας με την παλάμη του το μέτωπο του.
     Γέλασα ξανά, κάνοντας αισθητό το πλατύ χαμόγελο στα χείλη μου, αυτή τη φορά σκουπίζοντας τα δάκρυα με την αναστροφή του χεριού μου. Ήταν μόνο χαρά, γέλιο, όχι πια άλλα δάκρυα, όχι άλλο κλάμα, μόνο γέλιο και χαρά. Ο Γκάγούειν με έπιασε απ'τους ώμους γελώντας και εκείνος με την ψυχή του και με παρέσυρε προς τα μέσα στο δωμάτιο, βάζοντας με να καθίσω στο κρεβάτι. Όπως είχα κάνει πάνω κάτω και εγώ την βραδιά που τον μάζεψα απ'την ταβέρνα και τον έφερα εδώ να κοιμηθεί τύφλα στο μεθύσι. Λίγο πιο πίσω μας είδα τον Λάνσελοτ να κλείνει την πόρτα με ένα αχνό χαμόγελο, κουνώντας το χέρι του, καληνυχτώντας μας με αυτόν τον τρόπο. Εγώ με τον Γκάγουέιν συνεχίσαμε να γελάμε, ενώ ταυτόχρονα μέσα μου δεν σκεφτόμουν και δεν ευχόμουν τίποτα άλλο παρά μονάχα τούτο:'Δεν φοβάμαι, δεν ανησυχώ. Γιατί τώρα πια ξέρω πως όταν έρθεις εσύ, όλα θα πάνε καλά.'



    ~~~***~~~***~~~

    Camelot~Citadel{Sister's Chambers}, 7 June 496 A.D., Jennifer's Pov {10th scene}

     Νόμιζα πως απ’την στιγμή που είχαν αποσυρθεί οι ξαδέλφες μου απ’το δωμάτιο, θα μπορούσα κι εγώ να ξεκουραστώ για μερικές ώρες. Ο οργανισμός μου αποζητούσε τον ύπνο απ’την ώρα που είχα φτάσει στο Carlise και είχα αρχίσει να ψάχνω για την εργασία μου. Ο τσακωμός που ξεκίνησε στην σοφίτα, το ταξίδι στο χρόνο, όλα όσα ειπώθηκαν στην αίθουσα συμβουλίου απ’τον διοικητή του Κάμελοτ και τους ιππότες του, η αποστολή που έπρεπε να φέρουμε σε πέρας, μου είχαν προξενήσει τέτοια σύγχυση, δημιούργησαν τέτοια ένταση με αποτέλεσμα να μην μπορώ να σκεφτώ καθαρά. Απ’την στιγμή που βρισκόμουν μακριά απ’την Στρογγυλή Τράπεζα, το μόνο που ήθελα ήταν ένα απαλό κατάλυμα να ξαπλώσω, να αναπαφθώ για λίγο.
     Τα νέα όμως που μας είχε φέρει η Μόργκαν μέσα απ’τα όνειρα, τα οράματα που έβλεπε όλη την νύχτα, ήρθαν για να με ταράξουν  και όλη η διάθεση μου για ύπνο εξαφανίστηκε πάλι. Όλη την ώρα σκεφτόμουν τον δίδυμο αδελφό μου με την μορφή του Σερ Έλυαν και πως θα μπορούσε να είναι εκείνος. Αν έμοιαζε με τον ιππότη τότε –σύμφωνα με την ξαδέλφη μου- δεν θα διέφερε και πολύ απ’τον Έλλιοτ. Αλλά πως θα τον αντιμετώπιζα την στιγμή που θα τον αντίκριζα; Κι εκείνος; Σίγουρα θα με περνούσε για την αδελφή του, την Γκουίνεβιρ. ‘Λοιπόν κάποιος έπρεπε να τον ενημερώσει ότι η βασίλισσα δεν βρισκόταν πλέον εν ζωή.’συλλογιζόμουν από μέσα μου. Ποιος όμως θα ήταν τόσο θαρραλέος ούτως ώστε να του έλεγε κάτι τόσο άσχημο. Εκείνη ήταν η μοναδική του συγγενής, αν λάβει κανείς υπόψιν του ότι τελικά η Γουίνεβιρ ήταν κόρη σιδηρουργού κι όχι κάποιου βασιλιά όπως είχα μελετήσει, κι με είχαν μάθει οι μύθοι και οι ιστορίες.
     Η Άννα κατάλαβε αμέσως που έτρεχαν οι σκέψεις μου απ’την ώρα που η Μόργκαν μας είχε αφήσει. Είχε πει πως θα έκανε μια βόλτα, να πάρει λίγο αέρα, να ξεκαθαρίσει λίγο το μυαλό της. Δεν την αδικούσα, όλες μας χρειαζόμασταν κάποιες ώρες μόνες μας, να σκεφτούμε τι θα έκανε η κάθε μία από εδώ και πέρα. Αλλά την τρέλα της να θέσει την ζωή της σε τέτοιο κίνδυνο , με σκοπό να σώσει τους δυο ιππότες, δεν την καταλάβαινα. Αυτό ήταν ‘καθαρή αυτοκτονία’. Φαινόταν όμως πως όσο και αν το προσπαθούσαμε εγώ και η Άννα δεν της αλλάζαμε γνώμη τόσο εύκολα. Ούτε καν η Ελένα δεν θα τα κατάφερνε, -η οποία παρεπιπτόντως ήταν εξαφανισμένη εδώ και ώρες. Στο τέλος θα κατέληγαν και οι δυο να ‘φαγωθούν’ άγρια μεταξύ τους. Όταν η Μόργκαν έβαζε κάτι στο μυαλό της, δεν μπορούσε να της το βγάλει από εκεί ούτε ο Θεός ο ίδιος, και δεν θα ησύχαζε αν δεν το εφάρμοζε. Αλλά εδώ επρόκειτο για την ζωή της.
     Είχα ξαπλώσει στο κρεβάτι ανάσκελα –σκεφτόμενη όλα αυτά- με τα χέρια πλεγμένα στην κοιλιά μου και το κεφάλι γερμένο ψηλά, να θαυμάζει τον σκούρο μοβ ουρανό από κουρτίνες που περιτριγύριζαν την κλίνη, όταν ξαφνικά ένιωσα ένα απαλό άγγιγμα στο πλευρό μου. Ήταν η Άννα που με προέτρεπε να κοιμηθώ ούτως ώστε να ανακτήσω τις δυνάμεις μου σιγά σιγά. Της χάρισα ένα αχνό χαμόγελο, το οποίο και μου ανταπέδωσε και έγειρα δίπλα της κλείνοντας τα βλέφαρα μου. Και εκεί που ήμουν έτοιμη να με πάρει ο ύπνος μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου νιώσαμε το ξύλινο έπιπλο να κουνιέται και τότε συνειδητοποιήσαμε πως δεν επρόκειτο για κάποιον συνηθισμένο σεισμό αλλά για κάποιο τέχνασμα της Ελένα. Είχε χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις της, όντας χρήστης της Γης όπως γνωρίζαμε. Για ποιον λόγο; Αυτό ήταν και το μόνο άγνωστο σε εμάς.
     Ξεφύσηξα κουρασμένα, ανασηκώθηκα αλλά η ξαδέλφη μου με συμβούλευσε να παραμείνω στη θέση μου. Μου είπε πως θα πήγαινε να βρει την Ελένα και ύστερα τον Άγκραβέιν και αμέσως την είδα να εξαϋλώνεται μπρος στα μάτια μου. Έπεσα με το κεφάλι προς τα πίσω στα μαξιλάρια αναστενάζοντας. ‘Δεν θα κοιμηθώ ποτέ.’γκρίνιαξα από μέσα μου. Απορούσα με τον εαυτό μου πως άντεχα να μένω ξύπνια τόσες ώρες. Τώρα που έλειπαν όλες θα μπορούσα να ξεκουραστώ, αλλά μάταια άλλαζα πλευρό όλη την ώρα με σκοπό να βυθιστώ στον ύπνο όπως και το επιθυμούσα. Ο σεισμός σε συνδυασμό με όλα όσα είχαν προηγηθεί δεν με άφηναν σε ησυχία.
     Τη στιγμή δε που ακούστηκαν βαριά χτυπήματα στην πόρτα, ήμουν πλέον σίγουρη πως δεν θα έκλεινα μάτι στον αιώνα τον άπαντα. Προσπάθησα να μην δώσω σημασία, να αδιαφορήσω, όποιος κι αν ήταν θα κουραζόταν να χτυπάει κάθε τόσο, θα βαριόταν και θα έφευγε. Έγειρα στο πλάι, με το ένα χέρι χωμένο μέσα στο μαξιλάρι και έκλεισα τα μάτια μου ξανά ευχόμενη να με πάρει ο Μορφέας μέσα στην αγκάλη του, να ησύχαζα επιτέλους. Όταν όμως τα συνεχή χτυπήματα, έγιναν βαρύ γδούποι και γροθιές τότε πετάχτηκα απ’το κρεβάτι κατατρομαγμένη. Ήξερα πως αν δεν άνοιγα τότε η πόρτα θα γκρεμιζόταν. Πανικός με κυρίευσε αναλογιζόμενη πως είχε κάτι συμβεί στις ξαδέλφες μου και γρήγορα έτρεξα προς την θύρα, ανοίγοντας την με δύναμη και αντικρίζοντας δυο ψηλές φιγούρες να με κοιτάζουν πανικόβλητες και ανήσυχες.
     Ο Σερ Πέρσιβαλ και ο Σερ Λέον βρίσκονταν τώρα ακριβώς απέναντι μου, περιμένοντας προφανώς να τους πω να περάσουν μέσα. Μόνο έτσι θα έριχναν μια πιο εξονυχιστική ματιά στο δωμάτιο. Διότι ήταν φανερό πως ο καθένας τους γύρευε ‘το δικό του θηλυκό.’ ‘Αχ Χριστέ μου, ακόμα δεν ήρθαμε, τους τρελάναμε όλους.’μουρμούριζα από μέσα μου. Σταύρωσα τα χέρια μου κοιτώντας τους ειρωνικά, αφού πρώτα έκλεισα την πόρτα του δωματίου πίσω μου, και στάθηκα πάνω στην ξύλινη, δρύινη πόρτα, στηρίζοντας όλο μου το βάρος στο ένα μου πόδι.
     «Τι τρέχει κύριοι, μπορώ να μάθω;»μίλησα πρώτη, βγάζοντας τους απ’τον κόπο και σταματώντας έτσι να με κοιτάζουν σαν χάνοι.
     Εκείνοι έμειναν για λίγο να με παρατηρούν έκπληκτοι με το στόμα ανοιχτό, και στη συνέχεια υποκλίθηκαν. Τώρα εγώ ήμουν εκείνη που τα είχε χαμένα. «Τι κάνετε;»έσκουξα.
     «Λαίδη μου,..» μίλησε ο σερ Λεόν στρέφοντας το βλέμμα του απ’το έδαφος προς εμένα. «Μας συγχωρείς αν σε ενοχλήσαμε, αλλά νιώσαμε την γη να τρέμει κάτω απ’τα πόδια μας και…» Η φράση του διακόπηκε απ’τον σαματά που είχε δημιουργηθεί.
     Έριξα μια ματιά λίγο πιο πίσω του και είδα αυλικούς, φρουρούς, ιππότες, υπηρέτες, συμβουλάτορες –προφανώς του Άγκραβέιν – να τρέχουν πέρα δώθε τρελοί και αλλοπαρμένοι. ‘Μα καλά, δεν είχε ξαναγίνει σεισμός στο Κάμελοτ;’αναρωτήθηκα. Αλλά και πάλι δεν πρόκειται για συνηθισμένο σεισμό, διόρθωσα τον εαυτό μου. Κάποιο ξόρκι είχε επικαλεστεί η Ελένα, ‘Σίγουρα!’
     Στράφηκα προς τον σερ Λεόν και πάλι. «Καταλαβαίνω, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείτε όμως. Παρακαλώ σηκωθείτε όρθιοι.»τους παρότρυνα χαμογελώντας. Κοίταξα και τους δυο προσεχτικά, έναν έναν. «Βάζω στοίχημα πως θα θέλετε να μάθετε που βρίσκονται οι ξαδέλφες μου, σωστά κύριοι;»μάντεψα αμέσως.
     Εκείνοι δίχως να αρθρώσουν λέξη –φαινόταν σαν να ντρέπονταν- μου έγνεψαν καταφατικά. Δεν έχασα το χαμόγελο μου ούτε στιγμή. Κατά κάποιον τρόπο το διασκέδαζα.
     «Η Ελένα αναπαύεται σερ Λεόν, λόγω του ότι εφάρμοσε κάποιο ξόρκι το οποίο και προκάλεσε τον σεισμό. Δεν το θεωρώ σωστό να την ενοχλήσεις, θα ήταν αγένεια.»
     «Είναι όμως καλά έτσι;»με ρώτησε γρήγορα εκείνος.
     «Μα φυσικά.» Ήλπιζα όπου και αν βρισκόταν να ήταν καλά. Ένα τέτοιο ξόρκι γνώριζα πολύ καλά πως θα την αποδυνάμωνε για αρκετή ώρα. «Απλά δεν θα ήταν πρέπον να της μιλήσεις τώρα, ίσως αργότερα.»πρόσθεσα σταυρώνοντας τα χέρια μου.
     «Η Μόργκαν;» Αυτή τη φορά η ματιά του σερ Πέρσιβαλ με κοίταξε έντονα και με θάρρος. Ένιωσα να παραλύω, αλλά μπορεί να ήταν και ιδέα μου.
     «Η ξαδέλφη μου έχει φύγει εδώ και πολλή ώρα απ’το Citadel  του Κάμελοτ ιππότη. Αμφιβάλλω αν θα βρίσκεται εντός των τειχών του κάστρου. Μπορεί να ένιωσε τον σεισμό αλλά πιθανόν να τον ένιωσε μακριά από εδώ. Μου έδωσε την εντύπωση πως θα πήγαινε βόλτα…»έγειρα το βλέμμα μου προς τα παράθυρα δίπλα μας, κοιτώντας τα πράσινα δέντρα που απλώνονταν πέρα απ’τα τείχη. «..στην εξοχή.»ολοκλήρωσα.
     «Πάω να την βρω.» Ήταν τα μοναδικά λόγια που ειπώθηκαν απ’τα χείλη του, πριν κάνει μια ελαφριά υπόκλιση και γείρει την πλάτη του σε μένα.
     «Σερ Πέρσιβαλ;!»τον φώναξα τρέχοντας ξοπίσω του. Εκείνος σταμάτησε στο άκουσμα του ονόματος του και έγειρε προς μένα. «Ήξερε πως θα την αναζητούσες γι αυτό και μου έδωσε ένα μήνυμα για σένα. Μείνε εδώ να την περιμένεις. Πέρσιβαλ…»έκανα μια παύση, προσπάθησα όμως να συνεχίσω για χάρη της ξαδέλφης μου, αν και για να είμαι ειλικρινής δεν μου άρεσε όλο αυτό. «Έχει περάσει πολλά. Η σκέψη και μόνο να χάσει και σένα ίσως την τρελάνει.» Άπλωσα το χέρι μου στο μπράτσο του, προσπαθώντας να τον σταματήσω, κοιτώντας τον παρακλητικά. Στην πραγματικότητα όμως δεν είχα ιδέα του τι έκανα και κυρίως τι μου συνέβαινε. «Θα είσαι ασφαλής εδώ, μείνε. Εκείνη ξέρει να φυλάγεται, θα γυρίσει πίσω σύντομα. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς.»


       

     
     Εκείνος πήρε τη παλάμη μου στα χέρια του, κι αφού υποκλίθηκε ξανά, προσφέροντας της ένα απαλό χειροφίλημα –το οποίο με έκανε να ριγήσω ολόκληρη χωρίς να καταλάβω το γιατί – σηκώθηκε όρθιος αντιμετωπίζοντας με, προφέροντας εκείνα τα λόγια που για κάποιον άγνωστο λόγο με πόνεσαν… πολύ.
     «Λαίδη Τζέιν θα’πρεπε να ξέρετε πως δεν μου έχει μείνει τίποτα πια για να χάσω, και πως δεν επιθυμώ πλέον να παραμείνω ασφαλής. Μόνο εκείνην… απ’την πρώτη στιγμή που βρέθηκε εδώ. Αν δεν ήμουν εγώ, τότε θα…» κόμπιασε για λίγο. Τον είδα να βασανίζεται με τις λέξεις. Έπιασα και τον άλλον του καρπό, θέλοντας έτσι να του δώσω κουράγιο να συνεχίσει. «Αποπειράθηκε να βάλει τέλος στη ζωή της. Δεν το ήθελα αυτό και το απέτρεψα απ’το να συμβεί. Αλλά τώρα ξέροντας πως είναι εκεί έξω μόνη της…»έσκυψε ξανά το κεφάλι του. «Σας παρακαλώ αφήστε με να πάω να την βρω.»
     Αμέσως κατάλαβα, Η Μόργκαν ένιωθε τύψεις λόγω των πράξεων, των φριχτών πραγμάτων που είχε προκαλέσει η πρόγονος της. Γι αυτό και πάνω στην τρέλα της πήγε να σκοτωθεί. Ευχαριστούσα από μέσα μου τον Θεό που ο Πέρσιβαλ ήταν κοντά της, γιατί όμως επιθυμούσα τόσο πολύ να είμαι εγώ στη θέση της; Δεν έβγαζε νόημα, ήταν όντως τρελό.
     «Λαίδη μου; Αισθάνεστε καλά;» Ο Σερ Λεόν μας είχε πλησιάσει και με είχε βγάλει ξαφνικά απ’τις σκέψεις μου. Δόξα το Θεό. Σκέφτηκα. Κοίταξα τον Πέρσιβαλ που περίμενε ανυπόμονος την απόκριση μου.
     «Μπορείς να πηγαίνεις.»πρόφερα σιγανά. απλώνοντας –χωρίς συναίσθηση ξανά- την παλάμη μου στο μάγουλο του. «Σε παρακαλώ κι εγώ όμως να προσέχεις.»
     «Σας δίνω τον λόγο μου.»είπε εκείνος.
     «Την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε χρησιμοποίησε τον ενικό.»του είπα γελώντας.
     «Εντάξει.» Φίλησε ξανά το χέρι μου, χαρίζοντας μου ένα χαμόγελο και έκανε να φύγει. «Σε ευχαριστώ.» Σε λίγο είχε χαθεί απ’τα μάτια μου στο βάθος του διαδρόμου. Έγειρα προς τον Λάιονελ. «Το ίδιο ισχύει και για σένα σερ Λεόν.»
     «Ότι πεις …λαίδη Τζέιν.»μίλησε εκείνος τελικά, κάπως αμήχανα.
     Σταύρωσα τα χέρια μου, αλλά ξαφνικά ένιωθα τόσο κρύα που γρήγορα έφερα τις παλάμες μου στα μπράτσα μου, τρίβοντας τα. ‘Τι στο καλό;’αναρωτιόμουν.
     «Τώρα ο μόνος τρόπος να μάθεις για ποιον λόγο έγινε αυτό το ξόρκι είναι να αναζητήσεις τον λόρδο Άγκραβέιν. Είμαι σίγουρη πως θα βρίσκεται με την Άννα αυτή τη στιγμή, θα του έχει εξηγήσει τα πάντα.»
     «Με την άδεια σου λοιπόν, λαίδη μου.» Τον είδα να κάνει μια ελαφριά υπόκλιση και να απομακρύνεται και εκείνος.
     Ξαφνικά ένιωσα τα γόνατα μου να λυγίζουν και τα χέρια μου να απλώνονται απότομα πάνω στον πέτρινο τοίχο, κάνοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια να κρατηθώ, πόσο μάλλον να σταθώ όρθια. Κι εκεί που νόμιζα πως θα σωριαζόμουν καταγής, ένιωσα δυο χέρια να με πιάνουν απ’τη μέση και να με παίρνουν αγκαλιά. Αυτόματα τύλιξα τα χέρια μου γύρω απ’το λαιμό εκείνου που με κρατούσε, ευχόμενη –πάλι χωρίς να είμαι σε θέση να δώσω μια λογική εξήγηση – να είναι ο Πέρσιβαλ. Αντί αυτού αισθάνθηκα μια άλλη φωνή να ψιθυρίζει κοντά στα αυτιά μου, άγνωστη σε μένα. Μπορεί να ήταν παρών στο συμβούλιο που είχε διεξαχθεί, ήταν φανερό πάντως πως σε όποιον ανήκε αυτή η φωνή, δεν είχε κάνει αισθητή την παρουσία του στην Στρογγυλή Τράπεζα το προηγούμενο βράδυ.


     
    «Λαίδη Τζέιν, μιλήστε μου… Νιώθετε καλά;»
     «Όχι.»ψιθύρισα σιγανά, φοβούμενη μήπως ήμουν άρρωστη. Αλλά ευτυχώς δεν πονούσα πουθενά, απλώς αισθανόμουν ρίγος. «Ποιος είναι;»ρώτησα ανοιγοκλείνοντας με κόπο τα μάτια μου. Το κεφάλι μου άθελα του, κούρνιασε πάνω σε ένα άλλο, προφανώς εκείνου που με κρατούσε.
     «Σερ Κάι, στις υπηρεσίες σας.»μου απάντησε εκείνος.
    «Ενικός.»παραπονέθηκα. Τα βλέφαρα μου δεν θα βαστούσαν για πολύ. Πάλι καλά που ο Κάι κατάλαβε γιατί είπε ύστερα από λίγο: «Πως θα μπορούσα να σου φανώ χρήσιμος;»
     «Είμαι κουρασμένη.»μουρμούρισα. Έκανα να τον κοιτάξω αλλά η θολή μου όραση, λόγω έλλειψης ύπνου εδώ και πολλές ώρες, δεν με βοηθούσε καθόλου. «Απλώς θα ήθελα να κοιμηθώ, τίποτα άλλο. Μπορείς να με πας μέχρι το δωμάτιο μου σε παρακαλώ;» Το μέτωπο μου κόλλησε ξανά πάνω στο δικό του. Ήθελα να ζητήσω συγγνώμη αλλά αυτή τη στιγμή μου ήταν αδύνατον να αρχίσω να απολογούμαι.
     «Όπως επιθυμείς λαίδη μου.»μου αποκρίθηκε ο Κάι.
     Ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη μου, τύλιξα πιο σφιχτά τα χέρια μου γύρω απ’το λαιμό του Κάι, κολλώντας την ίδια στιγμή πάνω του, προσποιούμενη πως ήταν ο Πέρσιβαλ. Ενώ εκείνος άνοιξε την πόρτα με το ένα του χέρι, προσέχοντας την ίδια ώρα να μην πέσω απ’την αγκαλιά του, με οδήγησε μέχρι την κλίνη όπου και με απέθεσε μαλακά πάνω σε αυτήν. Ένιωσα ένα απαλό κάλυμμα να με σκεπάζει.
     «Ευχαριστώ.»ψιθύρισα ανοίγοντας για λίγο τα βλέφαρα μου για να αντικρίσω τον ‘δήθεν’ σωτήρα μου.
     «Παρακαλώ λαίδη μου, ξεκουράσου. Φαίνεται πως το έχεις ανάγκη.»μίλησε εκείνος και τότε μπόρεσα να τον διακρίνω καλύτερα.
     Σκούρα μπλε μάτια με κοιτούσαν έντονα, όμορφα μάτια, σκέφτηκα. Ένα θεληματικό πηγούνι με ένα λακάκι στη μέση του, να το καλύπτουν τα κατάμαυρα αραιά του γένια γύρω γύρω. Ήταν μελαχρινός και μου χαμογελούσε. Έκλεισα πάλι τα μάτια μου.
     «Δεν λες τίποτα.»σχολίασα, ήταν το μόνο που μπορούσα να πω εκείνη τη στιγμή, καθώς χασμουριόμουν.
     Άκουσα το σιγανό του γέλιο από πολύ κοντά. Θυμήθηκα πως ήταν γονατισμένος δίπλα μου. Γιατί άραγε;


     
     «Με όλο το σεβασμό, λαίδη Τζέιν αλλά πιστεύω πως το καλύτερο θα ήταν να μείνω εδώ και να σε προσέχω μέχρι να ξυπνήσεις ή να έρθει κάποια απ’τις ξαδέλφες σου.»μίλησε ξανά ο Κάι.
     «Ναι, θα ήταν το καλύτερο…» Χασμουρήθηκα πάλι, αυτή τη φορά φέρνοντας το χέρι μου μπροστά στα χείλη μου, θέλοντας να φανώ κάπως ευγενική. Υποτίθεται.
      «Όνειρα γλυκά λαίδη μου.»είπε ο Κάι γελώντας ξανά χαμηλόφωνα, νιώθοντας και πάλι εκείνο το γλυκό ψίθυρο στα αυτιά μου.
      Ήταν ιδέα μου ή αισθανόμουν και ένα απαλό χάδι πάνω στις ξανθιές μπούκλες των μαλλιών μου. Δεν είχα  χρόνο να το επεξεργαστώ πλέον, βρισκόμουν ήδη χαμένη στον κόσμο των ονείρων, όπως είχε πει και ο ιππότης πριν από λίγο.


    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:48 pm, 2 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Τετ Απρ 23, 2014 12:01 am

    The Darkling Woods, 7 June 496 A.D., Morgan's Pov {11th scene}

     Περιπλανιόμουν εδώ και αρκετή ώρα μέσα στα δάση. Κάθε τόσο γυρνούσα το βλέμμα μου πίσω για να υπολογίσω πόσο μακριά βρισκόμουν απ΄τα σύνορα της πόλης. Υπήρξαν και φορές που προσπάθησα να εξαϋλωθώ μέσω των δυνάμεων μου, χρησιμοποιώντας την φωτιά για να βρεθώ όσο πιο μακριά γινόταν, όπως ήταν ο αρχικός μου σκοπός. Αλλά τρεις φορές ήταν αρκετές για να με αποδυναμώσουν και να χάσω την ισορροπία μου με αποτέλεσμα να μην μπορώ να αναπνεύσω. Κοντοστάθηκα λαχανιασμένη στον κορμό ενός δέντρου έως ότου μπορούσα να ανασάνω και πάλι κανονικά και συνέχισα πεζή, σίγουρη πως θα έβρισκα κάποιο κατάλληλο μέρος για το δύσκολο εγχείρημα μου. Ή αλλιώς πείραμα θα μπορούσε να το πει κανείς.
     Κατά την διάρκεια της αναζήτησης μου δεν μπόρεσα να αγνοήσω το ισχυρό κούνημα που ένιωσα, την γη να τρέμει κάτω απ'τα πόδια μου. Γύρισα ξανά προς τα πίσω για να αντικρίσω το παλάτι, την Καστρόπολη, το Citadel που δέσποζε μεγαλόπρεπα μπροστά μου, απ'τις βουνοπλαγιές στις οποίες βρισκόμουν αλλά μίλια μακριά πλέον. Σημάδι ότι είχε πετύχει κατά το ήμισυ το σχέδιο που είχα στο μυαλό μου. Ο νους μου πέταξε αμέσως στην Ελένα και στις ιδιότητες τις οποίες και κατείχε. Μόνο εκείνη θα μπορούσε να προξενήσει κάτι τέτοιο, η Γη ήταν το φυσικό της στοιχείο. Ήξερε πως να το χειρίζεται, αλλά φαινόταν πως και εκείνη - όπως και οι υπόλοιπες στην οικογένεια - όταν έφτανε στα άκρα, αυτό μπορούσε να αποβεί μοιραίο για την ζωή της. Έγειρα ξανά την ματιά μου ευθεία μπροστά και συνέχισα τον δρόμο μου, χωρίς να παιδεύω το μυαλό μου σκεφτόμενη την μαγεία της αδελφής μου. Σίγουρα κάποιος λόγος θα υπήρχε για να επικαλεστεί ένα τέτοιο πανίσχυρο και δύσκολο ξόρκι, υπέθεσα, οπότε και δεν έδωσα περισσότερη σημασία.
     Φτάνοντας επιτέλους σε ένα ξέφωτο αναστέναξα ανακουφισμένη. Μια - όχι και τόσο μικρή - κοιλάδα απλωνόταν μπροστά στα μάτια μου, εντός του δάσους. 'Ότι πρέπει για την τρελή ιδέα που είχε σκαρφιστεί το κεφαλάκι μου.'μουρμούρισα αρχίζοντας να εξετάζω το χώρο προσεχτικά. Όταν βεβαιώθηκα ότι το μέρος ήταν κατάλληλο, άρχισα να κάνω ανήσυχους γύρους με τα χέρια πλεγμένα μέσα στο ξέφωτο μουρμουρίζοντας, σιγοψιθυρίζοντας διάφορα. 'Δεν θα έρθει, σίγουρα δεν θα έρθει...'έλεγα και ξανάλεγα από μέσα μου. Όχι μόνο αυτό αλλά πως θα τον καλούσα; Ή τι θα του έλεγα; Πως θα του μιλούσα; Δεν ήξερα καν την αρχαία γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο Μέρλιν. Την είχα ακούσει μόνο έτσι όπως είχε ειπωθεί μέσα απ'τα οράματα μου. 'Τα οράματα μου;..'σκέφτηκα για μια στιγμή καθώς το επεξεργαζόμουν. Αυτό είναι! Φώναξα από μέσα μου και χωρίς πισωγυρίσματα και αναστολές - ήμουν ικανή να τα παίξω όλα για όλα - έκλεισα τα μάτια μου, χαλάρωσα, συγκεντρώθηκα και προσπάθησα να ονειρευτώ - ή μάλλον να οραματιστώ ξανά - τις στιγμές του Μέρλιν με τον Kilgharrah στο παρελθόν. 'Χριστούλη μου κάνε να είναι ζωντανός ακόμα.'παρακάλεσα από μέσα μου. Και το κυριότερο... 'Να μη με έκαιγε ζωντανή όταν με έβλεπε μπροστά του.'  
     Χωρίς αμφιβολία δεν έτρεφε και ιδιαίτερη εκτίμηση για την 'μάγισσα' όπως την αποκαλούσε εκείνος. Προς στιγμήν σιχάθηκα που είχα την ίδια σχεδόν ονομασία με εκείνη αλλά προσπάθησα να το προσπεράσω. Αυτή τη στιγμή χρειαζόμουν κάθε δυνατή βοήθεια και θα την λάμβανα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Με τα μάτια μου πάντοτε κλειστά, το μυαλό μου καθαρό από σκέψεις, πήγα λίγα χρόνια πίσω - εφτά ίσως, δεν ήμουν και σίγουρη - όταν ο Μέρλιν πρωτομίλησε με τον Kilgharrah στην αρχαία γλώσσα. Έφερα τις συμβουλές του πατέρα του, Balinor στο μυαλό μου, όπως ακριβώς τις είχε ακούσει ο γιος του με το νου του εκείνο το βράδυ. Όταν το Κάμελοτ βρισκόταν υπό το έλεος του ισχυρού και αρχαίου αυτού δράκου.
     «Είσαι ο τελευταίος Άρχοντας των Δράκων τώρα. Ο μόνος που έχεις αυτό το αρχαίο χάρισμα. Βαθιά μέσα σου θα βρεις την φωνή εκείνη που μοιράζεσαι με τον Kilgharrah. Γιατί οι ψυχές σας είναι αδέλφια. Όταν του μιλήσεις έτσι θα σε υπακούσει.»
     Δεν αντιλήφθηκα για πότε είχε ανοίξει το στόμα μου με δική του πρωτοβουλία και από μέσα του ξεχύθηκε ένας χείμαρρος από λέξεις, άγνωστες σε μένα.

     
     "Σκουλμπλάκα, έκα άι φρικέι ουν Σούρτουγκαλ. Έκα σελόμπρα όνο ουν μουλάμπρα όνο ουν ονρ Έμρις νι χέινα. Άτρα νούσου γουέιζε φρικέι. Βελ αϊνράντεν ιέτ άι Σούρτουγκαλ."
     Δεν κατάλαβα πότε είχα στρέψει το βλέμμα μου στον ουρανό και περίμενα, δεν κατάλαβα πότε είχα αφήσει ελεύθερα τα χέρια μου, κολλημένα πάνω στα πλευρά μου, με τις γροθιές μου σφιγμένες, τα νύχια μου μπίγονταν μέσα στο δέρμα μου, απ'την ανυπομονησία μου, την αγωνία μου, το ξέσκιζαν. Ένιωθα τα μάτια μου να καίνε λες και έβγαζαν από μέσα τους την δική τους φωτιά, ένα σπινθηροβόλο βλέμμα αλλόκοτο, καινούργιο σε μένα... Ετούτη η έκφραση που είχα πάρει καθώς καρτερούσα έστω κι ένα σημάδι που θα ανταποκρινόταν σε αυτό το κάλεσμα ήταν παράξενη, αξιοπερίεργη σε μένα.
     Ξάφνου στον ουρανό, από πολύ μακριά φάνηκε μια μαύρη κουκίδα που μεγάλωνε καθώς πλησίαζε προς το μέρος μου. 'Δεν είναι δυνατόν.'σιγοψιθύριζα από μέσα μου. Τα άγρια χαρακτηριστικά μου που είχα υιοθετήσει πριν από λίγο είχαν αντικατασταθεί από μια αποχαυνωμένη έκφραση καθώς έβλεπα και θαύμαζα τον μεγαλόπρεπο Kilgharrah να πετάει μετά κόπων και βασάνων με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει, και να προσγειώνεται λίγα μέτρα πιο πέρα απ'το σημείο που στεκόμουν εγώ. Όταν πλέον βρήκε ήπιο και ασφαλές το έδαφος, στάθηκε στα πισινά και μπροστινά του πόδια και άρχισε να με παρατηρεί με ενδιαφέρον; Θα σας γελάσω. Εγώ απ'την μεριά μου είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό, δεν μπορούσα να αρθρώσω καμία λέξη, ένιωθα σαν να είχα πιει το αμίλητο νερό. Φαίνεται ότι ο Μεγάλος Δράκος το πρόσεξε αυτό γι αυτό και 'θέλησε' να με βγάλει απ'την σύγχυση στην οποία βρισκόμουν.



     "Κθέβα Σίρθ, Άτρα εστέρνι όνο θέλντουιν, Μορράναρ λίφα ούνιν χιάρτα όνερ, Ουν ντου εβαρίνυα όνο βάρντα... Μόργκαν. Άτρα νόζου γουέιζε βάρντο φρα ελτ χόρνυα."είπε εκείνος κουνώντας για λίγο τα τεράστια/πελώρια φτερά του, προφανώς για να ξεμουδιάσει.
     Άνοιξα το στόμα μου ξανά, αλλά μετά λύπης μου κανένας ήχος δεν έβγαινε από μέσα μου. Αισθάνθηκα και πάλι ντροπή για το πρόσωπο μου, το όνομα μου, αναλύθηκα σε δάκρυα μην μπορώντας να πάρω το βλέμμα μου απ'τον Κιλγκάρα. Δίχως όμως την ίδια ώρα να ξέρω τι να του πω. Πως να τον αντιμετωπίσω. Το βλέμμα μου όμως ήταν σαν τον παρακαλούσε, για βοήθεια, για λύτρωση, δεν ξέρω. Τα είχα χαμένα, δεν ήξερα πως να χειριστώ την κατάσταση.
     "Σε πιστεύω νεαρή μου, Ο λόγος σου για μένα είναι αρκετός και ας μην το συμμερίζεσαι για την ώρα.  Επίσης θα ήθελα να σου εκφράσω την ευχαρίστηση μου που με κάλεσες, είναι τιμή μου να σε υπηρετώ, όπως και τον νεαρό μάγο φυσικά που ανέφερες. Τον Μέρλιν."μίλησε ξανά εκείνος κάνοντας με να νιώσω περισσότερη ντροπή για τα λόγια του, δεν μου άξιζαν.
     Το θέμα όμως δεν ήταν αυτό αλλά... "Πως μπορώ και μιλάω την αρχαία γλώσσα των δράκων;"ψέλισσα με δάκρυα στα μάτια, κοιτώντας τον ευθεία μέσα στα χρυσαφένια του μάτια, με όσο θάρρος διέθετα εκείνη την στιγμή, εκφράζοντας έτσι την απορία μου.
     "Αυτό νεαρή μου ομολογώ πως παραμένει ένα άλυτο μυστήριο, ένα ανεξήγητο ερώτημα ακόμα και για μένα."μου αποκρίθηκε ο Κιλγκάρα.
     "Δεν... δεν καταλαβαίνω. Γιατί μου φέρεσαι με αυτόν τον τρόπο; Γιατί δεν προσπαθείς να με σκοτώσεις;" Η αλήθεια είναι πως θα έσκαγα αν δεν μάθαινα.
     "Για ποιο λόγο να το κάνω αυτό Γκάρτζλα;"μου απήυθυνε τον λόγο αυτή τη φορά ήρεμα  ο Κιλγκάρα.
     Τα μάγουλα μου κοκκίνισαν στη στιγμή ερμηνεύοντας την τελευταία λέξη που είχε χρησιμοποιήσει. Ήταν φανερό πως γνώριζε για τις δυνάμεις μου αλλά πως; Από ποιον;
     "Αφού φέρω τη μορφή... εκείνης. Μοιάζω με εκείνη, προξένησα μεγάλο κακό Κιλγκάρα και δεν μπορείς να μου το αρνηθείς. Όπως είχες πει πολλά χρόνια στο παρελθόν, τούτη η Σίρθ, - έπρεπε να είχε αφήσει τα εγκόσμια προ πολλού - μάγισσα όπως την αποκαλείς, - ούτε εγώ είμαι σε θέση να προφέρω το όνομα της - επαναστάτησε και πήγε ενάντια στον άρχοντα αυτού του βασιλείου, ενός βασιλιά που τυχαίνει να ήταν αδελφός της. Πως πρέπει να νιώθω εγώ μετά από κάτι τέτοιο, βρισκόμενη σε αυτόν τον τόπο και χρόνο; Και πως μπορείς εσύ να μου μιλάς και να μου απευθύνεσαι κατά αυτόν τον τρόπο;"
     "Μόργκαν." Ήταν η δεύτερη φορά που πρόφερε το όνομα μου, ένιωσα ξανά αηδία. Ευχόμουν απ'τα βάθη της καρδιάς μου να με ονόμαζαν αλλιώς. "Γνωρίζεις πολύ καλά τον λόγο για τον οποίο βρίσκεσαι εδώ, όπως κι εγώ και δεν χρειάζεται να σου πω πως δεν έχεις καμία σχέση - πέραν ίσως μόνο της εμφανήσεως - με την 'Μάγισσα' όπως συνήθιζα να την λέω όπως πολύ σωστά ανέφερες." Ήταν ιδέα μου ή είδα να εμφανίζεται ένα αχνό χαμόγελο στο στόμα του Δράκου;
     "Γνωρίζεις; Μα πως γίνεται να..;"
     "Εδώ και μήνες αφότου χάθηκε ο Αρθούρος, πριν από ένα χρόνο περίπου ο Μέλριν δεν έκανε τίποτα άλλο απ'το να με ενημερώνει για τα οράματα και τα όνειρα που έβλεπε κάθε νύχτα. "με διέκοψε καθησυχάζοντας με και συνέχισε χωρίς να χάνει καιρό. "Και επίτρεψε μου να σου υπενθυμίσω πως λόγω του Γιάουι που υπάρχει μεταξύ μας, ήμουν σε θέση να δω κι εγώ αυτά τα οράματα μέσα από εκείνον. Έτσι μοιραζόταν καθημερινά τους φόβους και τις ανησυχίες του μαζί μου, καθώς επίσης και με τον κυβερνήτη και τους ιππότες του Κάμελοτ, οι οποίοι ευτυχώς γνωρίζουν ήδη για την ύπαρξη της μαγείας."
     "Θες να πεις πως... πως... ήξερες πως ήμασταν εμφανησιακά;"τον ρώτησα δισταχτικά.
     "Ότι σύμφωνα με μια καινούργια προφητεία τέσσερις νεαρές Σίρθ θα γυρίσουν απ'το μακρινό μέλλον πίσω στο παρελθόν με σκοπό να σώσουν τον βασιλιά Αρθούρο και τους ιππότες του, εκ των οποίων οι δυο απ'αυτές θα φέρουν την μορφή της μοναδικής, αληθινής και πραγματικής βασίλισσας του Κάμελοτ, της Γουίνεβιρ και τη μορφή της τελευταίας ιέρειας/μάγισσας της οποίας η μανία της μετατράπηκε σε βροχή και έπεσε απ'τους ουρανούς, της Μοργκάνα λε Φεύ...;! Μα και βέβαια αγαπητή μου, είμαι ενήμερος, φυσικά και το γνωρίζω."
     Ξίνισα την μούρη μου ακούγοντας ολοκληρομένο τον τίτλο που έφερνε αυτή η οχιά, και ευχήθηκα να γύρναγα τον χρόνο πίσω όσο το δυνατόν νωρίτερα για να την εξολοθρεύσω εγώ με τα ίδια μου τα χέρια.
     "Κιλγκάρα;"πρόφερα αβέβαιη το όνομα του, απλώς ήθελα κάποιος να με καθησυχάσει αν κι η ψυχή μου δεν θα ηρεμούσε τόσο εύκολα. "Πως καταλαβαίνεις πως εγώ δεν είμαι σαν εκείνη;"


     
     "Νεαρή μου για μας τους Δράκους, αλλά και για οποιαδήποτε άλλο μαγικό ον, ανθρώπινο ή ζωώδες, καλό ή κακό, εσείς ανάλογα με τις δυνάμεις που κατέχετε, αποτελείτε Άστρα, Αστέρια σε αυτόν τον ιερό τόπο. Δεν ξέρω στο μέλλον ποια είναι η ανάλογη ονομασία σας αλλά εδώ φέρετε τον τίτλο Σβίτ-Κόνα."
     "Είμαστε ξωτικά;!"αναρωτήθηκα γουρλώνοντας τα μάτια μου.
     "Αν είχατε γεννηθεί σε αυτόν τον τόπο και χρόνο ναι. Δεν θα ζούσατε ανάμεσα στους ανθρώπους, ο δεσμός μεταξύ ανθρώπου και ξωτικού είναι απαγορευμένος. Κατά καιρούς να υπήρξαν κάποιες εξαιρέσεις, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την αγάπη ή τον έρωτα αλλά οι περισσότερες απ'αυτές δεν είχαν καλό ή ευτυχισμένο τέλος. Ίσως αυτό να εξηγεί και τον λόγο που είσαι θέση να καταλαβαίνεις την γλώσσα μας."ολοκλήρωσε ο Κιλγκάρα.
     "Στάσου μισό λεπτό..." Το σίγουρο ήταν πως μου είχε στρίψει. Μήπως αυτό εξηγούσε το γεγονός ότι η μισή Στρογγυλή Τράπεζα είχε ξετρελαθεί μαζί μας; αναρωτήθηκα. Αλλά πως στα κομμάτια γινόταν αυτό; Αφού κανονικά ήμασταν άνθρωποι που να πάρει ευχή! "Όταν εννοείς ξωτικά δεν εννοείς εκείνες τις μικρές νεραϊδούλες που κολυμπούν πάνω απ'τις λιμνούλες όπως στα παραμύθια;"εξέφρασα την σκέψη μου, σίγουρη πως ο Κιλγκάρα θα με περνούσε για τρελή, αλλά εκείνος μου απάντησε με απόλυτο φυσικό τρόπο εξηγώντας μου.
     "Τα ξωτικά αγαπητή μου, φέρουν το ίδιο ακριβώς μέγεθος με τους ανθρώπους εκτός μόνο απ'την ακοή τους λόγω τον μυτερών αυτιών τους." Ακολούθησε μια σύντομη παύση στην διάρκεια της οποία άφησα έναν κουρασμένο αναστεναγμό. "Ζουν σε ναούς καλά κρυμμένους απ'το ανθρώπινο μάτι - εκείνοι αποφασίζουν για το αν θα φανερωθούν ή όχι - στο Ντου Γκουελντεβάρντεν."
     "Παρακαλώ;" Το τελευταίο δεν το είχα 'πιάσει'.
     "Προστατευμένο Δάσος."μου εξήγησε ο Μεγάλος Δράκος.
     "Θεέ και Κύριε ... έχω παγιδευτεί άθελα μου στον 'Άρχοντα των Δαχτυλιδιών!'"αναφώνησα πιάνοντας την ίδια ώρα τα μαλλιά μου, θέλοντας να τα τραβήξω ή και να τα ξεριζώσω, δεν ήμουν σίγουρη ούτε γι αυτό.
     Ο Κιλγκάρα μου έριξε μια περίεργη και ταυτόχρονα ανήσυχη ματιά. "Μην δίνεις σημασία, κρίση πανικού. Συνέχισε ... γιατί λεγόμαστε εεε... λέγονται τα Ξωτικά αυτά Άστρα ή αλλιώς Αστέρια;"
     "Κατέχουν μαγικές δυνάμεις, ισχυρές. Τώρα αν συγκρίνουμε τους απλούς μάγους με τα ξωτικά θα έλεγα πως υπερτερούν οι πρώτοι..."
     "Κι ο Μέρλιν;"πετάχτηκα θέλοντας να μάθω.
     "Ο νεαρός Έμρυς Μόργκαν ξεπερνά κάθε προσδοκία ανθρώπινου ή οποιαδήποτε άλλου μαγικού είδους. Μην ξεχνάς πως - σύμφωνα με τον πατέρα του - αποτελεί τον υιό της Γης, της Θάλασσας και του Ουρανού, Είναι ο μοναδικός πανίσχυρος μάγος που έζησε ποτέ στην εποχή του."
     "Κατάλαβα μοναδική εξαίρεση και αξεπέραστος. Δεν συγκρίνεται με εμάς."σχολίασα. Που να'ξερε ο Κιλγκάρα τι εστί "Μέρλιν" στο μέλλον;
     "Αυτό θα εξαρτηθεί απ'το πως θα εξελιχθεί η αποστολή που έχετε να φέρετε εις πέρας. Μπορεί να αποδειχτεί ότι προέρχεστε... "
     "Απ'την ίδια 'πάστα'!"πετάχτηκα ξανά ολοκληρώνοντας την φράση του.
     "Δεν θα το έθετα ακριβώς έτσι αλλά ναι, έχεις δίκιο."συμφώνησε ο Μεγάλος Δράκος.
     "Μα πως; Αφού είμαστε ξωτικά εδώ κανονικά.."
     "Μόργκαν προέρχεσαι άπ'το μέλλον και έχεις ανθρώπινη μορφή επομένως."με διόρθωσε εκείνος.
     "Σωστά, έχεις δίκιο."χαμήλωσα το βλέμμα μου προς το χορτάρι παίζοντας αδέξια με τον βαθυκόκκινο μανδύα μου. "Λοιπόν...;"τον προέτρεψα να συνεχίσει.
     "Ανάλογα λοιπόν με τις δυνάμεις σας, για παράδειγμα εσύ είσαι χρήστης της φωτιάς, απ'όσο μπορώ να καταλάβω, στοιχείο σημαντικό για ένα δράκο αλλά και για ένα ξωτικό της τάξης σου. Γι αυτό και καταλαβαίνεις την γλώσσα μας. Για εμάς φέρεις την ονομασία Γκάρτζλα που συμβολίζει το Φως ή Έιντέϊλ που είναι το αστέρι της αυγής όπου βγαίνει ο Ήλιος και φωτίζει τον κόσμο."
     "Οι αδελφές μου συμβολίζουν τα υπόλοιπα στοιχεία της φύσης."βιάστηκα να τον ενημερώσω.
     "Άρα έχουμε το Ντελόι που συμβολίζει το Άστρο της Γης, το Αντούρνα που σημαίνει Άστέρι του Νερού, και το Βιντρ που συμβολίζει το Άστρο του Αέρα."
     "Θες να μου πεις πως.."ξεφύσηξα στενάχωρα για άλλη μια φορά. "Ο μοναδικός λόγος που δεν συγκρίνομαι με την Μοργκάνα είναι επειδή εκείνη ήταν άνθρωπος κι εγώ αν είχα γεννηθεί εδώ θα ήμουν ξωτικό;!"μίλησα αγανακτισμένη.
     "Αυτό που προσπαθώ να σου εξηγήσω είναι πως η θωριά σου, τα αγνά σου αισθήματα, ο ρόλος σου, ο σκοπός σου εδώ στο Κάμελοτ είναι εντελώς διαφορετικά από εκείνα που έτρεφε η 'Μάγισσα'. Εξάλλου άλλη μια μεγάλη διαφορά είναι η θέα των ματιών σου σε σύγκριση με τα δικά της. Είμαι σίγουρος πως θα το έχεις παρατηρήσει κι εσύ."είπε ο Κιλγκάρα.
     "Τα μάτια μου..;"ψιθύρισα ψηλαφίζοντας την ίδια ώρα τα ματόκλαδα μου. Φέρνοντας στο μυαλό μου τα λόγια που μου είχε πει ο Πέρσιβαλ προτού μου χαρίσει το δεύτερο φιλί του. "Άσε με να κοιτάξω τα μάτια σου, να χαθώ, να βυθιστώ μέσα τους... Κάθε φορά που τα κοιτώ ξέρω πως είσαι εσύ, κι όχι εκείνη. Ξέρω πως όλο αυτό είναι αληθινό, ότι είσαι επιτέλους πραγματικά εδώ."είχε πει. 'Καλέ μου, αγαπημένε μου Πέρσιβαλ,'συλλογιζόμουν. Εκείνος είχε δει κάτι που εγώ ακόμα και τώρα αδυνατούσα να αντικρίσω. Πιο πολύ το φοβόμουν αλλά δεν έπρεπε να το αφήσω να με τρομοκρατεί, δεν έπρεπε να το αφήσω να με νικήσει.
     "Εξάλλου δεν είμαι τόσο κουτός ή χαζός για να μην καταλαβαίνω τις πραγματικές σου προθέσεις Μόργκαν."μίλησε ο Κιλγκάρα βγάζοντας με απότομα απ'τις σκέψεις μου. Δεν έχασα καιρό αυτή τη φορά.
     "Σκουλμπλάκα, όταν γυρίσω πίσω στο παρελθόν ξανά για να σώσω τον βασιλιά - φαντάζομαι θα γνωρίζεις ήδη γι αυτό - θα ...θα χρειαστώ την βοήθεια σου. Αλλά..."


     
     "Πριν με καλέσεις εσύ μίλησα με τον Μέρλιν μέσω του δεσμού μας. Μια απ'τις αδελφές σου έστειλε ένα σημείωμα πίσω για να τον προειδοποιήσει."μου εξήγησε ο Μεγάλος Δράκος. Έμεινα να τον κοιτώ έκπληκτη. 'Ο σεισμός.'σκέφτηκα. "Εάν το γράμμα έχει φτάσει στα χέρια του νεαρού Έμρυς, τότε να είσαι σίγουρη πως εκείνος θα μιλήσει αμέσως σε μένα. Οπότε το λιγότερο που θα μπορούσα να κάνω είναι να σου προσφέρω τις υπηρεσίες μου. Ποτέ δεν θα σε εγκατέλειπα αγαπητό μου παιδί, ούτε εσένα ή τους όμοιους σου, και φυσικά ούτε τον Μέρλιν."
     "Κιλγκάρα..."δεν ήξερα πως θα ακουστεί αυτό, αλλά πριν τον ευχαριστήσω έπρεπε να το πω κι αυτό. "Θα χρειαστώ και τη δική σου βοήθεια αλλά και.. και της Αιθούσα."κατέληξα.
     Ο Μεγάλος , Πανίσχυρος δράκος μου έριξε μια αυστηρή, διερευνητική ματιά.
     "Ξέρω τι σκέφτεσαι, σε καταλαβαίνω,- μέσα απ'τα οράματα μου πίστεψε με, καλύτερα κι απ'τον καθένα - αλλά πιστεύω πως ίσως μπορέσω να έρθω με κάποιο τρόπο σε επαφή μαζί της. Να της μιλήσω, να την κάνω να με καταλάβει, κι εγώ εκείνη."θέλησα να τον προλάβω.
     "Ο Μέρλιν δεν το κατάφερε ποτέ και τελικά την εξόρισε απ'αυτήν την Γη."είπε ο Κιλγκάρα.
     "Ναι αλλά όταν γυρίσω πίσω, την εποχή εκείνη..."
     "Θα βρίσκεται εδώ."ολοκλήρωσε εκείνος. "Θα σε περάσει για την Μοργκάνα, αλλά το θεωρώ απίθανο να φανεί η Αιθούσα τόσο ανόητη."
     "Άφησε με μόνο να κάνω μια προσπάθεια."είπα κοιτώντας τον πάντα παρακλητικά.
     "Δεν εξαρτάται από μένα νεαρή μου. Δεν ορίζω εγώ τις πράξεις σας, τον τρόπο που σκέφτεστε και δράτε. Το'χω πει κι στον Μέρλιν αυτό. Από εσάς καθορίζονται οι ενέργειες σας. Κάντε ότι θεωρείτε καλύτερο. Δεν έχω πρόβλημα να συνεργαστώ μαζί της. Αλλά αν βλάψει κάποιον από εσάς ή τον ίδιο τον Έμρυς δεν θα διστάσω να της επιτεθώ και να την σκοτώσω."
     "Εφόσον εγώ και ο Μέρλιν γνωρίζουμε την αρχαία γλώσσα θα είμαστε σε θέση να την καθυποτάξουμε,δεν συμφωνείς;"του υπενθύμισα.
     "Έστω."πρόφερε σιγανά εκείνος. "Και πως θα σε βοηθήσω στο παρελθόν, πως θα μπορούσα να σου προσφέρω τις υπηρεσίες μου;"
     "Σε τι θα ωφελήσει να σου εξηγήσω εφόσον θα το μάθεις τότε;"τον ρώτησα με περίεργο ύφος.
     "Για να ζητάω να μάθω κάποιο λόγο θα έχω νεαρή μου."
     "Δηλαδή;"τον τσίγκλισα περισσότερο.
     "Θα προτιμούσα αυτό να μείνει μεταξύ εμού και μόνο. Είναι καθαρά προσωπικό μου θέμα, δεν θέλω να το μοιραστώ με κανέναν εκτός απ'τον εαυτό μου." Μου χαμογέλασε αχνά και ανταπέδωσα στο χαμόγελο του , εξηγώντας του τον λόγο που τον χρειαζόμουν.
     Ενώ του μιλούσα για το σχέδιο μου εκείνος με παρατηρούσε όπως και την πρώτη στιγμή που με αντίκρισε, με ενδιαφέρον και για λίγο αυτό μου έκανε εντύπωση. Ύστερα από πολλή ώρα είχα γονατίσει και καθόμουν σταυροπόδι πάνω στο γρασίδι ενώ εκείνος είχε πάρει την χαρακτηριστική στάση ενός σκύλου, καθώς είχε βολευτεί στα τέσσερα του πόδια. Μόνο που εδώ δεν είχα να κάνω με σκύλο. Ο συνομιλητής μου ήταν ένας δράκος!
     "Ουφ! Αυτά εν ολίγης."αναφώνησα ολοκληρώνοντας και εξηγώντας του το σχέδιο μου επιτέλους.
     "Ξέρεις πως θα το χαρακτήριζα το σχέδιο σου καλή μου; 'Καθαρή Αυτοκτονία'!"είπε εκείνος με χάρη. "Νεαρή μου γιατί θέλεις να το κάνεις αυτό; Είμαι σίγουρος πως κάποια στιγμή, όταν τελειώσουν όλα αυτά, θα θελήσεις να γυρίσεις στο μέλλον και να συνεχίσεις την ζωή σου. Πως θα γίνει αυτό αν πλέον δεν είσαι εν ζωή;"
     "Ίσως και να μου αξίζει, ύστερα απ'το χάος που δημιούργησε η πρόγονος μου.."μουρμούρισα απηυδισμένη για άλλη μια φορά. Είδα τον Κιλγκάρα για άλλη μια φορά να με κοιτά με εκείνο το διερευνητικό βλέμμα, σίγουρα θα με περνούσε για τρελή. "Ώχου, Κιλγκάρα δεν ξέρω τι να σου πω, απλώς στα δικά μου τα μάτια δεν το βλέπω σαν αυτοκτονία, αλλά ώς μια πράξη εξιλέωσης, λύτρωσης για το κακό που έκανε η Μοργκάνα."
     "Μα το κακό δεν το προξένησες εσύ, αλλά εκείνη."μίλησε πολύ σωστά εκείνος.
     "Ναι αλλά... "είχα στερέψει από δικαιολογίες και ιδέες, και εν πάσι περιπτώσει δεν ήθελα να εξομολογούμαι σε έναν δράκο, Σε έναν Παπά ίσως, όχι σε δράκο! Σηκώθηκα απότομα όρθια, σταυρώνοντας τα χέρια μου, γυρνώντας του την πλάτη. Δεν ήθελα να του φέρομαι έτσι αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. "Θα με βοηθήσεις ναι ή όχι; Αλλιώς θα αναγκαστώ να το κάνω μόνη μου, και να μην αμφιβάλλεις για αυτό Μεγάλε Δράκε."
     "Σου επαναλαμβάνω αγαπητή μου ότι θα σε υπηρετώ όσο ακόμα έχω το σθένος γι αυτό. Οπότε δεν χρειάζεται να αμφιβάλλεις ούτε για μένα." Τον ένιωσα να ανασηκώνεται και γύρισα προς το μέρος του. Φαινόταν σαν να ετοιμαζόταν να φύγει. "Αχ... Δεν είμαι καλός σε θέματα καρδιάς, δεν γνωρίζω απ'αυτά αλλά ότι κι αν έχει συμβεί στο μέλλον Μόργκαν, δεν σου αξίζει κάτι τέτοιο. Μην θέτεις την ζωή σου σε κίνδυνο για πράγματα που θεωρείς πως είσαι υπεύθυνη γι αυτά ενώ στην πραγματικότητα δεν επεδίωξες ποτέ την υλοποίηση τους, ή δεν ήξερες γ αυτά. Μην αυτομαστιγώνεσαι. Δεν είναι δικό σου το φταίξιμο."
     "Σε ευχαριστώ Κιλγκάρα. Σε ευχαριστώ."επανέλαβα χαμογελώντας του. Ήταν το μόνο που μπορούσα να του πω, δεν ήξερα τι άλλο να προσθέσω εδώ που είχα φτάσει.
     "Λοιπόν Έιντεϊλ αν και θα το ήθελα πολύ να μείνω, φοβάμαι πως πρέπει να αποχωρήσω. Ο χρόνος τα μεσάνυχτα θα γυρίσει πίσω και θέλω κατά κάποιον τρόπο να προετοιμαστώ καταλλήλως."
     "Τι θα κάναμε χωρίς εσένα;"μίλησα προφέροντας τα λόγια που είχε πει κι ο Μέρλιν σε κάποιο απ'τα οράματα μου.


     

     
     "Θα με θυμάστε."μου αποκρίθηκε ο Κιλγκάρα δίνοντας μου την ίδια απάντηση που είχε δώσει και στον νεαρό Έμρυς. Άπλωσε τα φτερά του στον αέρα και σιγά σιγά τα πόδια του άρχισαν να ξεκολλούν απ'το έδαφος. "Γκάρτζλα, Εϊντέιλ, Μπόετκ ιστάρλι, Άτρα γκουλέι ουν ίλιαν τάουρθ όνο ουν άτρα όνο γουέιζα σκόλιρ φρα ράουρθ!" Τον άκουσα να φωνάζει καθώς υψωνόταν ψηλά στον αέρα και πετούσε πέρα μακριά απ'το δάσος, κατευθυνόμενος προς τα βουνά.
     "Και πάλι σε ευχαριστώ."ψιθύρισα χαμηλόφωνα από μέσα μου, φέρνοντας τα χέρια στην καρδιά μου, έχοντας ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη μου.
     Έμεινα για λίγο ακίνητη στο σημείο που στεκόμουν παρατηρώντας τον καθαρό φωτεινό ουρανό. Έπειτα έγειρα το σώμα μου, βάδισα αργά βγαίνοντας τελείως απ'το ξέφωτο, αφήνοντας να με καταπνίξουν τα ψηλά δέντρα του δάσους, παίρνοντας έτσι τον δρόμο του γυρισμού.




    ~~~***~~~***~~~


    The Darkling Woods, 7 June 496 A.D., Percival's Pov {12th scene}


     Ένιωσα τον Gringolet να σταματά απότομα και να χλιμιντρίζει ανήσυχος. Άφησα τα χαλινάρια και άρχισα να χαϊδεύω την χαίτη του καθησυχάζοντας τον, κοιτώντας προσεχτικά τριγύρω την ίδια ώρα. Το άλογο του πιο πιστού μου φίλου και ‘αδελφού’ δεν έκανε ποτέ λάθος. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο μπορούσε να αισθανθεί την παρουσία οποιουδήποτε, ακόμα κι αν βρισκόταν μίλια μακριά. Γι αυτό τον λόγο έπαιρνα τον Gringolet πάντοτε μαζί μου, σε αποστολές, περιπάτους γιατί κατά κάποιον τρόπο ήταν σαν να είχα και πάλι τον Gwaine κοντά μου. Εκείνος δεν κουνιόταν ούτε σπιθαμή απ’το σημείο όπου είχε σταματήσει, όσο κι αν τον κανάκευα και τον παρακαλούσα να συνεχίσει. Έγειρα στο πλάι, ενώ η παλάμη μου δεν απομακρύνθηκε απ’τη χαίτη του. Το άλογο μου χλιμίντρισε ξανά.
     «Τι είναι αγόρι μου; Αισθάνθηκες τίποτα;»μίλησα και εκείνο τέντωσε τα αυτιά του και άρχισε να κουνά το κεφάλι του προς μια κατεύθυνση.
     Τον παρότρυνα ξανά να συνεχίσει αλλά τίποτα. Όπως φαινόταν θα έπρεπε να περπατήσω, οπότε ξεκαβαλίκεψα απ’τον Γκρίκολετ και περπάτησα προς την κατεύθυνση όπου μου έδειχνε. Αμέσως κατάλαβα το μήνυμα που προσπαθούσε να μου περάσει τόση ώρα.
     Ο Γκρίκολετ είχε ξαναβρεθεί σε τούτα μέρη και όχι για καλό. Ήταν ακριβώς σε τούτο το σημείο, ανάμεσα σε αυτά τα δυο δέντρα που υψώνονταν μπροστά μου, όπου η Μοργκάνα με είχε δέσει και με είχε αφήσει εδώ κρεμασμένο. Ακόμα και σήμερα αναρωτιέμαι πως βρήκα το θάρρος, το κουράγιο, την δύναμη και ελευθερώθηκα από εκείνα τα δεσμά. Μάλλον θα ήταν τα συνεχή ουρλιαχτά εκείνου καθώς υπέμεινε το βασανιστήριο του, που με προέτρεψαν να το κάνω. Αλλά όταν επιτέλους είχα ελευθερωθεί και έτρεξα σε εκείνον για να τον σώσω ήταν πλέον αργά. Έγειρα προς το ζωντανό χαμογελώντας του αχνά.
     «Καταλαβαίνω αγόρι μου, μείνε εδώ εσύ. Θα επιστρέψω σύντομα εντάξει;»είπα και κίνησα λίγο πιο πέρα.
     Ενώ απομακρυνόμουν απ’τον Γκρίκολετ, ακούγοντας τα συνεχόμενα χλιμιντρίσματα του, ακολουθώντας μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά μου. Οπλίστηκα με το ξίφος μου και κινήθηκα αργά αργά και προσεχτικά προς τις καλαμιές, στην θαμνώδη έκταση που είχε αρχίσει να εξαπλώνεται πολύ κοντά μου. Γιατί όμως το έκανα αυτό; Γιατί βασάνιζα τον εαυτό μου με αυτόν τον τρόπο;! Αφού ήξερα πολύ καλά τι αντιπροσώπευε τούτο το μέρος. Εδώ τον είχα βρει λίγο πριν ξεψυχήσει στα χέρια μου, εδώ είχε αφήσει την τελευταία του πνοή, εδώ είχα σκεφτεί να τον θάψω. Αλλά ευτυχώς που ο Θεός δεν μ’άφησε, και την ίδια μέρα που ο βασιλιάς μας χάθηκε, αφού ο Μέρλιν τον είχε βάλει μέσα σε μια βάρκα, αφήνοντας την να πλεύσει προς το Άβαλον, τον μιμήθηκα και εγώ και ακολούθησα την ίδια διαδικασία με τον Γκάγουέιν. Ας αποφάσιζαν οι θεοί, ή ο Θεός για το τι θα έκανε με την σωρό του. Εγώ δεν μπορούσα να νιώθω το σώμα του ‘αδελφού’ μου κάτω απ’το χώμα.


     
     Σταμάτησα και εγώ απότομα να κινούμαι και προσπάθησα για να αφουγκραστώ καλύτερα. Χαμήλωσα το σπαθί μου στο άκουσμα του θροοίσματος ενός μανδύα, παραμέρισα τις καλαμιές και τους θάμνους που εμπόδιζαν τον δρόμο μου και προσπάθησα να φτάσω όσο πιο κοντά μπορούσα, στο μέρος απ’όπου προέρχονταν οι λυγμοί και τα αναφιλητά. Κάποιος ή … ‘Κάποια έκλαιγε,’συλλογίστηκα. Κι αυτόν τον θρήνο, το κλάμα, τον πόνο που ένιωθε, την φωνή την ήξερα πολύ καλά. Γι αυτό το λόγο και είχα βγει έξω, για να ψάξω να την βρω, να την φέρω πίσω, Την οδηγήσω σε ένα μέρος πιο ασφαλές. Να την πάρω από εδώ. Οπουδήποτε αλλού εκτός από εδώ. Ξαναέβαλα το ξίφος πίσω στο θηκάρι του και έμεινα για κάμποσα λεπτά ακίνητος, βουβός και άπραγος να παρατηρώ την κοπέλα που βρισκόταν γονατισμένη ενώπιον μου, με τα χέρια σταυρωμένα και το κεφάλι γερμένο στο πλάι πάνω σε αυτά, να αφήνει τα δάκρυα της ελεύθερα να πέσουν. Εκεί στο ίδιο σημείο, όπου είχα βρει τον Γκάγουέιν, με το κεφάλι του σκυμμένο προς το έδαφος, εκεί βρισκόταν τώρα ξαπλωμένη η Μόργκαν και έκλαιγε. Έκανα να την πλησιάσω, όταν όμως ανασήκωσε για λίγο το κεφάλι προς τον ουρανό, παρέμεινα στην θέση μου και τότε την άκουσα να λέει:

     
     «Το ορκίζομαι σε σένα Θεέ μου, στο όνομα του Υιού σου, του Ιησού Χριστού. Στον Πανάγιο Βασιλέα των πάντων εδώ προσεύχομαι, στο μέγα έλεος σου. Στ’ορκίζομαι θα τον φέρω πίσω ξανά, θα τον σώσω. Θα τους σώσω και τους δυο. Ακόμα κι αν αυτό μου κοστίσει την ζωή μου. Θα τους σώσω! Ακόμα και αν χρειαστεί να πεθάνω θα τους έχω φέρει πίσω, Με Αίμα και Φωτιά!»
     Μετά απ’αυτό την είδα να σηκώνεται με κόπο, προσπαθώντας να σταθεί στα πόδια της, μαζεύοντας τον μανδύα της. Την στιγμή όμως που η ματιά της αντίκρισε την δική μου, έμεινε αποσβολωμένη να με κοιτά, μην μπορώντας να αρθρώσει λέξη. Φαινόταν καταβεβλημένη, με κύκλους κάτω απ’τα μάτια της, έτοιμη να καταρρεύσει. Την πλησίασα. Εκείνη δεν έκανε τίποτα για να απομακρυνθεί, να μου ξεφύγει. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στο απόλυτο κενό.


     
     «Τι κάνεις εσύ εδώ;»ψέλισσε με δυσκολία.
     «Σε έψαχνα.»της αποκρίθηκα σιωπηλά καθώς έφερνα τα χέρια μου γύρω απ’την μέση της, παροτρύνοντας την έτσι να φέρει τα χέρια της γύρω απ’το λαιμό μου, για να κρατηθεί.
     Την πήρα στην αγκαλιά μου και την οδήγησα μέχρι το άλογο, Αφού την έβαλα να καθίσει πάνω στην σέλα, καβάλησα και εγώ τον Γκρίκολετ, έφερα τα χέρια μου γύρω της, προστατεύοντας την έτσι, πιάνοντας την ίδια ώρα τα χαλινάρια. Έφερα τα χείλη μου στα μαλλιά της, χαρίζοντας της ανεπαίσθητα φιλιά.
     «Γιατί ήρθες εδώ; Γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί μας το κάνεις αυτό Μόργκαν; Πονάω και εγώ το ίδιο με σένα, μην το ξεχνάς!»ξέσπασα, μην μπορώντας να συγκρατηθώ.
     «Μην με λες έτσι…»ψιθύρισε εκείνη. «Λέγε με όπως θες, μόνο μη με αποκαλείς έτσι. Σε ικετεύω.»
     «Λαίδη μου, γλυκιά μου λαίδη…»έγειρα στο πλάι, έφερα τον αντίχειρα μου στον πιγούνι της, η ματιά μου κλείδωσε την δική της. «Πότε θα καταλάβεις πως όλα αυτά που έγιναν δεν είχαν καμία σχέση με σένα; Πότε θα καταλάβεις πως τίποτα απ’όλα αυτά δεν ήταν δικό σου φταίξιμο;»μίλησα τρυφερά, βλέποντας ακόμα τα δάκρυα της να κυλούν στα μάγουλα της.
     Ακούμπησα τα χείλη μου στο μέτωπο της, ύστερα στο μάγουλο της και τέλος χάιδεψα τα χείλη της. Αφού την ένιωσα να κουρνιάζει το κεφάλι της πάνω στο στήθος μου, και να βολεύεται πάνω μου, τράβηξα τα χαλινάρια και κάλπασα προς την αντίθετη κατεύθυνση.
     «Το Κάμελοτ…»ξεκίνησε εκείνη αλλά δεν την άφησα να συνεχίσει.
     «Μην φοβάσαι, θα έχουμε γυρίσει πριν νυχτώσει.»την διέκοψα με ύφος αποφασιστικό, ήρεμο.
     «Που… που πάμε;»με ρώτησε και καθώς πρόφερε τις λέξεις με κόπο, ένιωθα την απώλεια των δυνάμεων της. ‘Τι στο καλό είχε κάνει σε εκείνο το σημείο άραγε; Πόσες ώρες βρισκόταν γονατισμένη εκεί; Είχε χρησιμοποιήσει μαγεία;’αναρωτιόμουν. Αλλά δεν ανησυχούσα γιατί ήταν ζωντανή, σώα και αβλαβής στην αγκαλιά μου. Κι αν μου δινόταν η ευκαιρία ίσως και να μάθαινα τι γύρευε εκεί.
     «Σε ένα μέρος όπου δεν θα μας γνωρίζει ούτε ο Θεός ίδιος.»της απάντησα και πάλι στον ίδιο τόνο, πιο μαλακά, δίχως να θέλω να προκαλέσω την ταραχή της.
     Την αισθάνθηκα να αναδεύεται μέσα στα δεσμά μου, να κλείνει τα μάτια της, είχε αποκοιμηθεί. Χωρίς να χάνω καιρό, χτύπησα ελαφρά στα πλευρά τον Γκρίκολετ και εκείνος άρχισε να τρέχει μέσα στα δάση σαν τον άνεμο.


    ~~~***~~~***~~~


    *Σκουλμπλάκα, έκα άι φρικέι ουν Σούρτουγκαλ. Έκα σελόμπρα όνο ουν μουλάμπρα όνο ουν ονρ Έμρις νι χέινα. Άτρα νούσου γουέιζε φρικέι. Βελ αϊνράντεν ιέτ άι Σούρτουγκαλ. ~ Δράκε, είμαι Άρχων των Δράκων και φίλη. Σου υποβάλλω τα σέβη μου και δεν θέλω να βλάψω ούτε εσένα ούτε τον Έμρυς. Ας είμαστε φίλοι. Στον λόγο μου ως Άρχων των Δράκων.
    *Κθέβα Σίρθ, Άτρα εστέρνι όνο θέλντουιν, Μορράναρ λίφα ούνιν χιάρτα όνερ, Ουν ντου εβαρίνυα όνο βάρντα... Μόργκαν. Άτρα νόζου γουέιζε βάρντο φρα ελτ χόρνυα. ~ Σε χαιρετώ, ιέρεια/μάγισσα, είθε να έχεις καλή τύχη/η ειρήνη να βασιλεύει στην καρδιά σου/και τα άστρα να σε προσέχουν... Μόργκαν. Ας είμαστε προστατευμένοι απ'όποιον θα μπορούσε να μας ακούσει.
    *Γκάρτζλα ~ Φως.
    *Γιάουι ~ Δεσμός {εμπιστοσύνης}
    *Σβιτ-Κόνα ~ Επίσημη τιμητική έκφραση για μια Ξωτικογυναίκα μεγάλης σοφίας.
    *Έιντέϊλ ~ Αστέρι της αυγής.
    *Ντελόι ~ {Άστρο της} Γης.
    *Αντούρνα ~ {Αστέρι του} Νερού.
    *Βιντρ ~ {Άστρο του} Αέρα.  
    *Γκάρτζλα, Εϊντέιλ, Μπόετκ ιστάρλι, Άτρα γκουλέι ουν ίλιαν τάουρθ όνο ουν άτρα όνο γουέιζα σκόλιρ φρα ράουρθ! ~ Φως, Άστρο της Αυγής, Μεγάλη Φωτιά, Είθε να σε ακολουθούν η τύχη και η ευτυχία και να είσαι προστατευμένη από την ατυχία.


    End of the 2nd episode...

    The adventure continues:



    ~"Take this."
    ~"What’s this?"
    ~"A ring… it was my mother’s. Have something to remember me."

    ~”Merlin… we need your help.”

    ~~~***~~~

    ~"You… you came back?!"
    ~"I told you to wait for me."

    ~"Gwaine ???!!! He’s …he’s unconscious."
    ~”Ohh come on Morgan! Before the knights see us.”

    ~~~***~~~

    ~"Sir Lancelot please stop! I can explain…"
    ~"Morguse… I know you too well!"
    ~"My name is Annelyse Sir!”

    ~"When this happened?"
    ~”I don't ...I don't know”
    ~”I hurt you?”
    ~"Ιt's ...it's nothing..."

    ~"HOLD ON! PLEASE HOLD ON !!"

    ~~~***~~~ 

    ~"Second son of Lot, King of Essentir, neighboring kingdom to Camelot??!!"
    "Shall I continue?"

    ~"Μerlin... I can explain..."

    ~"What's this?"
    ~"Please read it... I beg you..."

    ~~~***~~~

    "Thank you for everything..."
    "No... No! NO, NO ANNE!!"

    ~~~***~~~

    ~"My Guardian Αngel.”
    ~”My Knight."


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Τρι Ιουν 24, 2014 2:00 pm, 2 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Παρ Μαϊος 09, 2014 9:05 pm

    The first Deleted scene before episode 6x03 is here. Razz 

    Forest of Merendra~Balinor's Cave/The Hidden Waterfall, 7 June 496 A.D.,
    Morgan's&Percival's Pov {Deleted scene},


    ^If you want to read, for more information here.  Razz 


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:52 pm, 1 φορά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Δευ Μαϊος 12, 2014 1:31 am

    IN A LAND OF MYTH ...
    ... AND A TIME OF MAGIC
    THE BBC PRESENTS

    MERLIN

    RICHARD MADDEN    ASHLEY GREEN

    CHRIS HERMSWORTH  TAMSIN EGERTON

    ADELAIDE KANE   EOIN MACKEN

    SANTIAGO CABRERA   EMMY ROSSUM

    TOM HOPPER  JOSEPH MORGAN

    RUPERT YOUNG  WITH RICHARD WILSON

    AND JAKE GYLLENHALL

    GUEST STAR: HENRY CAVIL

    Created by Leonette Fossoway

    Episode 3 : The rescue of the Knights

    Camelot~Citadel{The Throne Room/The Round Table}, 7 June 496 AD, Anna's Pov {1st scene}

    Annelyse's Song for Agravaine

    Here behold is my soul
    Here as i lie in the arms of my love
    Hard beating on heart through the night
    Why is that our infinite love must die
    What if love could be the font of life
    Why is that infinite love has to die
    Ohh immortal Venus queen of love say why


     Εγώ και ο Άγκραβέιν βρισκόμασταν τώρα γονατισμένοι στο έδαφος, πίσω απ’την αίθουσα του θρόνου, ενώ μπροστά μας  - έχοντας γυρισμένη την πλάτη μας προς αυτή - δέσποζε η ροτόντα, η ονομαζόμενη Στρογγυλή Τράπεζα. Ακόμα και τώρα, που τα χείλη μου πρόφεραν τις λέξεις, δυσκολευόμουν να συνειδητοποιήσω πως βρισκόμουν εδώ, στο Κάμελοτ και συγκεκριμένα χίλια πεντακόσια χρόνια πίσω σχεδόν. Επίσης σε λιγότερο από δυο ώρες θα γυρνούσα πίσω στο χρόνο ξανά για να σώσω τον άρχοντα  και τους πιο γενναίους ιππότες αυτού του βασιλείου, που είχαν θυσιαστεί γι αυτό ή είχαν πέσει άδικα κατά την διάρκεια της μάχης στο περιβόητο όρος Κάμλαν.  
     Είχα βολευτεί άνετα και καθόμουν δίπλα στον προσωρινό κυβερνήτη του Κάμελοτ, έχοντας γείρει στο πλάι, με το βλέμμα μου, τα μάτια μου ορθάνοιχτα, καρφωμένα πάνω του, να τον παρατηρώ και ταυτόχρονα να τον προσέχω. Ενώ εκείνος είχε γείρει το κεφάλι λίγο προς τα πάνω, με τα μάτια του κλειστά, ανάσανε βαθιά, ήρεμα, καθώς το χέρι του κρατούσε σφιχτά το δικό μου, μην αφήνοντας τον καρπό μου ούτε λεπτό απ’την ώρα που μεταφέρθηκα στην μεγάλη αίθουσα, διακόπτοντας έτσι κάποιο συμβούλιο που ίσως διεξαγόταν εκείνη την ώρα.  Η μόνη στιγμή που με είχε αφήσει ήταν όταν είχα φτάσει στο δωμάτιο και εκεί βρήκα την ξαδέλφη μου να κοιμάται υπό την επίβλεψη του σερ Κάι. Τον ευχαρίστησα θερμά που την πρόσεχε και του μετέφερα το μήνυμα, πως όταν η Τζέιν ξυπνούσε έπρεπε να ετοιμαστεί για να έρθει να μας συναντήσει στην αίθουσα του συμβουλίου. Έπειτα πλησίασα το παραβάν, άλλαξα ρούχα, ντύθηκα ειδικά για το ταξίδι μου στον χρόνο, οπλίστηκα με ότι ήταν απαραίτητο, φόρεσα τον σκούρο μοβ χιτώνα μου και αποχώρησα με διακριτικότητα προσέχοντας μην ξυπνήσω την ξαδέλφη μου.
     Ο Άγκραβέιν δεν έφυγε από κοντά μου ούτε στιγμή, ήταν απέξω και με περίμενε όλη την ώρα. Τη στιγμή που άνοιξα την πόρτα, έσπευσε αμέσως προς το μέρος μου, παίρνοντας με αγκαλιά, δίνοντας μου ένα φιλί στο μέτωπο και ψιθυρίζοντας μου λόγια καθησυχαστικά, για να με ενθαρρύνει, να με εμψυχώσει. Στην συνέχεια με τράβηξε απ’το χέρι και με έφερε εδώ, αφού καθίσαμε χάμω. Μου είχε πει πως θα ξεκουραζόταν για λίγο, χωρίς να κοιμηθεί, κι απ’την έκφραση που είχε τώρα διέκρινα πόσο πολύ καταβεβλημένος ένιωθε. Έφερα την παλάμη μου στο μέτωπο του, σέρνοντας την τρυφερά πάνω στην επιδερμίδα του, χαϊδεύοντας τον με αυτόν τον τρόπο. Ήταν ζεστός, φοβήθηκα προς στιγμήν μήπως ήταν άρρωστος. Δεν κατάλαβα πότε τα δάχτυλα μου είχαν βρεθεί στα χείλη του και τα φιλούσε. Χωρίς να ανοίξει τα μάτια του, πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα και έμεινε εκεί σιωπηλός, ακίνητος.
     «Άγκραβέιν;»πρόφερα το όνομα του χαμηλόφωνα, γλυκά, ήρεμα.
     «Ναι;»μου αποκρίθηκε εκείνος. Έγειρε το κεφάλι προς εμένα για να με ακούει καλύτερα. Το χέρι του έσφιξε περισσότερο το δικό μου.
     «Δεν βλέπω τίποτα που να μην είναι τέλειο.»εξομολογήθηκα ενώ ένιωθα την καρδιά μου να είναι έτοιμη να σπάσει.
     Τα βλέφαρα του άνοιξαν και με κοίταξε, χαρίζοντας μου εκείνο το πλατύ, τρυφερό χαμόγελο που λάτρευα και θα μου έλειπε - πιθανόν - για το υπόλοιπο της ζωής μου. Δεν μου μίλησε, μονάχα με κοιτούσε, με παρατηρούσε, με επεξεργαζόταν με εκείνη την γαλήνια αλλά ταυτόχρονα κουρασμένη έκφραση. Δεν άντεχα να τον βλέπω έτσι.
     «Άρχοντα μου, είσαι κουρασμένος. Σε παρακαλώ πήγαινε να αναπαυφθείς.»μίλησα ξανά έχοντας πάρει βλέμμα παρακλητικό.
     «Και να χάσω την στιγμή του αποχωρισμού μας;»είπε εκείνος τρίβοντας μαλακά τις αρθρώσεις των χεριών μου. Αισθάνθηκα υγρά τα μάγουλα μου στη στιγμή. Γιατί μου το κάνεις αυτό; Αναρωτιόμουν χωρίς να μπορώ να βρω μια λογική εξήγηση με το νου μου.
     Αυτή τη φορά εγώ ήμουν εκείνη που δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη, Μονάχα τον κοιτούσα και παρακαλούσα τον χρόνο να μην κυλίσει τόσο γρήγορα. Να μείνω εδώ για λίγο ακόμα. Έγειρε κι εκείνος στο πλάι, το χέρι του, η παλάμη του αγκάλιασε το μάγουλό μου και έμεινε εκεί. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου, αφήνοντας ελεύθερα και χωρίς ντροπή τα δάκρυα μου, ρουφώντας την μύτη μου την ίδια ώρα.
     «Δεν θέλεις να με αποχαιρετήσεις Άννα; Δεν θα ανταμώσουμε ποτέ ξανά, δεν θα διασταυρωθούν ποτέ οι δρόμοι μας. Δεν θα υπάρξει άλλη ευκαιρία και δεν θέλω να την χάσω. Εσύ;»με ρώτησε με λαχτάρα. Τι μπορούσα να του πω;
     «Ούτε κι εγώ Άγκραβέιν, σου το ορκίζομαι, ούτε κι εγώ. Αλλά…»ψέλλισα με κόπο ανάμεσα στους λυγμούς μου. «Πονάει, πολύ.»ολοκλήρωσα με πόνο ψυχής.


     
     «Αγαπημένη μου δεσποσύνη, κι εγώ πονάω το ίδιο με σένα. Πίστεψε με, όμως προσπαθώ να είμαι ψύχραιμος γιατί αλλιώς θα τρελαθώ. Στη σκέψη και μόνο του τι θα αντιμετωπίσετε όταν γυρίσετε πίσω, αν πάθεις κάτι… Κι εγώ θα είμαι μακριά, δεν θα ξέρω τίποτα… Τότε…» Δυσκολευόταν και εκείνος όπως κι εγώ. Και μόνο στην ιδέα. Έφερα τα ακροδάχτυλα μου στα χείλη του.
     «Είναι το καλύτερο, είναι καλύτερα να μην θυμάσαι.»του είπα σιγανά.
     «Δεν θέλω να πληγωθείς.»
     «Είμαι η πιο πανίσχυρη, δυνατή μάγισσα της εποχής μου, δεν πρόκειται να πληγωθώ.»είπα προσπαθώντας να κατευνάσω την ανησυχία του.
     Πήρε τους καρπούς μου μέσα στους δικούς του, τους έσφιξε δυνατά, τους φίλησε και μετά η ματιά του καρφώθηκε πάνω στη δική μου, το γαλάζιο βλέμμα του βυθίστηκε κοιτώντας με έντονα μέσα στο δικό μου, κάνοντας με να παραλύσω ολόκληρη.
     «Την στιγμή που σε πρωτοαντίκρισα, το’ξερα, η καρδιά μου μού το είχε πει. Αυτή είναι η γυναίκα που θα ερωτευτείς παράφορα και θα την αγαπάς αιώνια. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσες άλλες γυναίκες κι αν ακολουθήσουν…»έκανε μια μικρή παύση, διαλέγοντας τα λόγια του προσεχτικά. «Αν ο Μεγαλοδύναμος σου έδινε και πάλι την ευκαιρία να γεννηθείς εδώ, αν γεννιόσουν σε κάποιο βασιλικό ανάκτορο, αν ήσουν πριγκίπισσα τότε θα σε παντρευόμουν κάνοντας σε βασίλισσα. Αν πάλι γεννιόσουν σε κάποιο χωριό, αν ήσουν κάποια απλή χωρική, ή δούλα κάποιου ανόητου πλούσιου αφέντη, ή δουλέμπορα, τότε θα σε απελευθέρωνα απ’την δύσκολη και σκληρή ζωή που θα είχες υποστεί και θα σε έπαιρνα στο βασίλειο μου, κάνοντας σε πάλι γυναίκα μου. Δική μου.»
     «Κι αν… εγώ δεν σε ήθελα…;»προσπάθησα να ολοκληρώσω την φράση μου, σκουπίζοντας τα μάτια μου με την αναστροφή του χεριού μου, χαρίζοντας του ένα βεβιασμένο χαμόγελο.
     «Τότε αναγκαστικά θα ήσουν αιχμάλωτη μου, θα μάθαινες να με αγαπάς με τον καιρό.»
     Ο Άγκραβέιν έσκυψε προσεχτικά προς το μέρος μου, φέρνοντας το χέρι του στον αυχένα μου, βυθίζοντας τα δάχτυλα του μέσα στις καστανές τούφες των μαλλιών μου, τραβώντας με απαλά προς το μέρος του, αγγίζοντας τα χείλη μου με τα δικά του. Έφερα τα χέρια μου πάνω του προσπαθώντας να τον κρατήσω και αφέθηκα στο φιλί του. Οι λυγμοί, τα αναφιλητά και αναστεναγμοί μου όμως - σκεφτόμενη πως η ώρα περνούσε δεν με άφηναν σε ησυχία – τον τάραξαν και δίνοντας τα τελευταία του χάδια και φιλιά στη κλείδα μου, στον λαιμό μου, αποτραβήχτηκε με κόπο. Έγειρε να με κοιτάξει, παίρνοντας μακριά με τους αντίχειρες του την λύπη μου που είχε αρχίσει να με πλημμυρίζει,
     «Γνωρίζοντας όμως πλέον τι σου επιφυλάσσει η μοίρα, το πεπρωμένο σου, πως είσαι δέσμια μιας κατάρας απ’την οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις, - απ’την στιγμή που γεννήθηκες. Πως η ψυχή και η καρδιά σου ανήκει αλλού, είναι συνυφασμένες με την ψυχή και την καρδιά κάποιου άλλου…»αναστέναξε κουρασμένα. «Θα μου ήταν εξαιρετικά δύσκολο να σε κατακτήσω ολοκληρωτικά, πόσο μάλλον να σε ελευθερώσω απ’αυτά τα δεσμά.»κατέληξε χαμογελώντας αλλά τον έβλεπα πως συγκρατούνταν με μεγάλη δυσκολία να μην ξεσπάσει και εκείνος.
     «Σε ευχαριστώ που με πήγες στο Godswood σήμερα.»ψιθύρισα σιγανά, προσπαθώντας να αλλάξω θέμα. Δίχως όμως να απομακρύνω τα χέρια μου από κοντά του.
     Εκείνος σαν να κατάλαβε πως είχα ανάγκη την ζεστασιά του και με έσφιξε στην αγκαλιά του πιο πολύ.
     «Είναι το αγαπημένο μου μέρος από τότε που πρωτόρθα εδώ. Δεν έχω επισκεφθεί πολλές φορές το Κάμελοτ, αλλά όποτε ερχόμουν εδώ η πρώτη μου σκέψη ήταν τούτο μέρος. Δεν ξέρω.. με γαληνεύει, με ηρεμεί. Με κάποιον τρόπο, κι η όλη η ιστορία του.»
     Ο Άγκραβέιν μου είχε μιλήσει για την ιστορία αυτού του πανέμορφου μέρους, που έμοιαζε βγαλμένο από παραμύθι, την γέρικη αμυγδαλιά με τα κατακόκκινα άνθη της, τους καρπούς της, την λίμνη που απλωνόταν μπροστά της, το καταπράσινο τοπίο ολόγυρα, Ήταν μαγευτικό. Φήμες έλεγαν πως το δέντρο το είχαν κυριεύσει θεοί απ’την εποχή της δημιουργίας του και πως αν προσευχόσουν, ευχόσουν για κάτι, ζητούσες την συμβουλή τους, εκείνοι σε άκουγαν και ήταν πρόθυμοι να σε λυτρώσουν, να πραγματοποιήσουν το όποιο θέλημα σου.
     «Αν εξαρτιόταν η ευτυχία μου απ’τους θεούς τότε θα τους παρακαλούσα να με απαλλάξουν απ’την κατάρα μου.»μουρμούρισα έχοντας εναποθέσει το κεφάλι μου στον ώμο του. Εκείνος έγειρε να με κοιτάξει παραξενεμένος. «Τότε ίσως θα μπορούσα να γίνω δική σου.»του είπα και μια έκφραση ελπίδας έλαμψε στο πρόσωπο του, που όμως έσβησε πολύ γρήγορα.



     
     «Κι οι δυο όμως ξέρουμε πολύ καλά πως αυτό είναι αδύνατον.»μου υπενθύμισε.
      «Ναι.»συμφώνησα με βαριά καρδιά.
     «Και πως θα έχουμε να θυμόμαστε μόνο στιγμές, μικρές, αθώες στιγμές.» Κατένευσα, δεν είχα την δύναμη να του αποκριθώ, γι αυτό και παρέμεινα σιωπηλή. Εκείνος συνέχισε. «Όπου είχα την ευκαιρία να γνωρίσω και να αγαπήσω την σωστή γυναίκα, την οποία και θα χάσω σε πολύ λίγο. Αλλά δεν πρόκειται να φύγει από κοντά μου έτσι…»
     Χωρίς να παίρνει το βλέμμα του απ’το δικό μου, οι ματιές μας κλειδωμένες η μία με την άλλη, έβγαζε ένα ασημένιο δαχτυλίδι απ’το μικρό του δάχτυλο και το φορούσε στο μεσαίο δικό μου. Είχα μείνει έκπληκτη απ’την ξαφνική του κίνηση, κοιτούσα αποσβολωμένη μία τον Άγκραβέιν και μία το δαχτυλίδι.
     «Πάρε αυτό.»είπε ήρεμα.
     «Τι είναι αυτό;»ρώτησα ύστερα από λίγα λεπτά, καταφέρνοντας επιτέλους να μιλήσω.
     «Ήταν της μητέρας μου, μου το έδωσε όταν ξεψυχούσε, το είχα σαν φυλαχτό από τότε. Τώρα θέλω να το πάρεις εσύ.»
     «Όχι, όχι Άγκραβέιν, όχι. Δεν μπορώ να το δεχτώ, δεν μπορώ, Είναι σημαντικό για σένα, είναι κειμήλιο της οικογένειας σου… Εγώ…»
     «Αννελίζ!» Ήταν η πρώτη φορά μετά από πολλές ώρες που πρόφερε ολόκληρο το όνομα μου. «Αυτό το δαχτυλίδι θα πήγαινε κανονικά στην γυναίκα που θα γινόταν βασίλισσα στο πλευρό μου. Δεν πρόκειται να αγαπήσω καμία άλλη, όπως αγάπησα εσένα γι αυτό και θέλω να το πάρεις εσύ. Σε παρακαλώ… Παρ’το, έχε κάτι για να με θυμάσαι.»
      Χαμογέλασα ξανά, θλιμμένα. Το μέτωπο μου ακούμπησε το δικό του, τα δάχτυλα μου έτριψαν τον καρπό του. «Καλέ μου άρχοντα, δεν ξέρεις πόσο με τιμά το δώρο που μου κάνεις. Δεν σκέφτηκες όμως πως ο χρόνος θα γυρίσει πίσω, δεν θα θυμάσαι απολύτως τίποτα, δεν θα γνωρίζεις, και πως το δαχτυλίδι αυτό όσο θα περνούν τα χρόνια… θα εξαφανιστεί ως δια μαγείας απ’το χέρι μου για να βρεθεί και πάλι στο δικό σου.»
     «Ποιος μίλησε για το παρελθόν ή το μέλλον; Σημασία έχει το παρόν και το τι αισθάνομαι εγώ αυτή τη στιγμή για σένα, και θέλω να το πάρεις. Δεν το δέχομαι πίσω, όχι το δώρο που θα πήγαινε κανονικά στην γυναίκα των ονείρων μου.»μου αποκρίθηκε εκείνος, αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό, δίνοντας μου συνεχόμενα φιλιά στα μαλλιά μου.
     «Ακόμα και αν εκείνη είχε μαγικές ικανότητες;»έσκουξα μιξοκλαίγοντας καθώς χωνόμουν περισσότερο μέσα στα δεσμά του.
     «Ακόμα και αν εκείνη είχε μαγικές ικανότητες.»με διαβεβαίωσε εκείνος με εκείνο το γνωστό τρυφερό χαμόγελο που με έκανε κάθε φορά να χάνομαι.
     «Σε ευχαριστώ.»τραύλισα με κόπο τις λέξεις.
     Έπιασε το πιγούνι μου φέρνοντας το κοντά του για να τον αντικρίσω. «Όχι λαίδη μου, εγώ σε ευχαριστώ που μου χάρισες για λίγο την αγάπη σου. Και που με έκανες να αισθανθώ για λίγο σαν ένας απλός άνθρωπος, κι όχι όπως κάθε φορά, ένας κυρίαρχος, βασιλιάς, κυβερνήτης αυτού του τόπου. Δεν το θέλω αυτό, δεν θα το ήθελα ποτέ.»
     «Άγκραβέιν…»πρόφερα ξέπνοα το όνομα του.
     «Άννελίζ…»τον άκουσα να με καλεί στον ίδιο τόνο.
     Κανείς δεν είπε τίποτα, απλώς έγειρε ο ένας πάνω στον άλλον, τα χείλη μας συναντήθηκαν πολλές φορές, ξανά και ξανά, μέχρι να ερχόταν εκείνη η ώρα όπου οι δρόμοι μας θα χωρίζονταν οριστικά. Δεν ήθελα να τον αφήσω και όμως έπρεπε. Αισθανόταν κι εκείνος την ευθύνη, το καθήκον, το ίδιο βάρος, και ένιωθε ακριβώς το ίδιο. Την ίδια ώρα σκεφτόμουν, - καθώς χανόμουν μέσα στο φιλί του και ψιθυρίζαμε λόγια τρυφερά ο ένας πάνω στα χείλη του άλλου - πόσο απλοϊκή θα ήταν η ζωή μου, αν είχα γεννηθεί εδώ, στο πλευρό του. Ή αν δεν με βάραινε ο ίσκιος της κατάρας και τον γνώριζα στο μέλλον, θα ήμασταν μαζί. Και τότε, θα ήμουν σίγουρα και για πάντα ευτυχισμένη.


    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:53 pm, 1 φορά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Δευ Μαϊος 19, 2014 12:54 am

    Camelot~Citadel{Gaiu's Chambers}/Chaper room, 7 June 496 AD, Elena's Pov {2nd scene}


     Όταν πλέον νόμιζα ότι είχα ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις μου, - και καθότι η ώρα ήταν περασμένη - ο Μέρλιν με βοήθησε να αλλάξω στο δωμάτιο του, ούτως ώστε να είμαι κατάλληλα προετοιμασμένη για το ταξίδι μας πίσω στο χρόνο. Στην αρχή παραξενεύτηκα βλέποντας τον γυναικείο ναι μεν αλλά κάπως πολεμικό στυλ ρουχισμού που διέθετε ο προσωπικός του χώρος αλλά με διαβεβαίωσε πως θα τα χρειαζόμουν όταν θα συνερχόμουν απ’το ξόρκι που είχα κάνει, και γι αυτό - δεδομένου ότι όλοι ήξεραν σχεδόν γι αυτό το ταξίδι – ο Γάιος είχε κάνει τον κόπο να προμηθευτεί αυτόν τον εξοπλισμό και να τον μεταφέρει στο θεραπευτήριο του.
      Προσπάθησα να ντυθώ μόνη μου αλλά με απογοήτευση αντιλήφθηκα πως οι δυνάμεις μου, ήταν κάπως εξασθενημένες ακόμα, όλο μου το κορμί πονούσε. Αναρωτιόμουν αν θα ήμουν σε θέση να ανταποκριθώ τη στιγμή που θα λέγαμε το ξόρκι για να γυρίσουμε πίσω, αλλά τότε δεν θα ήμουν μόνη μου αλλά με τις αδελφές και την ξαδέλφη μου. Θα υπερίσχυαν και οι δικές τους δυνάμεις. Οπότε δεν ανησυχούσα, ήλπιζα και προσευχόμουν μόνο να επιζούσα και μετά απ’αυτό. Ο Μέρλιν ένιωσε την ταραχή και την ανησυχία μου, όπως ήταν φυσικό μπορούσε πλέον να με διαβάζει σαν βιβλίο ανοιχτό και με ρώτησε, διεισδύοντας μέσα στο μυαλό μου, πως αισθανόμουν.
      «Είσαι καλά;»η φωνή του – ακόμα και μέσα στο κεφάλι μου – ηχούσε τόσο γλυκιά και γαλήνια. Άπλωσα τα χέρια μου ψηλά, διευκολύνοντας τον καθώς με έντυνε. Έκλεισα τα μάτια μου και έγειρα προς τα πίσω, πάνω του. Άφησα έναν αναστεναγμό νιώθοντας το πιάσιμο του αριστερού μου χεριού.
      «Ναι πολύ καλά, μην ανησυχείς.»προσπάθησα να τον καθησυχάσω.
      «Σίγουρα;» Ζητούσε επιβεβαίωση ή κάτι παραπάνω; Θα την είχε!
      «Κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στις φροντίδες και στη μαγεία  που εκπέμπει ο μεγαλύτερος , δυνατός και πιο ισχυρός μάγος που περπάτησε ποτέ στη Γη, σωστά;»του χαμογέλασα πονηρά παρατηρώντας τον, καθώς και εκείνος ανταπέδιδε με τον ίδιο τρόπο δίχως όμως να μπορεί να με αντικρίσει.
      Μου έδωσε την εντύπωση πως η μορφή του άντρα που λάτρευα περισσότερο στον κόσμο, σε αυτόν τον χρόνο και τόπο, ντρεπόταν. Ήταν τόσο γλυκός, ευγενικός, -χωρίς αυτό να τον κάνει δειλό-, διακριτικός. Και αυτό μ’άρεσε τόσο πολύ πάνω του. Ήταν όλα όσα ονειρευόμουν στο μέλλον να είναι, αλλά που ποτέ δεν τα γεύτηκα. Έπρεπε να γυρίσω στο παρελθόν για να πάρω μια μικρή γεύση του άντρα που είχε στιγματίσει την ζωή μου για πάντα.
      Αφού είχαμε τελειώσει με την ενδυμασία μου, πάντα κρατώντας με απ’το χέρι, εγώ κι ο Μέρλιν βγήκαμε απ’το δωμάτιο του για να περάσουμε στο θεραπευτήριο όπου ο Γάιος καθόταν εκεί διαβάζοντας ένα απ’τα ιατρικά του αναγνώσματα προφανώς. Κάθισα δίπλα του, τον ευχαρίστησα και του μίλησα για το τι είχαμε σκοπό να κάνουμε στη συνέχεια, του είπα πως αν ήθελε μπορούσε να είναι παρών στην αίθουσα συμβουλίου κατά την διάρκεια της επίκλησης του ξορκιού. Εκείνος μου χαμογέλασε αχνά και με διαβεβαίωσε πως θα ήταν εκεί. Απλώς θα μας ακολουθούσε αργότερα. Φίλησα τον έναν του καρπό, σηκώθηκα όρθια χαιρετώντας τον, λέγοντας του πως θα τον έβλεπα ξανά σύντομα.
      Φτάνοντας στα μισά του διαδρόμου, προς την Στρογγυλή Τράπεζα, ο Μέρλιν με σταμάτησε γυρνώντας προς το μέρος μου, παρακαλώντας με να κάνουμε μία στάση στο παρεκκλήσι του Citadel. Έπιασε τις παλάμες μου, τις φίλησε, κοιτώντας με με αγωνία. Καταλάβαινα τον φόβο του και γι αυτό μην θέλοντας να παρατείνω την αγωνία του, έγνευσα καταφατικά και κινήσαμε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Λίγη ώρα αργότερα, εκείνος κι εγώ βρισκόμασταν γονατισμένοι μπρος το ιερό, με τα χέρια πλεγμένα φέρνοντας τα στο ύψος των ματιών μας, και κάνοντας ταυτόχρονα τον σταυρό μας. Όταν σηκωθήκαμε και οι δυο όρθιοι, εκείνος με έπιασε απ’την μέση αγκαλιάζοντας με σφιχτά και άρχισε να προσεύχεται ψιθυριστά. Αυτή τη φορά όμως όχι μέσα απ’τις σκέψεις του, Ήθελε να ακουστεί, το είχε ανάγκη. Τα μέτωπα μας συναντήθηκαν.



       «Παμμέγιστε και Πανίσχυρε, Ύψιστε Βασιλέα των Ουρανών, Άρχοντα των Υψίστων Βασιλείων, Δημιουργέ, Φίλε του Ανθρώπου, θα σε λατρεύω και θα σε τιμώ μέχρι το τέλος της ζωής μου. Απ’την στιγμή που άνοιξα τα μάτια μου σε τούτο τον κόσμο, μέχρις ότου να τα κλείσω.»
      «Μέρλιν…»τραύλισα με κόπο το όνομα του, τρομαγμένη, τα μάτια μου ξαφνικά άρχισαν να βουρκώνουν, με δική τους πρωτοβουλία.
      Εκείνος μου έκανε νόημα να σωπάσω, φέρνοντας τα ακροδάχτυλα του πάνω στο μέτωπο μου, αγγίζοντας με απαλά. Με κλειστά τα μάτια του, συνέχισε να απαγγέλει την δέηση του.
      «Φως ήλιου, Λάμψη Σελήνης, Μεγαλείο Φωτιάς, Ταχύτητα Αστραπής, Γοργάδα ανέμου, Βάθος θαλάσσης, … Σταθερότητα Γης!»τόνισε τις τελευταίες του λέξεις, -ερμηνεύοντας με αυτόν τον τρόπο το στοιχείο το οποίο και κατείχα – ανοίγοντας απότομα τα μάτια του και σαρώνοντας με με την έντονη ματιά του.
      Ανοιγόκλεισα για λίγο τα βλέφαρά μου, νιώθοντας τα μάγουλά μου την ίδια ώρα νωπά. Τα γόνατα μου λύγισαν αλλά εκείνος ήταν εκεί για να με κρατήσει. Τι μου συνέβαινε;
      «Κάνε λίγο κουράγιο ακόμα, τελειώνουμε.»ήρθε η ήρεμη φωνή του μέσα στο μυαλό μου, καθώς προσπαθούσα να κρατηθώ από εκείνον.
      «Τι μου κάνεις;»τον ρώτησα έντρομη, μην μπορώντας να ελέγξω το τρέμουλο στο κορμί μου.
      Εκείνος όμως αποφεύγοντας να απαντήσει συνέχισε την προσευχή του. «Η Ισχύς Σου να την στηρίζει, η Δύναμη Σου να την στυλώνει, ο Οφθαλμός Σου να την φροντίζει, το Αυτί Σου να την αφουγκράζεται, ο Λόγος Σου να την υπερασπίζει, το Χέρι Σου να την καλύπτει, η Ασπίδα Σου να την προστατεύει, η Στρατιά Σου να την διαφυλάττει, Από παγίδες δαιμόνων, Από πειρασμό ακολασίας, Από οποιονδήποτε βουλεύεται το κακό της.»
      «Με..Μέρλιν δεν αντέχω άλλο…»αναστέναξα ενώ ο πόνος με κατέκλυζε, Κόντευα να τρελαθώ.
      «Υπομονή λίγο ακόμα, αγάπη μου.»με ικέτευσε, φιλώντας με απαλά στον κρόταφο μου. Γονατίσαμε ξανά στο έδαφος, έχοντας με πάντα μέσα στα δεσμά του. Στη συνέχεια ο πλούσιος ήχος της φωνής του ήχησε ξανά μέσα στ’αυτιά μου σαν ένας γλυκός ψίθυρος. «Καλώ όλες αυτές τις δυνάμεις να σταθούν φράγμα κι εμπόδιο ανάμεσα σ’αυτήν και σ’ετούτα τα κακά: Ενάντια σε κάθε ανάλγητη δύναμη που θα θελήσει να της εναντιωθεί, Ενάντια στα σκοτεινά τεχνάσματα βαρβάρων, Ενάντια σε κάθε τι φαύλο που διαφθείρει σώμα και ψυχή.»
      Το χέρι του απλώθηκε πάνω στο πρόσωπο μου, χαϊδεύοντας το απαλά, κάνοντας το σημάδι του σταυρού, φέρνοντας πρώτα τα ακροδάχτυλα του στο μέτωπο μου, στο πιγούνι μου, και τέλος αριστερά και δεξιά στα μάγουλά μου. «Εσύ Βασιλέα όλων των Βασιλείων, μαζί της!, Εσύ Άρχοντα, Δημιουργέ των Πάντων, εντός της!»
      «Πο..πονάω…»πρόφερα με κόπο.
      Σαν απάντηση δέχτηκα ένα απαλό χάδι πάνω στα χείλη μου. «Φέρε μου την πίσω σώα, Φέρε μου την πίσω γρήγορα. Καν’την να με αγαπάει για πάντα. Δεν ζητώ τίποτ’άλλο από σε Θεέ μου, Κύριε μου, Χριστέ μου, δούλος σας πιστός μέχρι το τέλος.»
      Αποτραβήχτηκε σιγά σιγά κοιτώντας με ανήσυχος. Ξαφνικά εκείνος ο πόνος όπως είχε έρθει έτσι και είχε εξαφανιστεί. Τον κοίταξα παραξενεμένη μην μπορώντας να κατανοήσω τι είχε συμβεί μόλις τώρα. Εκείνος διαβάζοντας τις σκέψεις μου, έσπευσε να με βγάλει απ’το αδιέξοδο μου.
      «Είναι ένα ξόρκι προστασίας, πολύ δυνατό.»μου εξήγησε καθώς έπαιζε, χάιδευε τα μαλλιά μου. «Γι’αυτό και όταν βρεθούμε στην Μεγάλη Αίθουσα και έρθεις σε επαφή με την οικογένεια σου, πρέπει να το μεταφέρεις και σε εκείνες. Αγγίζοντας τες, αγκαλιάζοντας τες, με οποιονδήποτε τρόπο η επήρεια του ξορκιού θα περάσει και σε εκείνες. Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος κατά πόσο θα πετύχει, όμως Ελένα… Αγάπη μου έκανα ότι μπορούσα, μακάρι να έκανα περισσότερα, αλλά…»
      Δεν τον άφησα να ολοκληρώσει, γατζώθηκα πάνω του, αρπάζοντας τον απ’τον γιακά, πνίγοντας τον σε συνεχόμενα φιλιά, μην θέλοντας να τον αφήσω ποτέ. «Σ’αγαπώ!»του εξομολογήθηκα με πάθος. «Σ’αγαπώ Μέρλιν.»
      «Το ξέρω.»μου αποκρίθηκε εκείνος με τρεμάμενη φωνή κρύβοντας το πρόσωπο του στον ώμο μου. «Κι εγώ σ’αγαπώ. Πιο πολύ κι απ’την ίδια μου την ζωή. Και θέλω να με πιστέψεις.»
      Δεν χρειαζόταν, το έβλεπα στα μάτια του. Το ένιωθα στην χροιά της φωνής του, διάβαζα τις σκέψεις του. Δεν χρειαζόταν.
      «Μακάρι όσες φορές γεννήθηκα στο παρελθόν να κρατιόμουν για πάντα ζωντανή, να σε λάτρευα και να σ’αγαπούσα με την ίδια δύναμη, με το ίδιο σφοδρό αίσθημα που αισθάνομαι και τώρα.» Έγειρε να μ’αντικρίσει, τα μάτια και των δυο νωπά απ’τα δάκρυα. «Συγχώρεσε με ψυχή μου, συγχώρεσε με που σε εγκατέλειψα. Συγγνώμη, σου ζητώ συγγνώμη.»


       Με αγκάλιασε πιο σφιχτά, με φίλησε και προσπάθησε να με ηρεμήσει αλλά ήταν αδύνατον. Βαθιά μέσα μας και οι δυο ξέραμε πως αυτό ήταν αλήθεια. Και τις δυο φορές –σε τούτον τον τόπο και χρόνο- είχα γεννηθεί και τον είχα αφήσει μόνο. Την πρώτη φορά, ήρθα στην ζωή, γνώρισα την αγάπη στα μάτια κάποιου άλλου και πέθανα χωρίς να τον ανταμώσω ποτέ, από μια ανίατη αρρώστια. Την δεύτερη φορά ήταν σαν ο Θεός να με τιμωρούσε για την αγάπη μου, υπενθυμίζοντας μου την κατάρα μου, και δίνοντας μου το τέλος που μου άξιζε μέσω αυτής. Τώρα , ένιωθα ξανά να τιμωρούμαι σκεφτόμενη πως προέρχομαι από άλλο τόπο και χρόνο, και έχοντας γνώση πως αργά ή γρήγορα θα ξαναγυρνούσα στην εποχή μου για να τον αφήσω οριστικά και πάλι.
      Σηκωθήκαμε όρθιοι απ’το δάπεδο, κάνοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες να σταθούμε στα πόδια μας. Οι ματιές μας κλείδωσαν η μία την άλλη.
      «Όσο κι αν με πονάει, όσο κι αν θέλω να το καθυστερήσω για να μείνω περισσότερο μαζί σου.. Πρέπει να πηγαίνουμε, Πλησιάζει η ώρα.»με παρότρυνε.
      «Έμρυς…»ψιθύρισα προσφωνώντας τον με μία απ’τις ονομασίες του. Τον κράτησα γερά απ’τα μπράτσα του. «Την ώρα της επίκλησης του ξορκιού, θα χρειαστούμε την βοήθεια σου.»
      Έμεινε για λίγο να με παρατηρεί με ύφος χαμένο στη στιγμή, όσο κι εγώ, έπειτα είπε: «Τι επιθυμείς από μένα;»
      «Στο μέλλον πριν τον θάνατο του ξαδέλφου μας, και αδελφού της Τζέιν, η Δύναμη των Πέντε ήταν αυτή που μας βοηθούσε να κάνουμε, να φέρνουμε σε πέρας παντοδύναμα ξόρκια όπως κι αυτό που θα ακολουθήσει. Αν δεν είμαστε μαζί, αν δεν είμαστε ενωμένοι τότε η δύναμη των Πέντε δεν έχει ισχύ. Η αρχική δύναμη των Πέντε ήταν εκείνη του Έλλιοτ, της δικής μου, της Άννας, της Τζέιν, και της Μόργκαν. Με τον θάνατο του Έλλιοτ η δύναμη έσπασε όπως και η ικανότητα μας να εκτελούμε αυτά τα ξόρκια σε κρίσιμες και πολύ δύσκολές περιστάσεις. Αν όμως εσύ μας βοηθήσεις,…»
       «Η δύναμη θα επαναδημιουργηθεί.»βιάστηκε να ολοκληρώσει και του χάρισα ένα αχνό χαμόγελο. Ένιωσα την ζεστή παλάμη του να σέρνεται πάνω στην επιδερμίδα μου,έκλεισα τα βλέφαρα μου. «Δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Ελένα, θα κάνω ότι χρειαστεί, ότι περνάει απ’το χέρι μου. Στο υπόσχομαι.»
      «Δεν χρειάζομαι την υπόσχεση σου, ούτε την επιβεβαίωση της αγάπης σου.»ψέλλισα ανάμεσα σε λυγμούς και αναφιλητά. «Ξέρω πως θα το κάνεις, μόνο …το μόνο που θέλω κι εγώ είναι να προσέχεις, όταν θα σε ξαναδώ, και να μην πληγωθείς. Πάνω απ’όλα να πιστέψεις σε μένα, να με εμπιστευθείς.»
      Αφού με τράβηξε κοντά του, με έσφιξε περισσότερο πάνω του, μέχρι που ένιωσα να αιωρούμαι στον αέρα, να μην αισθάνομαι το έδαφος κάτω απ’τα πόδια μου. Λίγες στιγμές αργότερα το πρόσωπο του χανόταν μέσα στα μαλλιά μου, Τα χείλη του, πλησίαζαν τον λοβό του αυτιού μου φιλώντας τον τρυφερά, «Σ’τ’ορκίζομαι, σ’τ’ορκίζομαι.» Έπιασε με την μία παλάμη του το πρόσωπο μου, προτρέποντας με έτσι να τον αντικρίσω. Το βλέμμα μου συνάντησε το δικό του.
      «Wiol ono. Wiol nosu ilian.” Δεν καταλάβαινα τίποτα απ’όσα μου έλεγε, αλλά δεν είχε σημασία, είχα κλείσει τα μάτια μου, κι είχα αφεθεί στον ήχο της φωνής του καθώς τα χείλη του σερνόντουσαν πάνω στο μέτωπο μου, και μου ψιθύριζαν. «Eka dunei ono, pomnuria draumr, pomnuria feon. Pomnuria dunei! Pomnuria hjarta weohnata er ono!”
      Άφησα ένα βαθύ αναστεναγμό πριν χαθώ για μια ακόμα φορά στο φιλί του…
     
    ~~~***~~~***~~~


    *Wiol ono. ~ Για σένα.
    *Wiol nosu ilian. ~ Για την ευτυχία μας. 
    *Eka dunei ono. ~ Σ'αγαπώ.
    *Pomnuria draumr. ~ Όνειρο μου.
    *Pomnuria feon. ~ Λουλούδι μου. 
    *Pomnuria dunei. ~ Αγάπη μου. 
    *Pomnuria hjarta weohnata er ono. ~ Η καρδιά μου θα είναι  {για πάντα} δική σου. 


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:54 pm, 2 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Κυρ Μαϊος 25, 2014 2:19 am

    Camelot~Citadel{Courtyard Corridor/The Throne Room ~ The Round Table}, 7 June 496 AD, Jennifer’s Pov {3rd scene}


     «Χωρίς να θέλω να γίνομαι αγενής ή ενοχλητικός αρχόντισσα μου, αλλά είσαι σίγουρη γι αυτό το ταξίδι; Θέλω να πω την επιστροφή στο χρόνο; Γι αυτό που πας να κάνεις;»
     Ήταν η τρίτη φορά που ο σερ Κάι διατύπωνε αυτό το ερώτημα. Και πώς να μην το έκανε άλλωστε αφού απ’την στιγμή που είχα ξυπνήσει με τέτοιον τρόπο, ήταν φανερό πως του είχα δώσει κάθε δικαίωμα να ζητά εξηγήσεις. Ανησυχούσε για την σωματική και ψυχική μου υγεία και για να είμαστε ειλικρινείς το ίδιο ανησυχούσα και φοβόμουν και εγώ. Αλλά δεν ήθελα να του δώσω την εντύπωση πως δεν μπορούσα να ελέγξω τον ίδιο μου τον εαυτό, τις αντοχές μου, και κυρίως τα συναισθήματα μου. Γι αυτό και προσποιήθηκα πως δεν έτρεχε απολύτως τίποτα, φέρθηκα εντελώς φυσιολογικά και του απάντησα σκεφτόμενη πολύ προσεχτικά πρώτα τα λόγια μου.
     «Είμαι απόλυτα σίγουρη για τις πράξεις μου σερ Κάι, δεν χρειάζεται να σκοτίζεσαι. Δεν είναι κάτι που εγώ κι οι ξαδέλφες μου δεν έχουμε ξανακάνει.»είπα κι όντως ήταν αλήθεια. «Απλώς εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να προσεύχεσαι να γυρίσουν οι συμπολεμιστές σου πίσω σώοι και αβλαβείς.»
     Ευθύς αμέσως τον είδα να μπαίνει μπροστά μου, κόβοντας μου τον δρόμο. Του έριξα μια καχύποπτη ματιά και εκείνος γονάτισε αμέσως προς το μέρος μου, παίρνοντας τον καρπό μου μέσα στο χέρι του, φιλώντας τον. Τον άφησε μαλακά. Έμεινε εκεί σκυφτός με το βλέμμα γερμένο στο πέτρινο δάπεδο. Είχα μείνει έκπληκτη να τον παρατηρώ.
     «Με όλο το σεβασμό, κυρά μου, αλλά δεν είσαι καλά. Και καταλαβαίνω πότε ο άλλος λέει την αλήθεια ή αν ψεύδεται.»μίλησε καθαρά ανασηκώνοντας για λίγο το κεφάλι του.
     Το βλέμμα του συνάντησε το δικό μου, είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό, Πως θα τα μπάλωνα τώρα; Πέρασα στην αντεπίθεση ως γνωστόν.
     «Το αν ψεύδομαι ή όχι είναι δικός μου λογαριασμός, ιππότη.»τόνισα αυστηρά τον τίτλο του. «Και στο κάτω κάτω δεν σου πέφτει λόγος. Δεν χρειάζεται να αναλύσουμε τα προσωπικά μου, όχι την παρούσα στιγμή.»



     
     Τον είδα να σηκώνεται και να με πλησιάζει, με βλέμμα υποτιμητικό, εξεταστικό; Δεν έμεινα για να το επεξεργαστώ, Χωρίς να του δώσω άλλα περιθώρια τον προσπέρασα, δεν τον χρειαζόμουν να με οδηγήσει στην Μεγάλη Αίθουσα, θα έφτανα και μόνη μου. Καθώς βάδιζα γρήγορα μακριά του όμως…
     «Λαίδη Τζένιφερ;!»πρόφερε αυτή τη φορά ολόκληρο το όνομα μου και για κάποιον ανεξήγητο λόγο κοκάλωσα, μένοντας ακίνητη στη θέση μου. Τον ένιωσα ξανά να κινείται προς το μέρος μου. Όταν μίλησε πάλι στεκόταν ακριβώς από πίσω μου. «Λαίδη μου, όταν πετάχτηκες απ’το κρεβάτι ήσουν λουσμένη στον ιδρώτα, τα μάτια σου είχαν γουρλώσει. Έτρεμες λες κι στα όνειρα σου – μάλλον εφιάλτες σου – είχες υποφέρει, είχες γίνει μάρτυρας ενός φριχτού γεγονότος. Στράφηκες απότομα προς το μέρος μου, κοιτώντας με τρομοκρατημένη. Λες και είχες καταληφθεί ολόκληρη απ’τον τρόμο και τον πανικό. Από κάποιο δαίμονα. Έτεινα προς το μέρος σου να σε καθησυχάσω, αλλά δεν χρειάστηκε γιατί ήδη είχες γατζωθεί πάνω μου. Με είχες αδράξει με τα χέρια σου, και με είχες κλείσει μέσα στα δεσμά σου με τέτοιον τρόπο που δεν μου άφηνες άλλη επιλογή. Κουνιόσουν πέρα δώθε σα μωρό, και ψιθύριζες κάθε τόσο τα ίδια λόγια. ‘Για ένα παιδί, Το παιδί χρειάζεται προστασία…’ Κι ότι δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μείνει μόνο του.» Σταμάτησε παίρνοντας μια βαθιά ανάσα.
     Είχε δίκιο σε όλα, τον είχα ανησυχήσει με τέτοιον τρόπο - την ίδια ώρα παθαίνοντας κρίση πανικού ύστερα από ένα τέτοιο όνειρο - που ακουγόταν εντελώς φυσιολογικό να μου ζητά τον λόγο. Η έκφραση μου, τα χαρακτηριστικά μου είχαν αλλάξει. Κυρίως η Μόργκαν ήταν εκείνη που προέβλεπε τα μελλούμενα ή μπορούσε να ξαναζήσει κάτι απ’το παρελθόν, αυτό το όνειρο όμως που είχα βιώσει φαινόταν τόσο αληθινό… Δεν ήξερα μήπως πρόκειται περί ονείρου ή οράματος. Ταυτόχρονα όμως δεν ήθελα να το συζητήσω, και μόνο στην αναφορά του περιεχομένου, αυτό το θέμα με πονούσε. Έφερα τα χέρια  μπροστά στα μάτια μου, καλύπτοντας έτσι το πρόσωπο μου, κρύβοντας το απ’την θέα του σερ Κάι, που τώρα με έπιανε απ’τους ώμους.
     «Δεν θέλω να σε πιέσω περισσότερο, είναι δικό σου θέμα όπως είπες εξ αρχής, Αλλά όπως εσύ γύρισες πίσω στο χρόνο για να βοηθήσεις όλους εμάς,έτσι κι εγώ δεν χρειάζεται να σου πω πως είμαι εδώ για ότι θελήσεις. Μπορώ να βοηθήσω, φτάνει μόνο να με εμπιστευτείς, ωραία μου κυρά.»


     
     Απομάκρυνα τα χέρια μου για να τον κοιτάξω και τον είδα να με παρατηρεί με ένα αχνό χαμόγελο. Μου πρόσφερε ένα μαντήλι κι αφού σκούπισα τα μάτια μου με αυτό, έκανα ευθέως και χωρίς περιστροφές την ερώτηση που με βασάνιζε απ’την στιγμή που ξύπνησα.
     «Σερ Κάι, το παιδί που έφερε στον κόσμο η βασίλισσα..;»κόμπιασα, μου ήταν τόσο δύσκολο.
     «Ναι;»με παρότρυνε εκείνος να συνεχίσω, ψάχνοντας το βλέμμα μου, καθότι εγώ είχα ντραπεί τόσο πολύ που είχα χαμηλώσει το κεφάλι σχεδόν.
     «Είναι… είναι ασφαλές, μακριά από εδώ; Θέλω να πω, προστατεύεται;»
     «Μα φυσικά.»μου αποκρίθηκε εκείνος με απόλυτη φυσικότητα.
     «Που …που βρίσκεται;»θέλησα να μάθω.
     «Γιατί θέλεις να μάθεις που βρίσκεται ο διάδοχος του θρόνου, …μάγισσα;»με ρώτησε ήρεμα, χρησιμοποιώντας τον δικό μου τίτλο αυτή τη φορά.
     Δεν ξέρω γιατί αλλά θίχτηκα, ενώ κανονικά δεν θα έπρεπε, Τραβήχτηκα μακριά του, απελευθερώνοντας με απ’το κράτημα του. Τον κατακεραύνωσα με το βλέμμα μου.
     «Οι προθέσεις μου μόνο αγνές και αθώες είναι, ιππότη! Το ενδιαφέρον μου και η ανησυχία μου για τούτο το παιδί προκλήθηκε απ’την στιγμή που το είδα στον ύπνο μου την ώρα που γεννιόταν, Ή μάλλον για να γίνω πιο ακριβής απ’την στιγμή που η προηγούμενη ζωή μου το γεννούσε. Ενώ λίγο πριν την γέννηση, βίωνα το χαμό και το τέλος του Αρθούρου.»γρύλισα εξοργισμένη. Σοβαρά τώρα το θράσος του δεν είχε όρια, ένιωθα λες κι είχα βγει έξω απ’τα ρούχα μου. «Γι αυτό και θα σε παρακαλούσα να μου απευθύνεις τον λόγο καλύτερα και πιο ευγενικά την επόμενη φορά που θα διασταυρωθούν οι δρόμοι μας. Αν διασταυρωθούν ποτέ! Νόμιζα πως ερχόμενη στον χρόνο και τον τόπο σου, δεχόμενη να βοηθήσω αυτό το βασίλειο, θα είχες καταλάβει απ’την αρχή τι είδους άνθρωπος είμαι.»
     Τον είδα να γονατίζει ξανά μπροστά, αλλά ήμουν πιο γρήγορη από εκείνον, Οπισθοχώρησα κι άλλο σε περίπτωση που έπαιρνε ξανά τον καρπό μου στα χέρια του και τον φιλούσε.
     «Συγχώρεσε με Λαίδη Τζέιν. Δεν ήθελα να σε προσβάλλω.»μουρμούρισε ντροπιασμένος; Εκείνος. Δεν ήξερα αλλά ούτε και με ένοιαζε πλέον τι γνώμη είχε για μένα.
     «Πες μου που είναι το παιδί…; Σε παρακαλώ, αυτό ζητάω μόνο, να μου πεις που είναι και αν είναι καλά και υγιές.»μίλησα πιο ήρεμα ύστερα από λίγες στιγμές.
     «Ο διάδοχος του θρόνου βρίσκεται σε καλά χέρια κοντά σε ένα μοναστήρι που αντικρίζει το νησί του Άβαλον, λαίδη μου, δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Οι καλόγριες του μοναστηριού το φροντίζουν και του παρέχουν ότι χρειάζεται. Σχεδόν τέσσερις φορές το μήνα το επισκέπτεται ο Άρχοντας Άγκραβέιν μαζί με την ακολουθία του για να διαπιστώσει κι ο ίδιος αν είναι καλά στην υγεία του.»
     Άπλωσα τα χέρια μου στο πρόσωπο του προτρέποντας τον να σηκωθεί όρθιος.



     «Σε ευχαριστώ και με συγχωρείς που σου έβαλα τις φωνές.»ψιθύρισα χαμηλόφωνα. Τον άφησα αμέσως, έπλεξα τα δάχτυλα μου νευρικά και άρχισα να βηματίζω ξανά πλάι του, μαζί με εκείνον κατευθυνόμενοι πως την Στρογγυλή Τράπεζα.
     «Εμένα πρέπει να συγχωρέσεις λαίδη Τζέιν, που αμφέβαλλα για σένα. Όντας η απόγονος της βασίλισσας Γκουίνεβιρ, ίσως και να έπρεπε να το καταλάβω ότι θα αναπτυσσόταν κάποιος δεσμός μεταξύ εσένα και του μικρού.» Τον κοίταξα έκπληκτη, προσπαθώντας να συγκρατήσω το βεβιασμένο μου χαμόγελο. Έσπευσε να μου αποκαλύψει περισσότερα, απ’όσα θα ήθελα. «Ο μικρός κοντεύει πέντε μηνών και σύμφωνα με τον άρχοντα που τον βλέπει κάθε τόσο, είναι όχι μόνο υγιής αλλά και πολύ δυνατός.»
     «Τον έχουν ονομάσει;»ρώτησα ανυπόμονα αυτή τη φορά.
     «Ονομάζεται Αμχάρ.»μου αποκρίθηκε ο σερ Κάι.
     Πήρα μια βαθιά ανάσα κλείνοντας για λίγο τα βλέφαρα μου, νιώθοντας απόλυτα ανακουφισμένη. Ωστόσο…
     «Μακάρι να είχα τον χρόνο να τον επισκεφτώ,»εξέφρασα την επιθυμία μου. «Αλλά αυτό είναι αδύνατον. Ίσως όμως αν βγω ζωντανή απ’αυτήν την αποστολή, μου δοθεί η ευκαιρία να τον γνωρίσω, σωστά;» Στράφηκα προς τον ιππότη αναζητώντας το βλέμμα του.



     Εκείνος πήρε ξανά τις παλάμες μου μέσα στα χέρια του, κρατώντας τες σφιχτά αυτή τη φορά. «Λαίδη μου, όχι αν! Θα βγεις ζωντανή απ’αυτήν την δοκιμασία, να είσαι σίγουρη. Ήμουν παρών στο συμβούλιο χθες τη νύχτα όταν η ξαδέλφη σου έλεγε πως αντιπροσωπεύετε τις πιο δυνατές και ισχυρές μάγισσες της εποχής σας. Δεν θα χαθείτε, στο τέλος θα βγείτε νικήτριες . Πιστεύουμε σε εσάς.» Τον είδα να αφήνει αμήχανος τα χέρια μου. «Θέλω να πω…»
    «Σε ευχαριστώ πολύ σερ Κάι. Ειλικρινά σε ευχαριστώ που μου δίνεις κουράγιο.» Κι ήταν αλήθεια, το είχα ανάγκη αυτή τη στιγμή. Δεν είχα ιδέα για το τι μας περίμενε.
     «Κι όταν γυρίσεις τότε θα έχεις την ευκαιρία σου να τον δεις. Αν και πολύ φοβάμαι ότι οι καλόγριες θα τρελαθούν με την παρουσία σου. Η ομοιότητα σου με την βασίλισσα του Κάμελοτ είναι καταπληκτική.»βιάστηκε να με ενημερώσει.
     «Ναι, όντως.»συμφώνησα. «Και που είναι αυτό το μοναστήρι είπαμε;»μονοπώλησα λίγο περισσότερο την συζήτηση. Δεν είχαμε φτάσει ακόμα στην Μεγάλη Αίθουσα, με την επίχρυση ροτόντα.
     «Κοντά στη λίμνη Άβαλον, για την ακρίβεια απέναντι απ’αυτό. Δεν γνωρίζω περισσότερα κυρά μου, η αλήθεια είναι πως δεν έχω πάει ποτέ. Ξέρω μόνο πως το μοναστήρι αντικρίζει το νησί απέναντι του.»μου εξήγησε.
     Έμεινα για λίγο σκεφτική, επεξεργαζόμενη τα λόγια του. ‘Δεν μπορεί να είναι… Αλλά και πάλι. Glastonbury… Αββαείο Glastonbury!’ “Αυτό είναι!»φώναξα μέσα στην καλή χαρά και χωρίς να συνειδητοποιήσω τι έκανα, έδωσα ένα πεταχτό φιλί στον σερ Κάι, μένοντας αποχαυνωμένη να τον κοιτώ με ένα πλατύ, χαζό χαμόγελο. «Αββαείο Glastonbury!»ξεστόμισα ξέπνοη συνεχίζοντας να τον κοιτώ.



      Όταν επιτέλους είχα επίγνωση των πράξεων μου, αποτραβήχτηκα ξανά κοκκινίζοντας, φέρνοντας τα χέρια μου πλεγμένα πίσω μου, στρέφοντας και πάλι το βλέμμα προς το έδαφος, Του έριχνα κλεφτές ματιές κάθε τόσο, διέκρινα πως του ήταν δύσκολο να αρθρώσει λέξη και πως η παλάμη του είχε κολλήσει στο σημείο που τον φίλησα. Το βλέμμα του ήταν απλανές χωρίς να εστιάζει πουθενά. Κενό.
     «Εμ συγγνώμη γι αυτό.»τραύλισα με κόπο. «Να απλώς με βοήθησες με ένα πρότζεκτ που κάνω στο μέλλον,»
     «Με ένα τι;»με διέκοψε συνεπαρμένος.
     «Με μια γραπτή εργασία. Με βοήθησες, δηλαδή έβγαλα άκρη χάρη στην βοήθεια σου κι αυτός ήταν ο τρόπος μου για να σε ευχαριστήσω.»είπα καθώς έπλεκα και ξέμπλεκα τα δάχτυλα μου προσπαθώντας να τον κοιτάξω. Στην πραγματικότητα όμως κοιτούσα τους αυλικούς που περνούσαν από δίπλα μας, και που βρισκόντουσαν πίσω απ’αυτόν. «Συγγνώμη αν σε τρόμαξα.»
     «Ω να είσαι βέβαιη πως με τρόμαξες όταν ξύπνησες εκείνη τη στιγμή και όρμησες σαν χείμαρρος καταπάνω μου να με κατασπαράξεις.»μου χαμογέλασε κι εγώ με την σειρά μου έβαλα τα γέλια. «Τώρα απλώς με αιφνιδίασες…» σταμάτησε για λίγο. «Ευχάριστα θα έλεγα.»πρόσθεσε.
     «Και πάλι σε ευχαριστώ.»επανέλαβα,
     Τον είδα να παίρνει τα χέρια μου μέσα στα δικά του, κρατώντας τα γερά την ίδια ώρα. Δεν κατάλαβα για πότε βρισκόμασταν τώρα απέξω απ’την ψηλή, δρύινη πόρτα της Μεγάλης Αίθουσας.
     «Η ευχαρίστηση είναι όλη δική μου, Λαίδη Τζέιν.»είπε κοιτώντας με με ένα παράξενο τρόπο αλλά την ίδια ώρα χαμογελώντας μου γλυκά. Ήθελα να τον ρωτήσω αν…
     «Κάι..;»
     «Τζέιν..» Τον άκουσα να προφέρει το όνομα μου την ίδια στιγμή με μένα. Ήθελε κι εκείνος κάτι να μου πει, και σώπασα να τον ακούσω. «Εγώ..»
     «Λαίδη Τζέιν! Σερ Κάι! Εδώ είστε;! Σας πρόλαβα επιτέλους!»ακούσαμε μια δυνατή φωνή να μας καλεί απ’την κορυφή της σκάλας, από πάνω μας και γείραμε να αντικρίσουμε τον σερ Λάιονελ.
     Ξεφύσηξα στεναχωρημένη αλλά πολύ γρήγορα αναθάρρησα. Για κάποιον λόγο πίεσα τον εαυτό μου πως όλα θα πήγαιναν καλά. Γι αυτό και χαμογέλασα στον ιππότη που τώρα κατέβαινε τις σκάλες ερχόμενος προς το μέρος μας. «Σερ Λεόν; Τι κάνεις εδώ;»ρώτησα εντελώς φυσικά, γέρνοντας προς τον Κάι που απ’το βλέμμα του και μόνο φαινόταν πως ήταν έτοιμος να ορμήσει στον συμπολεμιστή του; Δεν είχα ιδέα, αλλά το απολάμβανα.
     «Σωστά. Τι γυρεύεις εσύ εδώ τέτοια ώρα; Κι αυτή τη στιγμή;!»έφριξε ο Κάι απ’το κακό του. Άφησα ένα κρυφό γελάκι να μου ξεφύγει.
     «Τι θα πει: τι θέλω εδώ;!’ Επιθυμώ να είμαι παρών την ώρα που οι σωτήρες μας θα γυρνούν πίσω στο χρόνο.»μας εξήγησε θέλοντας να δικαιολογηθεί.
     «Α, μάλιστα…»σχολίασα ειρωνικά, σταυρώνοντας τα χέρια μου. «Λάιονελ, με όλο το θάρρος αλλά το θέαμα δεν θα σου αρέσει γενικότερα.»
     «Για ποιον λόγο;»ζήτησε να μάθει.
      Πήγα να ανοίξω το στόμα μου, αλλά απ’το βάθος του διαδρόμου ακούστηκαν γέλια και σιγανές ομιλίες, Γείραμε προς την γωνία για να δούμε από μακριά να εμφανίζεται ο Μέρλιν έχοντας στην αγκαλιά του την Ελένα, περιστρέφοντας την γύρω γύρω στον αέρα, με τον Γάιο λίγο πιο πίσω τους, να τους ακολουθεί. Πλησιάζοντας και οι τρεις την Στρογγυλή Τράπεζα. Έφερα το χέρι μου, προς το μέρος τους, προφέροντας απαλά.
     «Να ένας απ’τους λόγους… Σερ.»είπα γέρνοντας προς εκείνον.
     Το βλέμμα του σερ Σερ Λεόν είχε πετρώσει, είχε σκληρύνει. Οι γροθιές του σφιγμένες, τα μηνίγγια του να πάλλονται. Είδα τον ιππότη να δαγκώνει τα χείλη του, και το χέρι του Κάι δίπλα του να απλώνεται στον ώμο του.
      «Ψυχραιμία φίλε μου.»τον συμβούλεψε. «Δεν είναι εκείνη που ήξερες.»του υπενθύμισε.
     Μυριζόμουν φασαρίες, με όλη τη σημασία της λέξης. Αλλά προς το παρόν δεν με ενδιέφερε. Δεν ξέρω αλλά το διασκέδαζα, Από εκεί που η Ελένα αδυνατούσε να βρει σύντροφο στο μέλλον, γυρίζοντας πίσω στο παρελθόν δυο άντρες –συγκεκριμένα ένας ιππότης και ένας μάγος - σφάζονταν στον μανδύα της για εκείνη. Η σκέψη και μόνο ήταν κωμικοτραγική.


    ~~~***~~~***~~~


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:55 pm, 2 φορές συνολικά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Δευ Ιουν 02, 2014 11:49 pm

    Camelot~Citadel{The Trone Room/The Round Table}, 7 June 496 A.D., Merlin's Pov {4rth scene}



     «Θύμισε μου ξανά γιατί πρέπει να το κάνεις συνέχεια αυτό;»ξεφύσηξα με κουρασμένο και νευρικό ύφος, ξίνοντας το κεφάλι μου και φέρνοντας στο τέλος τα χέρια στη μέση μου, κοιτώντας την Ελένα με ειρωνεία.
     Φτάνοντας επιτέλους στον προορισμό μας, η πρώτη της έγνοια ήταν να απλώσει τα χέρια της στον αέρα και να ‘παγώσει’ τους πάντες που βρίσκονταν συγκεντρωμένοι απέξω απ’την είσοδο της Αίθουσας του Θρόνου. Εκτός βέβαια από μένα, την Τζέιν και την ίδια.
     «Καλύτερα να με ευχαριστάς που ο σερ Λεόν δεν σε έχει καλέσει ακόμα σε μονομαχία… Έμρυς!»σχολίασε εκείνη υιοθετώντας το ίδιο ύφος με μένα, Γείραμε ξαφνικά προς την Τζέιν για να την δούμε να κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να μην ξεσπάσει στα γέλια. «Που είναι το αστείο;»ζήτησε να μάθει μουγκρίζοντας η Ελένα απευθυνόμενη στην ξαδέλφη της.
     «Δίνεις σε εμάς συμβουλές και μας προειδοποιείς, ενώ την ίδια ώρα φαίνεται πως εσύ έχεις το πρόβλημα.»είπε η Τζέιν καθώς συγκρατούσε το γέλιο της. Δεν μπόρεσα να μην την μιμηθώ, καταλάβαινα τι εννοούσε.
     Η Ελένα ακούγοντας με να γελάω κρυφά, έγειρε προς το μέρος μου. Αυτή τη φορά το βλέμμα της ήταν δολοφονικό. Έδειξε με το χέρι της τον Σερ Λάιονελ.
     «Για να τελειώνουμε επιτέλους, τούτος δεν μπαίνει μέσα στην αίθουσα. Δεν θα έχω το άγχος να γυρίσω πίσω και την ίδια ώρα να σκέφτομαι και τις μπουνιές του ιππότη από εδώ, καθώς θα χαιρετάμε ο ένας τον άλλον. Εξάλλου δεν θα θυμάται τίποτα σε λίγες ώρες, καθότι το μέλλον πλέον θα έχει αλλάξει.»
     «Ό,τι πεις.»της αποκρίθηκα απλά γνέφοντας της με το χέρι μου, προσπαθώντας να φανώ σοβαρός.
     «Ναι αλλά ούτε μπορούμε να τον αφήσουμε παγωμένο εδώ. Επίσης επιθυμώ ο σερ Κάι να είναι παρών την ώρα της εκτέλεσης του ξορκιού.»μίλησε η Τζέιν, σταυρώνοντας τα χέρια της.
     «Μπα;! Και γιατί παρακαλώ;»της απηύθυνε το λόγο η Ελένα, δήθεν ειρωνικά.
     «Δεν είμαι σε θέση να σου δώσω εξηγήσεις, καθώς επίσης δεν είσαι σε θέση να με κρίνεις χρυσή μου.»της αντιγύρισε η ξαδέλφη της με ύφος βλοσυρό.
     Είδα την Ελένα δίπλα μου να αναστενάζει και στη συνέχεια να απλώνει το χέρι της προς τον Λεόν μουρμουρίζοντας κάτι, ευτυχώς καθαρά, ούτως ώστε να μπορέσω να το ακούσω. «Αχ, ας είναι… Ο ιππότης αυτός όνειρο να γενεί καθώς εγώ εξαφανίζω τη παρουσία του αυτή.» Σε κλάσματα δευτερολέπτου ο Σερ Λάιονελ δεν βρισκόταν ενώπιον μας, είχε εξαφανιστεί με τρόπο μαγικό – μέσα σε μια γαλάζια φωσφοριζέ απόχρωση για να είμαι ειλικρινής. Έστρεψα την ματιά μου προς την Ελένα, ταραγμένος ζητώντας εξηγήσεις.
     «Χαλάρωσε.»βιάστηκε να με καθησυχάσει πιάνοντας με απ’τους αγκώνες μου. «Τον έστειλα στον κοιτώνα του να κοιμηθεί… υποτίθεται. Τον κλείδωσα εκεί προς το παρόν, σε περίπτωση που προσπαθήσει να έρθει εδώ. Μην ανησυχείς, είναι ασφαλής.»
     Άφησα έναν στεναγμό ανακούφισης, ένιωσα την καρδιά μου να έρχεται στη θέση της. Η Τζέιν ξερόβηξε και την κοιτάξαμε παραξενεμένοι κι οι δυο.
     «Τι θα γίνει με την υπόλοιπη ομοίγυρη; Ελπίζω να μην παραμείνει παγωμένη.»
     «Α, ναι!»αναφώνησε η Ελένα και μια κίνηση του χεριού της, ο Γάιος και ο Κάι επανήλθαν κοιτάζοντας περίεργα τριγύρω.
     «Που είναι ο Λάιονελ; Μόλις τώρα τον έπιανα απ’τον ώμο.»αναρωτήθηκε ο ιππότης δίπλα στην Τζέιν.
     Η ξαδέλφη της Ελένα τον έπιασε απ’το χέρι και τον οδήγησε στην είσοδο της αίθουσας, καθώς εγώ άνοιγα τις πόρτες της, και τους καλούσα να περάσουν μέσα. Στη στιγμή πίσω απ’τον θρόνο ξεπρόβαλαν ο άρχοντας Άγκραβέιν κρατώντας απ’το χέρι την Άννα, αφού σηκώθηκαν όρθιοι, βάδισαν προς το μέρος μας, πλησιάζοντας μας. Έκλεισα τις πόρτες πίσω μου, θεωρώντας πως όλοι ήταν παρών, αλλά…
     «Που είναι η Μόργκαν;»άκουσα την Τζέιν να ρωτά περίεργα.
     «Νόμιζα πως ήταν μαζί σας.»μίλησε η Άννα ρίχνοντας της μια ανήσυχη ματιά.
     «Που στα κομμάτια είναι αυτό το κορίτσι;»μούγκρισε έξαλλη η Ελένα.
     «Την τελευταία φορά, πέρασε ο Πέρσιβαλ απ’το δωμάτιο και την έψαχνε. Του είπα πως είχε βγει έξω, και έτρεξε να την αναζητήσει.»εξήγησε η Τζέιν, κάπως αμήχανα.
     «Μάλιστα.»μουρμούρισε ξανά η Ελένα, ενώ κινούμουν προς το μέρος της, και έφερνα το χέρι μου στην μέση της.
     «Είμαι σίγουρος πως το κορίτσι θα είναι καλά, δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας. Απ’όσο ξέρω ο Πέρσιβαλ είναι απ’τους πιο γενναίους και ρωμαλέους ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης.»παρενέβη ο Γάιος στη συζήτηση. «Δεν θα έχουν πάει πολύ μακριά. Εξάλλου η λαίδη Μόργκαν γνωρίζει πως πρέπει να βρίσκεται εδώ. Δεν θα αργήσει να φανεί.»
     «Θα συμφωνήσω κι εγώ με τον Γάιο όσον αφορά την σωματική δύναμη του Πέρσιβαλ.»μίλησε κι ο Άγκραβέιν. «Η αδελφή σας βρίσκεται σε καλά χέρια. Μην ανησυχείτε.»
     «Άρχοντα Άγκραβέιν δεν ανησυχώ για την αδελφή μου.»είπε η Ελένα κουρασμένα.
     «Αλλά;»
     «Για τον κακομοίρη τον ιππότη που είναι μαζί της.»
     Έξαφνα ένας εκκωφαντικός ήχος ακούστηκε και οι ματιές μας στράφηκαν αστραπιαία προς την μεριά της Στρογγυλής Τραπέζης, όπου δίπλα του ξεπρόβαλαν κύματα καπνού σε μια βαθυκόκκινη απόχρωση. Ο καπνός σιγά σιγά μετατράπηκε σε φλόγες φωτιάς που είχαν σχηματίσει ένα ημικύκλιο, μέσα απ'το οποίο εμφανίστηκαν δυο φιγούρες – δεν ήμουν σίγουρος. Σιγά σιγά οι φλόγες κόπασαν, μέχρις ότου η φωτιά εξαφανίστηκε τελείως γύρω τους και μέσα σε δευτερόλεπτα, η Μόργκαν και ο Πέρσιβαλ είχαν εμφανιστεί δίπλα ακριβώς απ'την επίχρυση ροτόντα, κρατώντας σφιχτά στα δεσμά του ο ένας τον άλλον. Το κεφάλι της Μόργκαν ξεκόλλησε με κόπο απ'τον ώμο του φίλου μου, τα βλέφαρα του οποίου ανοιγόκλεισαν φοβισμένα, νευρικά. Εκείνη έγειρε το βλέμμα της χαρίζοντας του ένα χαμόγελο όλο αθωότητα και ελπίδα.
     «Τι..τι συνέβη; Φτάσαμε;»την ρώτησε ύστερα από λίγες στιγμές εκείνος, τρέμοντας, δίχως να χαλαρώσει τα δεσμά του από κοντά της.
     «Ναι ιππότη, φτάσαμε.»του αποκρίθηκε απαλά εκείνη, αγγίζοντας τον με την παλάμη της στο μάγουλο, δίνοντας του ένα φιλί εκεί. «Μην φοβάσαι, έλα.»του είπε στην συνέχεια παρασέρνοντας τον προς το μέρος μας. ‘Η Μόργκαν πρέπει να κατέχει το στοιχείο της φωτιάς.’ Σκεφτόμουν την ίδια ώρα, φέρνοντας στο νου την προηγούμενη ζωή της, ήταν κι εκείνη χρήστης της φωτιάς.
     «Μόργκαν επιτέλους!»αναφώνησε η Ελένα απλώνοντας τα χέρια της, και τρέχοντας προς το μέρος της αδελφής της. «Αδελφή τρελάθηκα απ’την αγωνία μου, έχω να σε δω απ’την ώρα που μας ρούφηξε το Βιβλίο των Σκιών μέσα του. Είσαι καλά; Που ήσουν όλες αυτές τις ώρες;»την έσφιξε καθώς την έσφιγκε μέσα στην αγκαλιά της.
     «Μεγάλη ιστορία, θα σου την πω όταν καταφέρουμε και ξεμπλέξουμε απ’όλο αυτό. Αχ…»η Μόργκαν ξαφνικά διπλώθηκε στα δύο, ο Πέρσιβαλ βρέθηκε αμέσως στο πλευρό της.
     «Τι ένιωσες;»της μίλησε εκείνος, φέρνοντας τα χέρια του γύρω της, κλείνοντας την μέσα του.
     Η Ελένα με κοίταξε με σοβαρό ύφος περιμένοντας την επιβεβαίωση μου. «Δεν είναι τίποτα.»βιάστηκα να την  καθησυχάσω αμέσως, «Η επήρεια του ξορκιού πέρασε και σε εκείνη. Είναι πλέον προστατευμένη όπως κι εσύ.»συμπλήρωσε και εκείνη μου χάρισε ένα αχνό χαμόγελο το οποίο και ανταπέδωσα.
     «Είσαι εντάξει;»ρώτησε στη συνέχεια την αδελφή της.
     «Ναι, ναι, ο πόνος ήταν στιγμιαίος, δεν νιώθω τίποτα.» Η Μόργκαν τραβήχτηκε απ’την αγκαλιά του Πέρσιβαλ και με πλησίασε πιάνοντας τα χέρια μου, ενώ την ίδια ώρα κοιτούσα την Ελένα που αγκάλιαζε ταυτόχρονα την Άννα και την Τζέιν, παιρνώντας το προστατευτικό ξόρκι και σε εκείνες. «Έμρυς σε ευχαριστούμε πάρα πολύ για όλα.»είπε.
     «Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για εσάς.»της είπα.
     «Έχεις κάνει ήδη αρκετά.»μου χαμογέλασε. Στη συνέχεια όμως σοβάρεψε ξαφνικά. «Συνάντησα τον…»
     «Ξέρω.»την διέκοψα αμέσως. Δεν ήθελα να αναφερθεί το όνομα του Kilgharahh εδώ, δεν ήθελα να ειπωθεί τίποτα που να έχει σχέση με τον Μεγάλο και Πανίσχυρο δράκο.
     «Μπορώ και εγώ και…»ξεκίνησε εκείνη πάλι αλλά δεν την άφησα να ολοκληρώσει.
     «Μόργκαν το γνωρίζω, με ενημέρωσε ο ίδιος.»την καθησύχασα αλλά φαίνεται πως εκείνη κατάλαβε, γιατί…
     «Μα δεν μπορεί, το βασίλειο δεν γνωρίζει για την ύπαρξη του; Πριν από επτά χρόνια σχεδόν επιχείρησε να κάψει ολόκληρο το Κάμελοτ, θέλοντας έτσι να το τιμωρήσει επειδή τον αιχμαλώτισαν φυλακίζοντας τον!»σιγοψιθύριζε τώρα η Μόργκαν όντας έξαλλη από θυμό; Δεν ήμουν βέβαιος.
     «Την ύπαρξη του μπορεί να την γνωρίζουν, έκτοτε όμως δεν τον ξαναείδαν ποτέ. Και σίγουρα δεν έχουν ιδέα για την συνεργασία μου μαζί του. Μονάχα ο Γάιος ξέρει γι αυτό. Και ο Λάνσελοτ… δηλαδή ήξερε.»αναστέναξα. «Μόργκαν προσπάθησε να καταλάβεις.»θέλησα να την συνετίσω.
     «Δεν ακούω τίποτα Μέρλιν, ήρθε η ώρα να αλλάξει αυτό. Και πίστεψε με θα κάνω τα αδύνατα  δυνατά από εδώ και πέρα.» Δεν μου άρεσε και πολύ ο τρόπος με τον οποίο εξέφρασε την πεποίθηση της, για λίγο μου θύμισε την πρόγονο της. Δεν δίστασα να της εκφράσω τον μεγαλύτερο μου φόβο.
     «Μόργκαν, καμιά φορά η αλήθεια μπορεί να αποβεί μοιραία, Μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια αθώων ζωών.»


     
     «Δεν  σκοπεύω να διακινδυνέψω, ούτε να ρισκάρω την ζωή κανενός παρά μονάχα την δική μου Έμρυς, Προκειμένου να σωθούν εκείνες που είναι σημαντικές για τούτο το βασίλειο.»κόμπιασε για λίγο, πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε με βλέμμα αποφασιστικό, σίγουρο. «Ο Σκουλμπλάκα* όμως σε έχει υπηρετήσει πιστά όλον αυτόν τον καιρό, βοηθώντας την ίδια ώρα και αγαπημένα σου πρόσωπα σε αυτό το βασίλειο και όχι μόνο. Ήρθε η ώρα να μαθευτούν τα κατορθώματα του. Ήρθε η ώρα ο Αρθούρος να βρεθεί αντιμέτωπος με την αλήθεια, και κυρίως να μάθει ότι μπορεί η μαύρη μαγεία να αφαίρεσε την ζωή των γονιών του. Η καλή όμως, γνήσια και καθάρια μαγεία θα είναι εκείνη που θα τον σώσει για να συνεχίσει να βασιλεύει στο Κάμελοτ, καθώς επίσης να έχει την συμβουλή και την υποστήριξη των αγαπημένων του συμπολεμιστών και ιπποτών του.»
     Πήγα να ανοίξω το στόμα μου να της αποκριθώ, εκείνη όμως είχε απομακρυνθεί από κοντά μου και πλησίαζε τις αδελφές της, που τώρα χαιρετούσαν όλες μαζί τον Γάιο. Είδα την Τζέιν έπειτα να πλησιάζει τον Κάι, να την ρωτά κάτι εκείνος και στη συνέχεια να του ψιθυρίζει κάτι εκείνη σ’τ’αυτί του. Ο Κάι πήρε μια στενάχωρη έκφραση αλλά η Τζέιν του χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο, θέλοντας να του φτιάξει την διάθεση. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του χαμογελώντας της αχνά. Ο Πέρσιβαλ είχε κλείσει ξανά για άλλη μια φορά μέσα στην αγκαλιά του την Μόργκαν, Τους πλησίασα διακριτικά φροντίζοντας έτσι να μην παρέμβω στον χαιρετισμό τους.


     


     
     «Θα σε δω και πάλι σύντομα.»του ψιθύρισε εκείνη ακουμπώντας το κεφάλι της στο στήθος του.
     «Ώρα σου καλή ψυχή μου,»της αποκρίθηκε στον ίδιο τόνο. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τον Πέρσιβαλ να αφήνει ελεύθερα τα δάκρυα του να κυλήσουν ανενόχλητα στο πρόσωπο του. «Η αγάπη του Ιησού μαζί σου.»πρόφερε με κόπο.
     Εκείνη σαν απάντηση έφερε το χέρι της στο μάγουλο του χαϊδεύοντας τον, τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τα χείλη τους ενώθηκαν. Κόντεψα να μείνω με το στόμα ανοιχτό αλλά το ξαφνικό χτύπημα της Ελένα στον ώμο μου με συνέφερε αμέσως.
     «Αν είσαι έτοιμος… Σε λίγο ξεκινάμε.»είπε εκείνη και έπιασα τα χέρια της.
     «Είμαι έτοιμος.»είπα.
     «Εμείς θα τα πούμε νωρίτερα απ’όσο φαντάζεσαι… Έμρυς.»ψιθύρισε χαμηλόφωνα στα αυτιά μου, κλείνοντας μου πονηρά το ένα της μάτι. Δεν μπόρεσα να της αντισταθώ και της έδωσα ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο.  
     Έβλεπα τώρα τον άρχοντα Άγκραβέιν να φιλά για μια τελευταία φορά τον καρπό της Άννας, αφήνοντας την να φύγει, παρατηρώντας την να κινείται προς το μέρος μας, με βλέμμα παρακλητικό, θλιμμένο, τσακισμένο, λυπημένο. Είχα γνώση πως απ’την στιγμή που ο Βασιλιάς μας θα επέστρεφε στον θρόνο του, ο Άγκραβέιν δεν είχε κανένα λόγο να ταξιδέψει ποτέ στο Κάμελοτ έχοντας κύριο μέλημα του να τον αντικαταστήσει, κι έτσι δεν θα ψάχναμε ποτέ για εκείνο το έγγραφο. Και ποτέ δεν θα μάθαινε ότι ο αδελφός του είχε πεθάνει. Πόσο μάλλον εγώ δεν θα γνώριζα ποτέ ότι ο Γκάουείν αποτελούσε ένας απ’τους πρίγκιπες του Essetir.
     «Μην είσαι τόσο σίγουρος.»άκουσα την Μόργκαν να λέει δίπλα μου, διαβάζοντας με αυτόν τον τρόπο τις σκέψεις μου, καθώς τώρα μαζευόμασταν – εκείνη, η Ελένα, η Τζέιν, η Άννα και φυσικά εγώ.
     «Τι έχεις σκοπό να κάνεις;»έγειρα στο πλευρό της ψιθυρίζοντας.
     «Να μην σε νοιάζει, πάντως σε καμία περίπτωση δεν θα το αφήσω έτσι. Να είσαι βέβαιος!»μου απάντησε εκείνη και τα παράτησα. ‘Ο Θεός μονάχα να μας βοηθούσε.’ Συλλογιζόμουν και να μην ζούσαμε άλλες τραγωδίες.
     «Αν τελείωσαν οι αποχαιρετισμοί θα παρακαλούσα τον Άρχοντα Άγκραβέιν,τους ιππότες και τον θεραπευτή του Κάμελοτ να απομακρυνθούν όσο μπορούν από εμάς και να πλησιάσουν την αίθουσα του θρόνου.»μίλησε η Ελένα, με δυνατή , καθαρή φωνή πιάνοντας τον αριστερό μου καρπό σφιχτά.
     Η Τζέιν έπιασε το δεξί μου χέρι, η Άννα έπιασε εκείνη με τη σειρά της απ’την άλλη μεριά. Έγειρα προς το μέρος της Ελένα για να την δω να κρατά την Μόργκαν η οποία τώρα είχε ενωθεί με την Άννα. Μας έριξα μια ματιά, είχαμε δημιουργήσει έναν κύκλο!


         

     


     «Τα τελευταία σας λόγια, επιθυμίες, ευχές…»άκουσα την Τζέιν να λέει με ένα άκρως σαρκαστικό ύφος γελώντας.
     «Αδελφή, μήπως το παράκανες με την ενδυμασία;»απήυθυνε το λόγο η Ελένα στην Μόργκαν.
     «Γιατί; Τι έχω;»της αντιγύρισε εκείνη με βλέμμα καχύποπτο.
     «Ξέρω κι εγώ… Μου θυμίζεις την Daenerys Targaryen απ’το the Games of Thrones. Μόνο η λευκή περούκα σου λείπει.»
     «Μμμ.. μίλησε η Tauriel απ’το Desolation of Smaug!”
     «Ωχ αρχίσαμε πάλι.»μουρμούρισε δίπλα μου η Τζέιν.
     «Εσύ Galadriel σταμάτα!»βρυχήθηκαν η Μόργκαν κι η Ελένα ταυτόχρονα κι οι δυο.
     «Μου κότσαρες τον επίσημο μανδύα εκεί πέρα λες και επρόκειτο να συναντηθείς με τον Gandalf τον λευκό.»γκρίνιαξε η Ελένα, Αδυνατούσα να παρακολουθήσω, ξεφύσηξα νευρικά.
     «Φοράω όμως από μέσα…χμ… Εμ…»έγειρε προς το μέρος μου μπερδεμένη. «Μέρλιν πως τα λέμε τα παντελόνια σε αυτήν την εποχή;»
     «Εμ παντελόνια;!»
     «Κορίτσια, μήπως θα έπρεπε να βιαστούμε επιτέλους. Από μας κρέμεται η τύχη αυτού του βασιλείου. Αμάν πια!» Η Άννα επενέβη προσπαθώντας να συνετήσει τις αδελφές της και ηρεμώντας τα πνεύματα ταυτόχρονα.
     «Κι ύστερα απ’την πολύ σωστή παρέμβαση της Arya απ’τον Eragon, καλό θα ήταν να ξεκινήσουμε.» Η Μόργκαν κοιτούσε πονηρά την μεγαλύτερη της αδελφή, κλείνοντας της το μάτι.
     «Τι; Εγώ.. Σε καμιά περίπτωση δεν μοιάζω με…»θέλησε εκείνη να απολογηθεί αλλά δεν καταλάβαινα το γιατί, Για ποιο θέμα μιλούσαν τόση ώρα;!
     «Μπλα, μπλα, μπλα, Ας μην το κουράζουμε το θέμα κορίτσια. Η κάθε μία ντύθηκε ανάλογα με την αγαπημένη της ταινία, σειρά. Ώρα να ξεκινήσουμε όμως, σοβαρά τώρα.» Η Ελένα έκλεισε τα μάτια της, παροτρύνοντας και τις υπόλοιπες να κάνουν το ίδιο. Έσκυψα προς το μέρος της ταραγμένος.
     «Τι πρέπει να κάνω; Τι πρέπει να πω;»
     «Απολύτως τίποτα, Το μόνο που θέλω από σένα είναι να κρατάς τον καρπό τον δικό μου και της Τζέιν σφιχτά μέχρι να εξαφανιστούμε. Μην σπάσεις τον κύκλο σε καμία περίπτωση. Η δύναμη σου, το Πνεύμα σου,  θα αναδυθεί από σένα και θα μας βοηθήσει από μόνη της, Μην ανησυχείς.»
     «Εντάξει.»ήταν το μόνο που μπορούσα να πω για την ώρα. Ξαφνικά ένιωσα ένα τρέμουλο να πλημμυρίζει την ραχοκοκκαλιά μου. Είχα αρχίσει να αγχώνομαι.
     Με την άκρη του ματιού μου, - πριν κλείσω τα βλέφαρα μου εντελώς, - διέκρινα την Άννα που άνοιγε το στόμα της και έκανε την αρχή. Η επίκληση του ξορκιού ξεκινούσε.



     «Πρόγονοι μας, {απ’το μακρινό μέλλον, πολύ μετά την εποχή του Κάμελοτ, πολύ μετά την βασιλεία του Αρθούρου Πεντράγκον}…”
    “Έλλιοτ, Ίζαμπέλ, Ρόζαλι, Μαράια…”ήρθε στα αυτιά μου ο ήχος της φωνής της γυναίκας δίπλα μου, εκείνης που λάτρευα πιότερο στον κόσμο. Πίεσα τα μάτια μου πιο πολύ, έσφιξα τα χέρια της Ελένα και της Τζέιν ακόμα περισσότερο μέσα στα δικά μου. Ξαφνικά, απ’το πουθενά, ένιωσα έναν στρόβιλο αέρα να μας περικυκλώνει.
     “Άνταμ, Τζόσουα, Λορένα και Μάρτζερι…” Η φωνή της Μόργκαν ακούστηκε δυνατή, ηχηρή μέσα στη μεγάλη αίθουσα.
     “Μάγοι και Μάγισσες Χέιστινγκς σταθείτε δυνατοί δίπλα μας, βοηθείστε μας να κινηθούμε με αρμονία και ασφάλεια στο χρόνο και στο χώρο.” Αυτή τη φορά ήταν η σειρά της Τζέιν να ολοκληρώσει το κάλεσμα των απογόνων της οικογένειας.
     “Αυτά τα λόγια, αυτόν τον ρυθμό ακούστε, Την ελπίδα μας εισακούστε, Στείλτε μας πίσω στο χρόνο όπου θα βρούμε αυτό που στον κόσμο επιθυμούμε.” Τις άκουσα όλες μαζί να φωνάζουν με μια φωνή, σαν μια γροθιά. Ο στρόβιλος που είχε δημιουργηθεί γύρω μας γινόταν δυνατότερος, εντονότερος, είχε αρχίσει να υψώνεται γύρω μας, περικυκλώνοντας μας, ήταν έτοιμος να μας ρουφήξει μέσα του.
     “Δώστε μας τη δύναμη να λύσουμε τα γεγονότα που δεν έπρεπε να πραγματοποιηθούν και γυρίστε μας πίσω στο χρόνο εκεί που άρχισαν.” Ήταν η τελευταία φορά που άκουσα τις φωνές και των τεσσάρων κοριτσιών πριν τις καταπνίξει ο στρόβιλος αέρα, Τότε μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου αναγνώρισα την φωνή της Μόργκαν που επικαλούνταν τα τέσσερα στοιχεία της φύσης, στην αρχαία γλώσσα όμως.
     «Medh du vanyali abr Deloi,… Medh du vanyali abr Vindr,… Medh du vanyali abr Adurna,… Medh du vanyali abr Brisingr!**” σύριξε με την δύναμη των πνευμόνων της και … αυτό ήταν!
     Ο στρόβιλος μέσα σε δευτερόλεπτα είχε εξαφανιστεί, το ίδιο και εκείνες που πριν από λίγο βρισκόντουσαν γύρω μου. Αισθάνθηκα τα πόδια μου να λυγίζουν απ’την κούραση και την εξάντληση, Ήταν φανερό πως οι δυνάμεις μου είχαν εξασθενήσει στην προσπάθεια μου, να συγκεντρώσω και την δική μου μαγεία ούτως ώστε να τις βοηθούσα να γυρίσουν πίσω και αυτό ήταν εμφανές.
     Λίγο πριν οι καπνοί χαθούν από μπροστά μου, καθαρίζοντας έτσι το οπτικό μου πεδίο, -διέκρινα με κόπο ανάμεσα σε αυτούς τέσσερις φιγούρες – να αιωρούνται πάνω απ’το σημείο όπου στεκόντουσαν πριν από λίγες στιγμές οι τέσσερις κοπέλες. Η γαλαζοπράσινη ουρά μιας γοργόνας  αιωρούνταν πάνω απ’την Τζέιν, στριφογύριζε πέρα δώθε, επέπλεε λες και υπήρχε νερό γύρω της, ενώ ένας κένταυρος σε μια βαθιά καφετί απόχρωση στηριζόταν στα πισινά του πόδια, καθώς επεδείκνυε την σωματική του δύναμη, είχε κάνει την εμφάνιση του δίπλα μου, εκεί όπου στεκόταν η Ελένα. Λίγο πιο πέρα ένας λευκός μονόκερος ορθωνόταν μπρος μου αγέροχα, με τόλμη και ορμή, περήφανος, κάνοντας επίδειξη του τεράστιου κέρατου που είχε στο μέτωπο του, στο σημείο όπου βρισκόταν η Άννα, καθώς ο καστανοκόκκινος δράκος δίπλα του – η θέση της Μόργκαν – ξερνούσε φωτιά.
     Γονάτησα στο έδαφος, αναγνωρίζοντας τους οίκους των τεσσάρων βασιλείων των ξωτικών. ‘Δεν είναι δυνατόν.’μουρμούριζα από μέσα μου. Από κάπου μακριά άκουσα να με καλούν με το όνομα μου, ο Γάιος, ο Πέσριβαλ, δεν είχα ιδέα. Η σκέψη μου ήταν σε εκείνες, πόσο μάλλον σε εκείνη. «Atra du evarinya ono varda,***”ψιθύρισα σιγανά στην αρχαία γλώσσα. «Και η δύναμη του Θεού μαζί σου. Η τύχη όλων μας επαφίεται στα χέρια σας.»πρόσθεσα λίγο πριν σωριαστώ στο έδαφος και χάσω τις αισθήσεις μου.


    ~~~***~~~***~~~

    *Skulblaka ~ Δράκος
    **Medh du vanyali abr Deloi,… Medh du vanyali abr Vindr,… Medh du vanyali abr Adurna,… Medh du vanyali abr Brisingr ~ Με τη δύναμη της Γης,... Με τη δύναμη του Αέρα,... Με τη δύναμη του Νερού,... Με τη δύναμη της Φωτιάς
    ***Atra du evarinya ono varda ~ Είθε τα άστρα να σε προσέχουν


    Έχει επεξεργασθεί από τον/την Leonette Fossoway στις Σαβ Ιουν 21, 2014 4:56 pm, 1 φορά


      ____________





    Leonette Fossoway
    Κόκκινη Ιέρεια
    Κόκκινη Ιέρεια

    Αριθμός μηνυμάτων : 1821
    Ημερομηνία εγγραφής : 29/05/2013
    Ηλικία : 27
    Τόπος : Storm's End

    Armory
    : Baratheon Baratheon

    Απ: Cursed Souls

    Δημοσίευση από Leonette Fossoway Την / Το Κυρ Ιουν 15, 2014 12:05 am

    Isle of the Blessed, 18 May 492 A.D., Morgan's Pov {5th scene}





     «Άουτς! Άννα ήταν ανάγκη να πέσεις πάνω στο πόδι μου;!»έσκουξε η Τζέιν αφήνοντας έναν αναστεναγμό πόνου, εξετάζοντας τον αστράγαλο της. Έπειτα έκανε προσπάθεια να σταθεί όρθια με την βοήθεια της ξαδέλφη της.
     «Που στο καλό ‘προσγειωθήκαμε’;»αναρωτήθηκε η Άννα ενώ κοιτούσε τριγύρω το μέρος σα χαμένη. «Πέστε μου ότι φτάσαμε στον σωστό τόπο και χρόνο; Δεν τα αντέχω αυτά τα ταξίδια, είναι τόσο κουραστικά.»γκρίνιαξε στη συνέχεια.
     «Περίμενε να βγάλω το GPS και θα σου πω.»σχολίασε μουρμουρίζοντας η Ελένα. «Είσαι τρελή;!»αναφώνησε εκνευρισμένη, χτυπώντας ελαφρά στο κεφάλι την μεγαλύτερη αδελφή της.
     «Ελπίζω μόνο να μην πέσαμε πάνω σε λάσπες.»είπε η Τζέιν εστιάζοντας την ματιά της στο έδαφος, και ψάχνοντας στα ρούχα της αν είχε λερωθεί πουθενά. Είδα την Ελένα να χτυπά με την παλάμη το μέτωπο της απηυδισμένη.
     Από εκείνη τη στιγμή κι ύστερα δεν άκουγα τι έλεγαν, Ξαφνικά δεν έδινα σημασία στην οικογένεια μου. Η προσοχή μου ήταν στραμμένη στην ατμόσφαιρα που απέπνεε το μέρος. Και κάθε άλλο παρά μονάχα ανατριχιαστική ήταν. Σκοτάδι και ερείπια, χαλάσματα παντού. Τα μάτια μου τώρα με κόπο ανοιγόκλειναν προσπαθώντας να προσαρμοστούν στην φριχτή θέα που απλωνόταν μπροστά μου. Φαινόταν πως πρόκειται για ένα μισογκρεμισμένο ναό ξεχασμένο απ’το  Θεό εδώ και χρόνια. Μερικά πέτρινα απομεινάρια ριγμένα στο έδαφος. Πανύψηλοι πύργοι, κολόνες με έντονα τα σημάδια της φθοράς αντιστέκονταν σθεναρά, υποβαστάζοντας μια ανύπαρκτη οροφή… Σήκωσα το κεφάλι μου προς τα πάνω με την προσμονή ενός καλλιτεχνικού θαύματος που θα είχε αφήσει ανέπαφο ο χρόνος, όμως το μόνο που αντίκρισα ήταν το θαύμα του έναστρου ουρανού. Ήξερα ακριβώς που βρισκόμασταν, -το μέρος ήταν γνωστό άλλωστε μέσα απ’τα οράματα μου- κι είχαμε έρθει την πιο κατάλληλη στιγμή, Δόξα το Θεό.
     «Στο Νησί των Ευλογημένων.» ψέλλισα σιγανά, απλώνοντας την παλάμη μου στον πέτρινο τοίχο μπροστά μου, θέλοντας να κρατηθώ. ‘Χριστέ μου, νιώθω την παρουσία του .’ συλλογιζόμουν λυπημένη ενώ περίμενα από στιγμή σε στιγμή να ακουστούν οι γνωστές ομιλίες που είχα ακούσει και δει να διεξάγονται μέσα απ’τα οράματα μου, στον ύπνο μου πριν δυο μέρες.
     «Μόργκαν είσαι καλά; Τι σου συνέβη;»με ρώτησαν τρομαγμένες η Τζέιν και η  Άννα, γονατίζοντας αριστερά και δεξιά μου. Η Άννα έφερε το χέρι της στο μέτωπο μου. «Χριστούλη μου, είσαι κατάχλομη.»
     «Το μέρος ίσως να δημιουργεί και την ανάλογη διάθεση.»σχολίασε σοβαρά η Ελένα με τα χέρια στη μέση της, επιθεωρώντας και η ίδια τον χώρο. «Αν όντως αυτό είναι το Νησί των Ευλογημένων τότε έχουμε φτάσει τη σωστή μέρα, που δεν είναι άλλη από εκείνη του θανάτου του sir Lancelot.» Στο άκουσμα αυτών των λόγων, είδα το βλέμμα της Άννας να στρέφεται απότομα προς εκείνο της Ελένα. «Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις.»πρόσθεσε κοιτώντας την μεγαλύτερη μας αδελφή με νόημα.
     Τα δάχτυλα μου ήρθαν σε επαφή με τον τοίχο, αγγίζοντας κάτι απαλό, τα έφερα κοντά στην μύτη μου και τα μύρισα. Πυκνή βλάστηση είχε κατακλείσει το εσωτερικό του ναού με το πέρασμα των χρόνων, με κάθε λογής παράξενα φυτά που σε μερικές περιπτώσεις αναρριχώνταν στους φθαρμένους τοίχους σχηματίζοντας αλλόκοτα σχέδια. Μια απόκοσμη μυστηριακή ατμόσφαιρα με μια έντονη και απροσδιόριστη μυρωδιά που αποπνέει η εγκατάλειψη και το ανήλιαγο και υγρό περιβάλλον με συνεπήρε. Έγειρα στον ώμο της ξαδέλφης μου αφήνοντας αυθόρμητα να μου ξεφύγει ένα δάκρυ.
     «Ναι γνωρίζω Ελένα, μην ανησυχείς.»άκουσα από μακριά την Άννα να της αποκρίνεται.
     Ξάφνου, όπως το είχα προβλέψει, άκουσα βήματα να πλησιάζουν το χώρο, και λες και με είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα, στάθηκα όρθια με το βλέμμα μου στραμμένο ευθεία μπροστά μου πίσω απ’τις κολόνες όπου ήμασταν κρυμμένες, Άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου στο σκηνικό που αντίκριζα καθώς ερχόμουν αντιμέτωπη και με τις τέσσερις φιγούρες που είχαν διαβεί τις πύλες της τεράστιας αίθουσας. Στο κέντρο της υπήρχε ένας πέτρινος βωμός ενώ λίγο πιο πίσω απ’αυτόν και καθώς κινούνταν προς το μέρος τους, μπορούσα πλέον να διακρίνω τις μορφές των ιπποτών, του μελλοντικού βασιλιά και του πανίσχυρου δρυΐδη.


     
     «Gwaine..»ψιθύρισα το όνομα του με κόπο, ανάμεσα σε αναφιλητά και λυγμούς, Έκανα πέρα τα δάκρυα μου, δεν είχα καταλάβει για πότε είχα αρχίσει να κλαίω. Γονάτισα σιγά σιγά χάμω, αγκαλιάζοντας τα γόνατα μου, έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου αφουγκραζόμενη όμως τα πάντα.
     «Πιστό αντίγραφο του Magnus και του Gavin, πράγματι! Εεε κορίτσια;!»μουρμούρισε η Ελένα, έχοντας καρφωμένη την ματιά της πάνω στους ιππότες που είχαν φτάσει τώρα στο βωμό και περίμεναν. Κοίταξε την κάθε μια μας περιμένοντας την απόκριση μας. «Έι;!»
     «Arthur…»στο άκουσμα του περίεργου τόνου της φωνής της Τζέιν έγειρα και την κοίταξα μην πιστεύοντας στα μάτια μου. Φαινόταν χαμένη στη στιγμή, είχε μείνει εκστασιαμένη στην θωριά του πρίγκιπα της Αλβιόνας, Θα έλεγε κανείς πως ονειροπολούσε.
     «Τζέιν… Νιώθεις καλά;»την ρώτησα σκουντώντας την ελαφρά.
     «Ε; Ναι, ναι καλά είμαι.»πρόφερε εκείνη με κόπο.
     «Μόργκαν;»ένιωσα το απαλό χάδι της Άννας στον ώμο μου και στράφηκα προς το μέρος της. «Ομολογώ πως ο Lancelot είναι ακριβώς όπως μου τον περιέγραψες.»μου εξομολογήθηκε χαμογελώντας.
     Έμεινα να την κοιτώ αποχαυνωμένη, μην ξέροντας τι να αποκριθώ σ’αυτό.
     «Καλό θα ήταν να μην σπαταλάμε τον χρόνο μας με το πόσο όμορφοι είναι οι κύριοι που μόλις εισήλθαν στο χώρο. Συγκεντρωθείτε εδώ, έχουμε μια ανθρώπινη ζωή να σώσουμε και ένα πέπλο να καταστρέψουμε.»είπε η Ελένα που δεν είχε πάρει το βλέμμα της απ’τις τέσσερις φιγούρες αλλά ήμουν σίγουρη πως τα μάτια της είχαν εστιάσει στον άντρα που πορευόταν πιο πίσω απ’τους άλλους τρεις, τελευταίος. Κι αυτός δεν ήταν άλλος απ’τον Έμρυς προφανώς.
     Λίγες στιγμές αργότερα είδαμε το Πέπλο μεταξύ του κόσμου των θνητών και του κόσμου των Πνευμάτων να ανοίγει μπρος στα μάτια μας και να ξεπροβάλλει μέσα απ’αυτό η Κύλιξ, η Φύλακας προϋπαντίζοντας με αυτόν τον τρόπο τον Αρθούρο με την ακολουθία του. Στη στιγμή καλύψαμε και οι τέσσερις τα αυτιά  με τα χέρια μας, μην μπορώντας να αντέξουμε τις φωνές και τα ουρλιαχτά που προέρχονταν απ’το άνοιγμα. Παρ’όλα αυτά –κι επειδή πιθανόν βρισκόμασταν πολύ κοντά- ήμασταν σε θέση να ακούσουμε οτιδήποτε έλεγε ο Αρθούρος στη Φύλακα, προκειμένου να την πείσει να κλείσει το Πέπλο, εμποδίζοντας έτσι το άνοιγμα.



     
     «Δεν πάει πολύ από τότε που είχαμε επισκέπτες.»ξεκίνησε να μιλά η Κύλιξ καλωσορίζοντας τους έτσι.
     «Βάλε ένα τέλος σε αυτό.»μπήκε κατευθείαν στο θέμα ο πρίγκιπας της Αλβιόνας και ένιωσα την Τζέιν δίπλα μου να τραντάζεται. Γονάτησε πλάι μαζί μου, κι έφερε την παλάμη στο στόμα της. «Απαιτώ να επουλώσεις το σχίσιμο μεταξύ των δύο κόσμων.»συνέχισε ο Αρθούρος.
     «Δεν είμαι εγώ αυτή που δημιούργησε όλον αυτόν τον τρόμο.» απεφάνθη η Κύλιξ, ‘Έννοια σου και γνωρίζουμε πολύ καλά ποια ήταν!’μουρμούριζα εγώ έξαλλη από μέσα μου. «Γιατί να είμαι εγώ αυτή που θα τον σταματήσει;»
     «Σκύλα!»γρύλισε η Ελένα μέσα απ’τα δόντια της.
     «Χάρυβδη!»μούγκρισε η Άννα χαμηλόφωνα.
     «Επειδή αθώοι άνθρωποι πεθαίνουν.»επενέβη ο Μέρλιν με θάρρος.
     «Θεός είσαι μανάρι μου, θεός.»σχολίασε χαμηλόφωνα η Ελένα με ένα πλατύ χαμόγελο και στη στιγμή οι τρεις μας της ρίξαμε μια αλλόκοτη ματιά. «Τι με κοιτάτε; Να και κάτι που δεν θα άκουγα ποτέ απ’το στόμα του Μάγκνους στην εποχή μου.»είπε και κοίταξε και πάλι προς την μεριά του αγαπημένου της μάγου με θαυμασμό. «Αυτή τη φορά αγάπησα τον σωστό άντρα.»
     «Αλήθεια;»πρόφερε η Κύλιξ ειρωνικά και σαρκαστικά με ένα σαρδόνιο χαμόγελο ακολουθούμενο από ένα μοχθηρό και μνησίκακο γέλιο.
     Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Σε κλάσματα δευτερολέπτου είδα την προηγούμενη ζωή του άντρα που είχα ερωτευτεί παράφορα στο μέλλον, να ορμά προς την Φύλακα του Πνευματικού κόσμου, έχοντας στο ένα χέρι το ξίφος του και κρατώντας τον αναμένο πυρσό στο άλλο, βγάζοντας μια  δυνατή, άγρια κραυγή. Πετάχτηκα απ’την θέση μου και ήμουν έτοιμη κι εγώ να ορμήσω προς την Φύλακα βλέποντας τον Gwaine να αιωρείται στον αέρα, -ύστερα απ’το απωθητικό ξόρκι που του είχε εφαρμόσει η Κύλιξ- να σωριάζεται στο έδαφος και να χάνει τις αισθήσεις του. Κόντεψα να αποκαλυφθώ, αν δεν ήταν η Ελένα να μου σφραγίσει το στόμα με την παλάμη της –που μαζί με την Τζέιν τώρα με συγκρατούσαν μέσα στα δεσμά τους. Πάλευα να απελευθερωθώ αλλά μάταια.
     «Τζέιν! Ψύχος τώρα! Δεν θα το ξαναπώ!»την πρόσταξε σιγανά η Ελένα και αμέσως ένιωσα πραγματικό πολικό ψύχος να καλύπτει τα πόδια μου, ακινητοποιώντας με στο σημείο που στεκόμουν.
     «Λυπάμαι ξαδέλφη.»είπε η Τζέιν κοιτώντας με παρακλητικά. Την κοίταξα με ένα θλιμμένο ύφος, δεν της κρατούσα κακία αλλά αν μπορούσα θα έτρεχα αυτή τη στιγμή προς το μέρος του ιππότη για να τον σώσω. Να τον ξυπνήσω, να του τα αποκαλύψω σχεδόν όλα, εδώ και τώρα. Η ματιά μου και πάλι κατευθύνθηκε εκεί.
     «Για όνομα του Θεού Μόργκαν, κάνε λίγη υπομονή. Θα αποκαλυφθούμε αλλά όταν έρθει η κατάλληλη ώρα, μείνε ακίνητη αλλιώς θα τα καταστρέψεις όλα.»ψιθύρισε η Ελένα στ’αυτί μου. Ένιωσα ένα δάκρυ να κυλά στο μάγουλο μου, Έκλεισα τα μάτια μου, νιώθοντας τον πόνο μέσα μου να με κατακλύζει.  
     «Αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να κάνεις;»απευθύνθηκε ξανά η Φύλακας στον Αρθούρο, βλέποντας τώρα το αναίσθητο σώμα του ιππότη που κείτονταν στο έδαφος.
     «Ξέρω τι θες.»μίλησε αυτή τη φορά ταραγμένος ο πρίγκιπας, ρίχνοντας μια ματιά στον σύντροφο του που ήταν ξαπλωμένος χάμω.



     «Ξέρεις;»του αντιγύρισε η Κύλιξ με το γνωστό της ύφος. «Και προτίθεσαι να με αφήσεις να το έχω;»
     «Το θράσσος αυτής της γυναίκας δεν έχει όρια.»σχολίασε η Άννα αγακτισμένη.
     «Δεν είναι γυναίκα.»μούγκρισε η Ελένα. «Τέρας είναι.»
     «Είμαι έτοιμος να πληρώσω οποιοδήποτε τίμημα είναι απαραίτητο.»αποκρίθηκε ο Αρθούρος  και στο άκουσμα αυτών των λόγων, η Τζέιν άφησε μια βαθιά ανάσα και έγειρε το βλέμμα της προς την αντίθετη κατεύθυνση.
     Η Κύλιξ τότε του έκανε νόημα με το χέρι της να πλησιάσει και ο Αρθούρος –προκειμένου να θυσιάσει ακόμα και τον εαυτό του για να σωθεί το Κάμελοτ- κινήθηκε προς το μέρος της, έτοιμος να περάσει ανάμεσα στο Πέπλο. Τότε ήταν που ο Μέρλιν προπορεύτηκε, μουρμουρίζοντας και εκείνος το απωθητικό ξόρκι, εφαρμόζοντας το στον Αρθούρο αυτή τη φορά. Η Φύλακας δεν θορυβήθηκε καθόλου απ’αυτήν την κίνηση του μάγου. Εξάλλου ήξερε εδώ και τόση ώρα ποιος πραγματικά ήταν και τι έκανε εκεί. Άρχισε να κινείται με αργά βήματα προς το μέρος του δρυίδη ενώ ο Μέρλιν με την σειρά του προσπερνούσε τον Lancelot ρίχνοντας του μια καθησυχαστική ματιά–πλησιάζοντας την κι εκείνος, αφήνοντας τον ιππότη πίσω του να τον κοιτά με ένα όχι και τόσο ικανοποιητικό ύφος.
     «Ελένα;!»έσκουξα δαγκώνοντας τα δάχτυλα της αδελφής μου. ‘Έπρεπε να επέμβουμε επιτέλους!’
     «Όχι ακόμα Μόργκαν, όχι ακόμα.»έλεγε εκείνη ξανά και ξανά. ‘Μα ο Μέρλιν…’ Κοίταξα προς τη μεριά του δρυίδη και πάλι, καθώς προσευχόμουν.
     «Λοιπόν Έμρυς… επέλεξες να με αντιμετωπίσεις.»μίλησε ύστερα από λίγες στιγμές η Κύλιξ, με ένα χαιρέκακο ύφος. «Θα θυσιαστείς στα πνεύματα για να σώσεις τον πρίγκιπα σου;»πρόσθεσε.
     «Αν είναι το πεπρωμένο μου.»της αποκρίθηκε εκείνος.


     
    «Ελένα;..»αυτή τη φορά ήταν η έντρομη φωνή της Άννας που πρόφερε το όνομα της αδελφής μου ψιθυριστά.
     «Περιμένετε επιτέλους! Νομίζετε πως θα τον αφήσω να σκοτωθεί;! Δεν είμαι δα και τόσο τρελή.»ξέσπασε η Ελένα σιγοψιθυρίζοντας, με κόπο συγκρατούσε τα νεύρα της.
     «Ίσως.»συμφώνησε η Φύλακας. «Αλλά ο χρόνος σου ανάμεσα στους ανθρώπους δεν έχει τελειώσει ακόμα, Έμρις. Ακόμα και αν το θες.»συμπλήρωσε η Κύλιξ και με ένα νεύμα της προέτρεψε τον Μέρλιν να κοιτάξει προς το Πέπλο όπου ήταν έτοιμος να το διασχίσει ο Lancelot, έχοντας γείρει για μια τελευταία φορά προς το μέρος του, χαμογελώντας του αχνά, αποχαιρετώντας τον με αυτόν τον τρόπο, λέγοντας του ‘πως έτσι έπρεπε να γίνει.’


     
     Κι από εκεί που δεν το περίμενα ήχησε τσιριχτή η φωνή της Ελένα μέσα στ’αυτιά μου, απελευθερώνοντας με απ’τα δεσμά της, και λύνοντας με τα μάγια μου το ξόρκι της Τζέιν που με δέσμευε. «ΤΏΡΑ!!»σύριξε, ούρλιαξε η αδελφή μου με πάθος, και όλες μαζί τρέξαμε προς το βωμό.  
     Η Ελένα στη στιγμή πάγωσε τα πάντα απλώνοντας τα χέρια της στον αέρα,-εκτός βέβαια απ’τον πανίσχυρο δρυίδη- και τότε το Πέπλο όπως κι ο Lancelot με την Φύλακα έμειναν ακινητοποιημένοι. «Πάρ’τον από εδώ!!»βρυχήθηκε εκείνη απευθυνόμενη στην Άννα, η οποία έτρεξε προς το μέρος του ιππότη, στάθηκε ανάμεσα στο άνοιγμα και σε εκείνον, του έριξε μια αθώα, απελπισμένη ματιά, τον έκλεισε μέσα στα δεσμά της, και χάθηκαν από μπροστά μας, εξαϋλώνοντας και τους δυο ένας Θεός ξέρει που.


     
     Εγώ απ’την μεριά μου έτρεξα και  όρμησα πάνω απ’το αναίσθητο σώμα του Gwaine, “Gwaine…” πρόφερα τρυφερά και σιγανά το όνομα του. Γονάτησα δίπλα του και πήρα το κεφάλι του στην αγκαλιά μου. «Εδώ είμαι.» Βύθισα τα δάχτυλα μου στις τούφες των μαλλιών του και τα χάιδεψα απαλά. «Εδώ είμαι.» Επανέλαβα μουρμουρίζοντας, νιώθοντας τα καυτά δάκρυα να κυλούν στα μάγουλα μου.

       
     
     Εκείνος άφησε έναν βογκητό πόνου γυρίζοντας ελαφρά στο πλάι, ερχόμενος πιο κοντά στην παλάμη του χεριού μου. Κοίταξα χαμηλά στο σώμα του, εξετάζοντας τον εξονυχιστικά για να ανακαλύψω ότι ένα θραύσμα γυαλιού είχε διαπεράσει την αριστερή πλευρά της πανοπλίας του.
     «ΌΧΙ!» Κραύγασα δυνατά χωρίς να δώσω σημασία στους υπόλοιπους και με χέρι που έτρεμε προσπάθησα να το αφαιρέσω από μέσα του, τραβώντας το με όλη μου τη δύναμη. Δεν το είχα ακουμπήσει ακόμα όταν είδα τα μάτια εκείνου να ανοιγοκλείνουν με κόπο στην  προσπάθεια του να με διακρίνει καλύτερα. Ένα τρέμουλο διαπέρασε την ραχοκοκαλιά μου, κι έμεινα ακίνητη σαν άγαλμα.
     «Ποια είσαι;» μίλησε γρήγορα εκείνος, ανοιγοκλείνοντας συνεχώς τα βλέφαρα του, Δεν με είχε αναγνωρίσει και ευχαριστούσα το Θεό από μέσα μου γι αυτό. «Τι μου συνέβη;» Άφησε ένα αγκομαχητό, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια του.
     Έσκυψα προσεχτικά από πάνω του, και πρόφερα τραυλίζοντας. «Είμαι… είμαι μια φίλη. Ηρέμησε… Όλα… όλα θα πάνε καλά.» Τα μάγουλα μου φλεγόντουσαν, πάλευα να πάρω βαθιές ανάσες όπως κι εκείνος αλλά για διαφορετικό λόγο ο καθένας. «Ένα θραύσμα γυαλιού … έχει μπει μέσα σου. Πρέπει… πρέπει να το βγάλω από εκεί. Θα με αφήσεις… σε παρακαλώ;" Τον είδα να μου γνέφει γρήγορα ενώ ακόμα προσπαθούσε να εστιάσει κάπου και απλώνοντας το χέρι του στον αέρα γύρεψε το δικό μου και το τύλιξε γύρω απ’τον καρπό μου. ‘ΟΚ!’φώναζα από μέσα μου. Είχα γίνει κατακόκκινη σαν παπαρούνα –ο ιππότης των ονείρων μου πέθαινε και εγώ ντρεπόμουν, Που να πάρει ο Διάολος!  «Είσαι… είσαι σίγουρος;» Δεν ήθελα να τον πονέσω, θα έκανα ότι περνούσε απ’το χέρι μου για να μην τον πληγώσω περισσότερο.
     «Ναι.» Μου έγνεψε ξανά. «Δεν ξέρω ποια είσαι και τι κάνεις εδώ αλλά σε εμπιστεύομαι.» Έσφιξε πιο πολύ το χέρι του γύρω απ’τον καρπό μου. «Απλώς κάντο!» Επανέλαβε εκείνος με κλειστά τα μάτια.
     «Ε..εντάξει.» Με μια γρήγορη κίνηση έκοψα μεγάλο μέρος του χιτώνα μου τυλίγοντας με αυτό το ένα μου χέρι, κρατώντας το χέρι του Gwaine με το άλλο, παροτρύνοντας τον να κάνει κουράγιο και το τοποθέτησα προσεχτικά πάνω στο γυαλί. «Έτοιμος;» Μου έγνεψε σιωπηλά. «1…2…3…» Τράβηξα με τη μία το γυαλί και το έβαλα δίπλα στην πληγή του. «Εκεί. Όλα είναι εντάξει τώρα.» Ένιωσα το χέρι του να με αφήνει σιγά σιγά και να πέφτει στο έδαφος. Έγειρα το βλέμμα μου σε εκείνον για να τον δω αναίσθητο. «Gwaine? Όχι!... Όχι πάλι! Όχι ξανά!» Πίεσα το κομμένο μέρος του χιτώνα μου πάνω στην πληγή. «Όχι! Gwaine… Άνοιξε τα μάτια σου! Ξύπνα… Μίλα μου!» Έσκυψα το κεφάλι πιο χαμηλά και φίλησα το μέτωπο του. «Άνοιξε τα μάτια σου για μένα σε παρακαλώ… Κάντο ακόμα κι αν είναι για να με σκοτώσεις. Σε παρακαλώ.» Τα δάκρυα μου τώρα έρρεαν ασταμάτητα στο πρόσωπο μου. «Σε παρακαλώ… Μη μου το κάνεις αυτό.» Ψέλισσα ανάμεσα σε λυγμούς και αναφιλητά. «Σε παρακαλώ…» Αναλύθηκα περισσότερο, τα δάκρυα μου έπεφταν πάνω του.
     Άρχισα να παίρνω βαθιές ανάσες κα αναπνοές, ρούφηξα την μύτη μου, σκούπισα τα μάτια μου. Άπλωσα τα χέρια μου ολόγυρα του, δημιουργώντας έτσι το γνωστό προσταυτετικό μου πεδίο,  αφήνοντας έτσι τις φλόγες να υψωθούν γύρω μας. Ταυτόχρονα σιγοψιθύριζα την επίκληση ενός θεραπευτικού ξορκιού από μέσα μου, ούτως ώστε να επουλωθεί η πληγή του Gwaine, τεντώνοντας όμως τα αυτιά μου, έχοντας πλήρη συναίσθηση για το τι γινόταν τριγύρω μου. ‘Όλα θα πάνε καλά.’ Συλλογιζόμουν. Χαμήλωσα το βλέμμα μου και βάλθηκα να θαυμάζω τα σκληρά χαρακτηριστικά του προσώπου του. ‘Θα γίνεις καλά, στο υπόσχομαι. Θα αναρρώσεις πολύ γρήγορα. Θα σκέφτεσαι αυτή τη μέρα κάποτε και θα γελάς, ενώ ταυτόχρονα θα διηγήσαι τα κατορθώματα σου στα παιδιά και στα εγγόνια σου. Δεν πρόκειται να αφήσω τίποτα και κανέναν να σε βλάψει. Σ’τ’ορκίζομαι.’


     
     Για μια στιγμή μονάχα η ματιά μου έγειρε προς την Τζέιν. Κι εκείνη είχε τρέξει κι είχε γονατίσει δίπλα στον Αρθούρο, απλώνοντας τα χέρια της στο σώμα του πρίγκιπα ψάχνοντας για κάποια πληγή ή τίποτα παρόμοιο. Την είδα να ακουμπά δισταχτικά με το χέρι της το μέτωπο του, καθώς αυτό αιωρούνταν από πάνω του. Τον χάιδεψε για λίγο κάνοντας πέρα κάποιες ξανθές τούφες του. Η ξαδέλφη μου άφησε ένα αχνό  χαμόγελο γνέφοντας μου πως ο μελλοντικός βασιλιάς δεν ήταν τραυματισμένος. Της έγνεψα κι εγώ και τα χέρια μου πλησίασαν αργά αργά και ήρθαν ξανά σε επαφή με τα μαλλιά του Gwaine, Τον χάιδευα ενώ είχα κλείσει τα μάτια μου και μουρμούριζα, Ένιωσα την ελάχιστη ροή του αίματος να κυλά απ’τη μύτη στα χείλη μου, αλλά δεν έδωσα σημασία. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν εκείνος να σωθεί, κι εγώ ας πέθαινα. Δεν με ένοιαζε για την δική μου ζωή.


     «Freya;!» Με το που ακούσαμε τον Έμρις να προφέρει αυτό το όνομα, γείραμε τα βλέμματα μας προς το μέρος εκείνου και της Ελένα. «Είσαι… είσαι ζωντανή;»πρόφερε εκείνος μπερδεμένος, φοβισμένος.
     Η Τζέιν σηκώθηκε όρθια και τους πλησίασε.
     «Guinevere…εσύ εδώ;»μίλησε ξανά ο Μέρλιν αυτή τη φορά δείχνοντας την Τζέιν. Έκανε να γείρει προς τα πίσω, σε μένα αλλά…
     «Ελένα. Έμρυς, ονομάζομαι Ελένα.»του τόνισε η αδελφή μου αδράχνοντας τον, αγκαλιάζοντας με τις χούφτες της το πρόσωπο του. «Το μήνυμα που σου έστειλα, δεν το θυμάσαι;»τον ρώτησε όλο αγωνία στη συνέχεια.
     Ο πανίσχυρος δρυίδης έμεινε να την παρατηρεί για κάμποσα λεπτά εκστατικός και ύστερα από λίγες στιγμές κατάφερε να αρθρώσει τις λέξεις με δυσκολία. «Εσύ… εσύ, ήρθες..;»
     «Σου είχα πει να πιστέψεις σε μένα και να με περιμένεις Μέρλιν.» Η Ελένα τον πλησίασε περισσότερο, τραβώντας τον κοντά της έτσι.
     «Μα …μα πως…;»τραύλισε ξανά εκείνος με κόπο, φέρνοντας τα χέρια του στους καρπούς της αδελφής μου. Μια ανάσα τους χώριζε και τα χείλη τους σε λίγο θα συναντιόντουσαν, εκτός απ’τα μέτωπα τους.
     «Δυστυχώς δεν έχω τον απαιτούμενο χρόνο να σου εξηγήσω, πρέπει να αρκεστείς σε ότι αναφέρεται στο γράμμα που σου έστειλα. Όταν φέρουμε σε πέρας την αποστολή μας, ορκίζομαι πως εμείς οι δυο έχουμε να πούμε πολλά. Στο υπόσχομαι.» Η Ελένα του χάρισε ένα καθησυχαστικό χαμόγελο, ύστερα ένα πεταχτό φιλί στα χείλη. Αποτραβήχτηκε με κόπο χτυπώντας τα χέρια στα πλευρά της, δείχνοντας του την ίδια ώρα την Φύλακα. «Λοιπόν, πες μου, να την στείλω μέσα στο Πέπλο ώστε να θυσιαστεί εκείνη ή να την ανατινάξω μαζί με το Πέπλο;»την άκουσα να λέει και γούρλωσα τα μάτια μου.
     «Τι;!»πρόφερε ξανά ο Μέρλιν θορυβημένος.
     «Ελένα, γνώμη μου είναι να την ανατινάξεις ξεχωριστά εκείνη και το Πέπλο. Αν την στείλεις στον κόσμο των Πνευμάτων δεν πρόκειται να της συμβεί απολύτως τίποτα, όντας η Φύλακας θα παραμείνει… ζωντανή να το πω;»αναρωτήθηκε η Τζέιν εκφράζοντας την ίδια ώρα την πρόταση της.
     «Ναι αλλά αν ανατινάξει το Πέπλο που θα πηγαίνουν οι ψυχές του Κάτω Κόσμου;» εξέφρασα και εγώ με τη σειρά μου την απορία μου. «Το Πέπλο αποτελεί κάτι σαν την Κόλαση γι αυτούς.» Στα λόγια αυτά ο Μέρλιν έγειρε προς το μέρος μου, στην θέα τη δική μου και της φωτιά που είχε υψωθεί γύρω από μένα και τον Gwaine άφησε μια πνιχτή κραυγή.
     «Μέρλιν εδώ, αγάπη μου, εδώ, εστίασε σε μένα και πες μου τι να κάνω.»τον παρότρυνε η Ελένα με ύφος παρακλητικό, φέρνοντας ξανά τις παλάμες της στο πρόσωπο του, κάνοντας τον να την κοιτάξει για άλλη μια φορά. «Πίστεψε με αδελφή, δεκάρα δεν δίνω για τις ψυχές του Άλλου Κόσμου. Το μόνο που ξέρω είναι ότι αν καταστραφεί το Πέπλο τότε δεν θα χρειάζεται να χαθούν άλλες αθώες ζωές… Κι αυτό σκοπεύω να κάνω!»γρύλισε τονίζοντας τα τελευταία λόγια της η Ελένα, στρέφοντας απότομα τα χέρια της προς την Φύλακα Κύλιξ η οποία στη στιγμή ‘έσπασε’ σε χίλια κομμάτια.
     Ακολούθησε το Άνοιγμα μεταξύ των δυο κόσμων, που είχε την ίδια μοίρα. Καταστρέφοντας το κι αυτό η αδελφή μου, άφησε έναν στεναγμό ανακούφισης, βλέποντας τα μικροσκοπικά κομμάτια του να αιωρούνται μέσα στον ναό σαν κύμματα καπνού που διαλύονταν σιγά σιγά.


     
    «Συγγνώμη.» ψέλλισε στη συνέχεια προς τον Έμρυς. «Δεν ήθελα να σε τρομάξω.»
     «Η αλήθεια είναι πως έχω τρομοκρατηθεί αλλά πίστεψε με ότι απ’την στιγμή που διάβασα το γράμμα σου, κάνω υπεράνθρωπες προσπάθειες να…»ο Μέρλιν κόμπιασε για λίγο, προσπάθησε να συνεχίσει αλλά του ήταν μάταιο. Έφερε τα χέρια πίσω απ’το κεφάλι του σε ένδειξη απελπισίας.
     «Η Freya, το κορίτσι που αγαπούσες αποτελεί την προηγούμενη ζωή μου.»του είπε η Ελένα μαλακά. Ο δρυίδης έγειρε έξαφνα προς εκείνη καρφώνοντας το βλέμμα του πάνω της. «Το ίδιο ισχύει και για την ξαδέλφη μου, όσον αφορά την Gwen ή αλλιώς Guinevere.»έδειξε την Τζέιν που είχε γυρίσει ξανά στο προσκεφάλι του Αρθούρου.
     «Ονομάζομαι Τζένιφερ, όλοι όμως με φωνάζουν Τζέιν. Χάρηκα πολύ για την γνωριμία Μέρλιν.»τον χαιρέτησε εκείνη με το κούνημα του χεριού της.
     «Καθώς επίσης και για την Μόργκαν, όσον αφορά την Μorgana Le Fey.»είπε η Ελένα δείχνοντας αυτή τη φορά εμένα, παίρνοντας ένα απελπισμένο ύφος στη θέα της γνωστής μου κατάστασης. Το αίμα μου τώρα είχε αρχίσει να στάζει στο μέτωπο και στα βλέφαρα εκείνου. ‘Λίγο ακόμα… Λίγο ακόμα…’
     Ο Έμρυς αυτή τη φορά γύρισε προς εμένα μένοντας άφωνος.


     
     «Δεν θέλουμε να βλάψουμε κανέναν, γυρίσαμε πίσω στο χρόνο για να σώσουμε ζωές. Σε καμία περίπτωση δεν επιδοιώκουμε το αντίθετο. Και δεν ξέρεις πόσο λυπάμαι που έτυχε να φέρω την μορφή αυτής της αδίστακτης οχιάς.»είπα κοιτάζοντας τον νεαρό μάγο παρακλητικά, ενώ τα δάχτυλα μου ακόμα χάιδευαν τα μαλλιά του Gwaine. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου με δυσκολία, πίεσα τον εαυτό μου να συνεχίσει, να αντέξει για χάρη εκείνου, Εκείνου και της ζωής του.
     «Αν…αν λέτε την αλήθεια που βρίσκεται αυτή τη στιγμή ο Lancelot;»μας ρώτησε ο Έμρυς με τρεμάμενη φωνή.
     «Σε κάποιο ασφαλές μέρος με την άλλη μου αδελφή, η οποία παρεπιπτόντως είναι ίδια και απαράλλακτη με την Μοργκόουζ αλλά δεν χρειάζεται να σε ανησυχεί αυτό.»του υπενθύμισε η Ελένα.
     «Μου …μου είπες πως θα μεσολαβήσουν κάποια χρονικά διαστήματα, μου εξηγείς μέσα στο σημείωμα πως χρειάζεται να σώσετε τον sir Elyan, τον Gwaine και… και τον Αρθούρο. Αυτό σημαίνει πως…»
     «Πως θα με ξαναδείς.»τον διέκοψε απαλά η Ελένα πιάνοντας τον απ’τους καρπούς του, τραβώντας τον προς το μέρος της. «Θα με ξαναδείς, όταν θα χρειαστεί να σώσουμε και τους υπόλοιπους ιππότες, αλλά και τον μελλοντικό βασιλιά της Αλβιόνας. Το μόνο που θέλω είναι να εμπιστευτείς εμένα και την οικογένεια μου, Μπορείς να το κάνεις αυτό για μένα; Σε παρακαλώ, ειδάλλως δεν θα έχω το κουράγιο να συνεχίσω, Αν δεν πιστέψεις σε μένα θα μου είναι αδύνατον να σώσω όλους εκείνους για τους οποίους νοιάζεσαι και τότε…»
     Ο Μέρλιν άγγιξε με τα ακροδάχτυλα του τα χείλη της, έφερε το ένα του χέρι στον αυχένα της αιχμαλωτίζοντας την με αυτόν τον τρόπο, τραβώντας την πάνω του, παρασέρνοντας την σε ένα τρυφερό φιλί. Η Ελένα ανταποκρίθηκε με όλα τα μόρια του κορμιού της να συμμετέχουν, φέρνοντας τα χέρια της αμήχανα γύρω απ’το λαιμό του. Αποτραβήχτηκαν ύστερα από λίγες στιγμές κι οι δυο για να πάρουν ανάσα.
     «Τι..τι θα κάνω από εδώ και πέρα; Τι θα τους πω αν θελήσουν να μάθουν για τον Lancelot;»την ρώτησε λαχανιασμένος, προσπαθώντας να συνέλθει απ’το φιλί τους.
     «Πες πως στην προσπάθεια σου να τον υπερασπιστείς που πάλευε με την Κύλιξ, έχασες κι εσύ τις αισθήσεις σου και πως όταν ξύπνησες δεν κατάλαβες τι είχε συμβεί. Κράτησες το μυστικό της μαγείας σου για πολλά χρόνια, κάνε λίγη υπομονή ακόμα μέχρι να αποκαλυφθεί η αλήθεια και προς Θεού… Μην κρατήσεις τίποτα κρυφό απ’το Γάιο, έχει δικαίωμα να ξέρει. Μέχρι τότε προσποιήσου. Σε παρακαλώ, αγάπη μου, σε παρακαλώ…»
     «Εντάξει, …»την διαβεβαίωσε ο Μέλριν που κατέλαβε προσπάθειες να παραμείνει ψύχραιμος, Στην πραγματικότητα όμως φαινόταν ότι τον είχε καταβάλει ο τρόμος και ο πανικός. «Και ο Lancelot; Θα είναι μαζί σας;»
     «Θα τον φροντίσουμε εμείς, θα του τα εξηγήσουμε όλα. Μην ανησυχείς.»
     «Δεν..δεν ανησυχώ,» Ο τόνος της φωνής του δεν με έπειθε, Φυσικά και ανησυχούσε για εκείνη, όπως κι εγώ άλλωστε. Βρισκόμουν στην ίδια θέση με τον δρυίδη οπότε μου ήταν εύκολο να τον καταλάβω. «Απλώς μπορείς σε παρακαλώ να μου κάνεις μια χάρη;»
     «Ό,τι θέλεις.»του χαμογέλασε εκείνη.
     «Να ..να προσέχεις, να παραμείνεις ζωντανή.»την ικέτευσε ο πανίσχυρος μάγος, και στο άκουσμα αυτών των λόγων, αναγνώρισα πως ο τόνος της φωνής του έκρυβε μέσα του τον πόνο και τον φόβο. Ήταν τρομοκρατημένος.
     «Αγάπη μου…»αναστέναξε η Ελένα και γατζώθηκε πάνω του, Ο Μέρλιν ανταποκρίθηκε αυτόματα και την έκλεισε σφιχτά μέσα στην αγκαλιά του. «Μην φοβάσαι, τα μαγικά προστατευτικά δεσμά σου με φυλάνε. Μην φοβάσαι.» Έγειρε να τον αντικρίσει φιλώντας τον στον μέτωπο.


     
     «Gwaine?!» Αναγνωρίζοντας την συγκεκριμένη φωνή, αν και προερχόταν από πολύ μακριά, ένιωσα τους χτύπους της καρδιάς μου να αυξάνονται επικίνδυνα, Περισσότερα δάκρυα μου ξέφυγαν, έπεσαν πάνω  στον ιππότη που ήταν ξαπλωμένος μπροστά μου. Τα βλέφαρα του Gwaine τρεμόπαιξαν και πάλι, αφήνοντας ξανά ένα βογκητό πόνου αλλά δεν άνοιξε τα μάτια του. Η παλάμη μου χάιδεψε γλυκά το μέτωπο του αφήνοντας έναν στεναγμό ανακούφισης βλέποντας το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει ανασαίνοντας αδύναμα. ‘Λίγο ακόμα αγαπημένε μου.’ Συνέχισα να μουρμουρίζω από μέσα μου κοντεύοντας να τελειώσω το ξόρκι. Αλλά ο γνωστός ήχος της φωνής που ήχησε ξανά στα αυτιά μου δεν έλεγε να με αφήσει ήσυχη.
     «Μerlin?! Lancelot?!» Ακούστηκε από μακριά άλλη μια γνώριμη φωνή, και τότε στράφηκα αμέσως προς την Τζέιν που την είχε αναγνωρίσει και εκείνη φέρνοντας τα χέρια της στο στόμα.  ‘Sir Elyan..’συλλογίστηκα.
     «Έλλιοτ…»ψέλλισε με κόπο η Τζέιν, με μάτια βουρκωμένα, καθώς έτρεχε προς το μέρος μου, Το προστατευτικό μου πεδίο είχε εξαφανιστεί, οι φλόγες είχαν κοπάσει αφήνοντας έτσι την ξαδέλφη μου να πηδήσει προς το μέρος μου πιάνοντας με απ’το μπράτσο σφιχτά.Ήταν φανερό πως με προέτρεπε να σηκωθώ αλλά εγώ δεν ήθελα να τον αφήσω από κοντά μου, δεν ήμουν έτοιμη να τον αφήσω, ‘Όχι!’φώναζα από μέσα μου.
     «Πρίγκιπα Αρθούρε είσαι καλά; Μας ακούς;!» Ακούστηκε άλλη μια ακόμα γνωστή φωνή. Αυτή τη φορά το βλέμμα το δικό μου, και της Τζέιν έγειρε προς την Ελένα.
     «Παναγία μου!!»αναφώνησε η αδελφή μου και ήρθε κι εκείνη τρέχοντας προς εμένα, πιάνοντας με απ’την άλλη μεριά, πιέζοντας με με το ζόρι να σηκωθώ όρθια.
     «Τι είναι; Τι συμβαίνει;»θέλησε να μάθει ο Μέρλιν.
     «Τίποτα Έμρυς, απλώς πρέπει να φύγουμε.» με τράβηξε απότομα, αλλά δεν κουνήθηκα σπιθαμή. «Κουνήσου Μόργκαν, έλα γρήγορα, πριν μας πάρουν είδηση οι ιππότες και τρελαθούν!»
     Άφησα έναν αναστεναγμό, σημάδι ότι το ξόρκι που σιγοψιθύριζα τόση ώρα από μέσα μου, είχε τελειοποιηθεί. Επίσης ένιωθα τις δυνάμεις μου εξασθενημένες, απ’την πολλή χρήση μαγείας  προφανώς. Έσκυψα πάνω απ’το μέτωπο του Gwaine και αφού του χάρισα ένα φιλί, του ψιθύρισα τρυφερά. *«Atra esterni ono thelduin, Gwaine Drottning-vodhr. Wiol ono un wiol pomnuria ilian.”
     Απομακρύνθηκα από κοντά του με βαριά καρδιά, ενώ την ίδια ώρα στεκόμουν όρθια υποβασταζόμενη απ’την αδελφή και την ξαδέλφη μου. Έγειρα προς τον ώμο της Τζέιν, αναστενάζοντας βαθιά καθώς αναλυόμουν σε περισσότερα δάκρυα.
     «Ηρέμησε γλυκιά μου, θα είναι καλά.»με καθησύχασε εκείνη ενώ εγώ ρουφούσα την μύτη μου.
     «Πως μπορείς και μιλάς την αρχαία γλώσσα;»μου απήυθυνε τον λόγο ο Μέρλιν, αλλά μόνο χρόνο για εξηγήσεις δεν είχαμε. Προσπέρασα την ερώτηση του και μίλησα με κόπο.
     «Άκουσε με προσεχτικά Έμρυς, νοιάζομαι γι αυτόν τον άντρα όπως κι εσύ για την αδελφή μου. Δεν θα αφήσω τίποτα να του συμβεί.» Μίλησα με το βλέμμα μου καρφωμένο στον Μέρλιν. «Όταν συνέλθει το σίγουρο είναι πως θα κάνει διάφορες και πολλές ερωτήσεις. Το μόνο που θα του πεις είναι πως θα υπάρχει πάντοτε ένας φύλακας άγγελος γύρω του που τον προσέχει, Εντάξει; Θα του το πεις;»
     «Περίμενε… μόλις τώρα είπες πως είναι πρίγκιπας;! Από πού κι ως που; Ο Gwaine..»τον διέκοψα απότομα καθότι ο χρόνος μας πίεζε.
     «Μια γρήγορη βόλτα απ’την βιβλιοθήκη του Camelot, διαβάζοντας τα γενεαλογικά δέντρα των ιπποτών και τον ευγενών των βασιλείων, με την βοήθεια του Geoffrey Monmouth φυσικά, δεν θα έβλαπτε ξέρεις. Μετά ζήτα του εξηγήσεις, μην του πεις όμως ποτέ ότι το έμαθες από μένα. Και το ίδιο να πράξεις και για τον Lancelot σε παρακαλώ.» Του εξήγησα με ύφος σοβαρό και αποφασιστικό καθώς σκούπιζα το αίμα απ’τα χείλη μου με τον χιτώνα μου.
     «Δεν..δεν μπορεί. Δεν είναι δυνατόν.» Ο Μέρλιν είχε φέρει τα χέρια στα μαλλιά του αναστατωμένος, Στη συνέχεια πίσω απ’το κεφάλι του.
     «Θα του το πεις;!»επανέλαβα ξανά, αυτή τη φορά υψώνοντας τον τόνο της φωνής μου περισσότερο απ’όσο θα το ήθελα, φαινόμουν τόσο απελπισμένη. «Θα του μεταβιβάσεις το μήνυμα μου;»τον παρακάλεσα στο τέλος κουρασμένα, Ήμουν έτοιμη να καταρρεύσω.
     «Ναι.. θα του το πω.»μου αποκρίθηκε ήρεμα ο δρυίδης, καταθέτοντας τα όπλα.
     «Α!» Έκανα συνειδητοποιώντας ότι είχα ξεχάσει το κυριότερο μέρος αυτού του παράλογου και σύντομου διαλόγου. «Οφείλει να γνωρίζει την αλήθεια. Του το χρωστάς.» Έριξα ένα προειδοποιητικό ύφος στον Μέρλιν που η ματιά του ακολούθησε την αναίσθητη φιγούρα του Gwaine που κείτονταν μπροστά μου. «Όχι μόνο για το ποιος πραγματικά είσαι Έμρυς, αλλά και για το τι συνέβη εδώ απόψε.»
     «Μόργκαν;!»γρύλισε η Ελένα μέσα σ’τα’αυτί μου. «Μην παρατραβάς το σκοινί.»
     «Δεν καταλαβαίνεις.»της αποκρίθηκα απεγνωσμένη γέρνοντας το βλέμμα μου προς εκείνη. «Δεν θέλω το κύριο μέλημα του, όταν με αντικρίσει μπροστά του, να είναι να βυθίσει το ξίφος στην καρδιά μου. Γιατί πίστεψε με Ελένα αυτό θα με σκοτώσει στην κυριολεξία, κι εγώ δεν θα κάνω τίποτα για τον εμποδίσω. Να είσαι σίγουρη.» Έγειρα ξανά προς το Μέρλιν. «Σε λίγη ώρα  ο Lancelot θα γνωρίζει κι εκείνος τα πάντα.» Το χέρι μου απλώθηκε πάνω απ’τον Gwaine δείχνοντας τον απευθυνόμενη όπως πάντα στον πανίσχυρο μάγο. «Κάποτε σου είχε πει ότι είσαι ο μοναδικός φίλος που έχει. Θα ρίσκαρε τα πάντα για να σε σώσει κι είμαι πεπεισμένη πως το προσπάθησε και το έφερε εις πέρας πολλές φορές από τότε που σε γνώρισε. Σε προστάτεψε έχοντας όμως πλήρη άγνοια για τις μαγικές σου δυνάμεις. Του το χρωστάς!» επανέλαβα ξανά τονίζοντας την τελευταία μου φράση. «Συνεννοηθήκαμε;!»
     Είδα τον Μέρλιν να μου γνέφει καταφατικά δίνοντας μου έτσι τον λόγο του, ή τουλάχιστον έτσι ήθελα, είχα ανάγκη να πιστέψω.
     «Θα τα ξαναπούμε πολύ σύντομα.»είπε η Ελένα απευθυνόμενη στον Έμρυς κλείνοντας του το μάτι τρυφερά, «Πίστεψε σε μένα.»ήταν τα τελευταία της λόγια, πριν στραφεί ξανά προς εμένα με βλέμμα ανυπομόνο και συνάμα αυστηρό.
     Έγειρα το κεφάλι μου στον αέρα, όπως και τα χέρια μου, απλώνοντας τα ψηλά, στο απόλυτο κενό, φωνάζοντας δυνατά: «Brisingr raudhr!”**
     Οι φλόγες έπεσαν σαν βροχή γύρω μας, μας πλημμύρισαν, μας περικύκλωσαν, μας ρούφηξαν μέσα τους, και στη συνέχεια … Είχαμε εξαφανιστεί απ’το Νησί των Ευλογημένων.


    ~~~***~~~***~~~

    *Atra esterni ono thelduin, Gwaine Drottning-vodhr. Wiol ono un wiol pomnuria ilian. ~ Είθε να έχεις καλή τύχη/η ειρήνη να βασιλεύει στην καρδιά σου, Πρίγκιπα Gwaine. Για σένα αλλά και για την δική μου ευτυχία.
    **Brisingr raudhr ~ Κόκκινη φωτιά.


      ____________




      Παρόμοια θέματα

      -

      Η τρέχουσα ημερομηνία/ώρα είναι Πεμ Δεκ 08, 2016 12:13 am